Συναντώ τη Λένα Πλάτωνος στο φιλόξενο σπίτι της. Με το που μπαίνεις μέσα, νιώθεις μια μεγάλη αγκαλιά να σε κρατά σφιχτά. Οικειότητα και άνεση. Είναι ένα σπίτι διακοσμημένο με το δικό της γούστο, βγαλμένο από παραμύθι. Κυρίαρχο χρώμα στους τοίχους το ροζ. Της έχω φέρει λευκά και σκούρα μπισκοτάκια με κομμάτια μαύρης σοκολάτας. Ορισμένα έχουν γεύση φράουλα. Καθόμαστε. Ανοίγει το κουτί και με το που τα βλέπει ένα τεράστιο χαμόγελο ξεπροβάλλει στο πρόσωπό της. Μου προσφέρει χυμό πορτοκάλι ώστε να ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας με ενέργεια. Είναι η τρίτη φορά που θα κάνω συνέντευξη μαζί της. Αυτή τη φορά, με αφορμή τις Μοίρες, τη συναυλία που θα παρουσιάσει στο Ηρώδειο στις 19 Ιουνίου με την Μαρία Φαραντούρη. Όσα είπαμε τα κατέγραψα για το yourearticles.
-Κυρία Πλάτωνος, πώς περνάτε τη κάθε μέρα σας;
Σκέφτομαι πολύ. Και μην νομίζεις ότι είναι λίγο αυτό. Είναι μια δουλειά. Τρομερή δουλειά.
-Μου θυμίζετε μια ιστορία με τον Νίκο Γκάτσο.
Για πες μου…
-Καθόταν ο Γκάτσος όταν ήταν μικρός και αγνάντευε. Κάποια στιγμή του λέει η μητέρα του: «Νίκο, τι κάνεις εκεί; Γιατί χαζεύεις;» Και απαντά ο Γκάτσος: «Δεν χαζεύω μαμά, σκέφτομαι».
Ε, αυτό κάνω και εγώ.
-Τί άλλο κάνετε εδώ, στο ροζ καταφύγιό σας;
Ζωγραφίζω, παίζω πιάνο, διαβάζω βιβλία. Βλέπω τηλεόραση, ασχολούμαι με το κινητό μου, ακούω μουσική.
-Τελευταία σας τραβά το ενδιαφέρον η κλασική μουσική. Σωστά;
Πώς το ξέρεις;
-Και τις δύο φορές που μιλήσαμε στο τηλέφωνο για να ορίσουμε τη συνάντηση, άκουγα κλασική μουσική να παίζει στο background.
Έχεις καλό αυτί (Γέλια). Είναι φοβερή δεξαμενή η κλασική μουσική. Αντλώ διαρκώς θέματα όταν την αφουγκράζομαι.
-Σιγά σιγά μπαίνουμε στο καλοκαίρι. Πώς αισθάνεστε με την αλλαγή του καιρού;
Το καλοκαίρι έτσι όπως έχει γίνει πια δεν μου αρέσει καθόλου. Μου άρεσε πολύ παλιά, που ήταν ισορροπημένο. Η άνοιξη και το φθινόπωρο μου αρέσουν. Τον χειμώνα δεν τον πάω.
-Τί άλλο σκέφτεστε με την εναλλαγή των εποχών; Ίσως τα χρόνια που περνάνε;
Πώς περνάνε όμως… Κοίταξε, εγώ έζησα μια έντονη ζωή. Πέρασα δύσκολα και με τον θάνατο του πατέρα μου που έφυγε ξαφνικά και μετά με την μητέρα μου. Και όταν εκείνη ήταν καλά στην υγεία της και μετά όταν αρρώστησε.
-Με την οποία, θυμάμαι και από παλαιότερες συνομιλίες μας, είχατε μια δύσκολη σχέση.
Πάρα πολύ δύσκολη. Ψυχοφθόρα. Με ζήλευε και με ανταγωνιζόταν. Κατά καιρούς πάθαινε κάτι εξάρσεις τρομερές. Στη Βιέννη που βρισκόμουν με είχε εκβιάσει ψυχολογικά πως αν δεν χώριζα από τον τότε σύντροφό μου, θα έπεφτε να πνιγεί στον Δούναβη. Ήταν στα άκρα τα πράγματα. Και φυσικά, ψυχολογικά διαλύθηκα.
Ξαφνικά, χτυπάει το κουδούνι του σπιτιού. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει μέσα ένας μουσικός κρατώντας ένα μικρό φλάουτο στο χέρι του. Καταλαβαίνω αμέσως πως είναι ο Στάθης Καραπάνος, ο διεθνής σολίστας που με το όργανό του θα χρωματίσει την βραδιά της συναυλίας στο Ηρώδειο.
Σ.Κ.: Καλησπέρα σας. Ενοχλώ;
Λ.Π.: Καλώς τον μου. Ήρθες με το φλαουτάκι σου και με τα γυαλιά σου σήμερα.
Χ.Η.: Είμαι ο Χρήστος. Χάρηκα πολύ.
Σ.Κ.: Είμαι ο Στάθης. Και εγώ, χάρηκα. Τι κάνετε;
Λ.Π.: Έχουμε αρχίσει και μιλάμε με τον Χρήστο για τη συναυλία.
Σ.Κ.: Μήπως θέλετε να πάω μέσα στο άλλο δωμάτιο;
Λ.Π.: Όχι, καθόλου! Πάρε αυτή την καρέκλα και κάτσε. Να κάνουμε μια παρέα. Έχει χυμό και μπισκότα που έφερε ο Χρήστος. Πάρε ό,τι θες. Τι λες; Συνεχίζουμε εμείς;
Χ.Η.: Φυσικά.
Στο σημείο αυτό ο Στάθης Καραπάνος κάθεται αναπαυτικά στη καρέκλα του και γίνεται σιωπηλός ακροατής όσων εκμυστηρεύεται η Λένα Πλάτωνος.
-Είχαμε μείνει σε αυτά που σας επηρέασαν ψυχολογικά. Εκείνο το διάστημα γράφατε μουσική;
Καθόλου. Ούτε πιάνο έπαιζα. Μετά από καιρό, όταν αναπτερώθηκα συνέθεσα τις Αναπνοές. Φώναξα τον Οικονομάκη για να έχω μια στήριξη στην δημιουργία του δίσκου και μαζί με τη Σαββίνα Γιαννάτου που ερμήνευσε τα τραγούδια, γράψαμε τον δίσκο στο στούντιο του Κατσούλη.
-Ξέρω ότι πήγατε και στον Γιώργο Χειμωνά για βοήθεια.
Ναι. Μου είχε κάνει έναν περίπλοκο πόλεμο η μητέρα μου. Στα είπα πιο πριν αυτά. Και έκανα περίεργες σκέψεις για να τα βγάλω πέρα, να μπορέσω να ξεμπερδέψω το κουβάρι. Είχα χωρίσει και έμενα σε ένα σπίτι μόνη μου. Καθόμουν ξαπλωμένη στο χαλί, άκουγα τη Le Sacre du Printemps του Στραβίνσκι και έλεγα από μέσα μου: «Αυτό είναι το σπουδαιότερο μουσικό έργο του 20ου αιώνα». Και έτσι όπως το άκουγα ξανά και ξανά, αποφάσισα να πάω στον Χειμωνά. Πήγα στο γραφείο του και βρέθηκα στο σαλόνι του το οποίο ήταν διακοσμημένο με κάτι ξύλινα έπιπλα βασιλικά. Είχε πολλές καρέκλες, την μία πίσω απ’ την άλλη. Για να διαλέγει ο ασθενής πού ήθελε να καθίσει. Αφού του εξιστόρησα όλη την ιστορία μου, τον ρώτησα στο τέλος το εξής: «Το αίτημα μου είναι ένα μετά από όλα αυτά. Θα τρελαθώ;». Αφού τελειώσαμε, με ξεπροβόδισε στην πόρτα και καθώς την πιάνει από τις δύο κάσες, μου απαντά: «Μπορεί να πάσχεις από οτιδήποτε, όμως είσαι τρομερά δυνατή. Και να ξέρεις κάτι. Δεν πρόκειται να τρελαθείς ποτέ». Έφυγα, δεν ξαναπήγα.
-Μου βγάζετε μια ζεστασιά, μια γλύκα και μια έντονη συναισθηματικότητα. Θα θέλατε να έχετε ένα παιδί, να μεταδώσετε όλα όσα κρύβετε στη ψυχή σας;
Πάρα πολύ. Μου λείπει ένα παιδί. Δεν τα κατάφερα να αποκτήσω.
-Γιατί κάνουν παιδιά οι άνθρωποι;
Εγώ ακόμα ψάχνω γιατί ζούμε σε αυτή τη γη. Πώς ήρθαμε; Γιατί ήρθαμε; Ψάχνω τις απαντήσεις.
-Πιστεύετε στον Θεό;
Ναι. Πιστεύω σε μια ανώτερη δύναμη με την οποία επικοινωνούμε βαθιά, αν θέλουμε.
-Ας περάσουμε στα μουσικά. Πρώτη φορά συνεργαστήκατε με την Μαρία Φαραντούρη δισκογραφικά το 2000, στην Τρίτη Πόρτα. Πώς γεννήθηκε αυτός ο δίσκος;
Ο δίσκος αυτός γεννήθηκε σε μια περίοδο της ζωής μου που την ονομάζω Μεσαίωνα. Ήταν μια περίοδος σκοταδιού. Τότε, ο φίλος μου ο στιχουργός Θόδωρος Ποάλας μου εξομολογήθηκε ότι υπήρχε ενδιαφέρον από την Μαρία Φαραντούρη για μια συνεργασία. Ήρθαμε σε επαφή και αποφασίσαμε να κάνουμε τον δίσκο σε δικούς του στίχους και σε ερμηνεία της Φαραντούρη. Στον δίσκο συμμετείχε ερμηνευτικά και με δύο τραγούδια ο Γιώργος Νταλάρας. Όμορφη δουλειά. Είχε ένα διαφορετικό ύφος σε σχέση με όσα είχα γράψει ως τότε. Η μουσική μου ακολούθησε λαϊκούς δρόμους.
-Τι σας μάγεψε στην Μαρία Φαραντούρη;
Τα vibes της φωνής της. Η φωνή της Μαρίας με συντάραζε ολόκληρη. Ήταν ένα ζεστό κύμα που καρφωνόταν στο στήθος μου και χυνόταν σε όλο μου το σώμα. Την Μαρία Φαραντούρη δεν την άκουγα μόνο ως ακροάτρια αλλά και ως μουσικός. Άσε που η ποιότητα της φωνής της εξελίσσεται με τα χρόνια. Και αν παρατηρήσεις, μετά τον Μίκη Θεοδωράκη, άνοιξε ακόμα πιο πολύ τους ορίζοντες της. Έχει αναδείξει δυνατότητές τρομερές. Στα Σπαράγματα, φαίνεται αυτό που σου λέω. Είναι αποκαλυπτική.
-Προέρχεστε από την ηλεκτρονική μουσική. Η Μαρία Φαραντούρη προέρχεται από το λυρικό τραγούδι. Αυτή η ένωση τί γεννάει μεταξύ σας;
Γεννάει μια ιμπρεσιονιστική κατάσταση μεταξύ μας. Μια μέθεξη.
-Αυτή η μέθεξη γέννησε και τα Σπαράγματα;
Βέβαια. Στα Σπαράγματα ο αρχαίος ποιητικός λόγος μέσα από τη μουσική που έγραψα έγινε σύγχρονος, χωρίς όμως να παύει να απεικάζει την αρχαιότητά του. Το έργο αυτό γεννήθηκε μέσα στη πανδημία. Και η σταδιακή του εξέλιξη μας κράτησε ζωντανούς. Εμένα, τον Θάνο Τσακνάκη, την Μαρία Φαραντούρη, τον Στέργιο Τσιρλιάγκο. Φροντίσανε για εμάς οι ποιήτριες που της βγάλαμε από την αφάνεια. Ζήσανε αυτές ξανά, ζήσαμε και εμείς.
-Μέσα σε αυτά τα ποιήματα, τα Σπαράγματα, κρύβονται θέματα μεγάλα και ταυτόχρονα διαχρονικά. Πώς τα αναλογίζεστε;
Η ακρόαση αυτών των δημιουργημάτων δίνει χαρά και ταυτόχρονα δημιουργεί εποικοδομητικό προβληματισμό στον ακροατή. Τα Σπαράγματα, παρότι είναι γραμμένα χιλιάδες χρόνια πριν, είναι σαν να γράφτηκαν αύριο. Και όλο αυτό ξετυλίγεται σε ένα ακουστικό και αφηγηματικό δρώμενο που έχει έντονη θεατρικότητα και ατμοσφαιρικότητα, χρωματίζοντας τα θέματα αυτά.
-Σπουδαίο είναι και το θέμα σχετικά με την αθανασία της ψυχής που διατρέχει τις Μοίρες.
Λ.Π.: Είναι ένα αγαπημένο μουσικό έργο. Αντιμετώπισα τον λόγο του Πλάτωνα με μια ηλεκτρονική μουσική ματιά αλλά βάζοντας ταυτόχρονα και συμφωνικές πινελιές. Εδώ, θέλω να σταθώ στον Στάθη Καραπάνο, τον σπουδαίο διεθνή σολίστα στο φλάουτο. Ο Στάθης δίνει απλόχερα την αναπνοή του με το φλάουτο, μέσα στα ηλεκτρονικά όργανα. Αντιπροσωπεύει με την παρουσία και την ανάσα του τον άνθρωπο που παλεύει την Άτροπο. Αλλά να στα πει εκείνος καλύτερα.
Σ.Κ.: Περάσαμε πολλά για να φτάσουμε εδώ και να ολοκληρωθεί αυτό το έργο. Αρχικά, ήρθα σε επικοινωνία με την Λένα Πλάτωνος και της πρότεινα να συνεργαστούμε. Να ενώσουμε τον δικό της μουσικό κόσμο με το δικό μου κόσμο, που υπάρχει το φλάουτο. Στη συνέχεια, προχωρήσαμε στην προσέγγιση της Πολιτείας του Πλάτωνα. Περίπου τρία χρόνια το συζητούσαμε και το δουλεύαμε. Όμως, όλο κάτι συνέβαινε και δεν μπορούσαμε να το πραγματοποιήσουμε. Ώσπου φτάσαμε εδώ, λίγες μέρες πριν την συναυλία. Πρόκειται για ένα μουσικό έργο εντελώς πρωτοποριακό, κάτι που δεν έχει υλοποιηθεί ξανά.
-Θα ακουστεί και το Σαμποτάζ, ο θρυλικός σας δίσκος;
Θα ακουστούν τρία τραγούδια από το Σαμποτάζ αλλά και η αγαπημένη Ρόζα Ροζαλία της Λιλιπούπολης. Τα τραγούδια αυτά θα βρεθούν ανάμεσα στα Σπαράγματα και τις Μοίρες. Το αγαπώ πολύ το Σαμποτάζ. Θυμάμαι, όταν τον δούλευα στο στούντιο, είχα δοθεί τόσο πολύ συναισθηματικά που είχα εξαντληθεί εγκεφαλικά.
-Στη συναυλία θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά το τραγούδι Καινούργιοι Άνθρωποι που συνθέσατε σε στίχους του Νίκου Μωραΐτη και αποτελεί τον προπομπό μιας νέας ολοκληρωμένης δισκογραφικής δουλειάς. Μιλήστε μου για τον δίσκο αυτό.
Με τον Νίκο Μωραΐτη συνεργαζόμαστε ξανά μετά τον πρώτο μας δίσκο, το 9 στο Φως, που κυκλοφόρησε πέρυσι, περίπου τέτοιο καιρό. Ο νέος μας δίσκος είναι ένας δίσκος της απώλειας. Έχει ένα ύφος νουάρ που τον χαρακτηρίζει. Έντυσα λόγια του Νίκου με ηλεκτρονική μουσική αλλά σε ορισμένα κομμάτια έχω βάλει και κλασικά όργανα. Τον ευχαριστώ που μου έχει δώσει την δυνατότητα να συνεργαζόμαστε με ελευθερία. Όσον αφορά για το καινούργιο τραγούδι, το Καινούργιοι Άνθρωποι, είναι ένα διαφορετικό τραγούδι. Εξωστρεφές και ελπιδοφόρο. Ο δίσκος μας θα αποτελείται από δέκα τραγούδια με ερμηνεύτριες την Μαρία Φαραντούρη και την Δήμητρα Γαλάνη.
-Πώς νιώθετε για την διεργασία του δίσκου;
Εξαιρετικά. Χαίρομαι πολύ που γράφω μουσική και γεννιούνται νέα τραγούδια. Η μουσική κυκλοφορεί μέσα μου όπως το αίμα με αποτέλεσμα να μην σταματώ να γράφω.
-Εύχομαι να μην σταματήσετε ποτέ να γράφετε μουσική κυρία Πλάτωνος. Σας ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία που είχαμε.
Εγώ σε ευχαριστώ πολύ Χρήστο μου. Να είσαι καλά.
Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο
Διαβάστε περισσότερες συνεντεύξεις: εδώ

