Κάποτε, η ελληνική τηλεόραση δεν ήταν απλώς μια τυχαία απογευματινή ή βραδινή συνήθεια, εξαιτίας ενός «ζάπινκ», αλλά ένα σημείο συνάντησης των ανθρώπων. Ήταν αφορμή για συζητήσεις την επόμενη μέρα στο σχολείο ή στη δουλειά, μια κοινή γλώσσα γεμάτη ατάκες που ενσωματώνονταν στην καθημερινότητά μας -άλλωστε, πόσο τυχαίο είναι το γεγονός ότι οι ατάκες που ακούγονται ως και τις μέρες μας, είναι απ’ τις ένδοξες εποχές των 90s – 00s σειρών; Σήμερα, αν περιηγηθεί κανείς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή ακούσει τις συζητήσεις σε μια παρέα, το κλίμα μοιάζει διχασμένο. Το μεγαλύτερο κομμάτι των θεατών αντιμετωπίζει τη σύγχρονη εγχώρια μυθοπλασία με ένα βλέμμα απαξίωσης, κυνισμού και κάπου βαθιά, νοσταλγίας. Τι είναι όμως αυτό που μετέτρεψε την αγάπη μας για τις ελληνικές σειρές σε μια διαρκή αμφισβήτηση, και πόσο δίκαιοι είμαστε τελικά απέναντί τους;
Η βασική πηγή του προβλήματος, εντοπίζεται στη σύγκριση. Οι θεατές αναπολούν εποχές που οι σειρές είχαν εβδομαδιαία προβολή, προσεγμένα σενάρια, πρωτότυπους διαλόγους και μια ξεκάθαρη ταυτότητα, χωρίς το χάος της υπερανάλυσης, την ώρα που ο εγκέφαλος βλέπει σειρά για να ξεκουραστεί. Σήμερα, το κυρίαρχο μοντέλο απαιτεί καθημερινές προβολές (ή 4 – 5 επεισόδια την εβδομάδα). Αυτός ο καταιγιστικός ρυθμός παραγωγής αναγκαστικά θυσιάζει την ποιότητα. Όταν ένα συνεργείο και ένα καστ πρέπει να γυρίσουν εκατοντάδες λεπτά προγράμματος και απανωτών επεισοδίων, το αποτέλεσμα συχνά προδίδει βιασύνη: επαναλαμβανόμενοι διάλογοι που απλά «γεμίζουν» τον χρόνο, φτωχή σκηνοθεσία, σεναριακές ευκολίες, τραβηγμένες υποθέσεις και χαρακτήρες που αλλάζουν συμπεριφορά χωρίς κάποια δραματουργική λογική, δημιουργώντας πολλά ερωτηματικά αν τελικά η ζωή αντιγράφει την τηλεόραση ή το ανάποδο. Ο θεατής εισπράττει αυτή τη βιομηχανοποιημένη ταχύτητα ως «προχειροδουλειά» -και μάλλον όχι αδίκως.
Ένα άλλο τρωτό σημείο είναι η απώλεια της αμιγώς ελληνικής αυθεντικότητας. Μεγάλο μέρος
των σειρών που προβάλλονται τα τελευταία χρόνια αποτελεί διασκευή ξένων φορμάτ (λατινοαμερικάνικων, μεξικάνικων ή ισπανικών) ή υιοθετεί πλήρως τη δομή και τη δραματουργία των τουρκικών σίριαλ. Το μοντέλο με τους απαγορευμένους έρωτες, τις ατελείωτες οικογενειακές βεντέτες, τα κρυμμένα μυστικά, τις δραματικές παύσεις και τη βαριά, μελοδραματική μουσική υπόκρουση. Ωστόσο, δεν είναι όλα άσπρα ή μαύρα. Αν είμαστε ειλικρινείς, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν λαμπρές, στοχευμένες εξαιρέσεις. Ακόμη και μέσα σε αυτό το πλαίσιο των διασκευών ή του τουρκικού κόνσεπτ, υπάρχουν παραγωγές που η ελληνική απόδοση είναι εξαιρετική. Σκηνοθέτες, προσαρμοστές σεναρίου και ηθοποιοί κατάφεραν να «μπαλώσουν το ξενόφερτο» με τόσο ταλέντο και συναισθηματικό βάθος, που επανέφεραν εκείνο το ξεχασμένο συναίσθημα: την αγωνία του θεατή που περιμένει πώς και πώς το επόμενο επεισόδιο. Όταν μια διασκευή γίνεται με μεράκι, αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι το ίδιο το φορμάτ, αλλά ο τρόπος που το διαχειρίζονται οι συντελεστές, μπροστά και πίσω απ’ τις κάμερες. Ακόμη, κάποια πράγματα που ξεχωρίζουν είναι -μερικές- σειρές εποχής με υψηλά standards παραγωγής και προσεγμένη αισθητική, αλλά και οι μίνι σειρές που δημιουργήθηκαν για συνδρομητικές πλατφόρμες ή τη δημόσια τηλεόραση, με κινηματογραφική εικόνα.
Η αυστηρότητα απέναντι στην ελληνική τηλεόραση, δε σημαίνει ότι το κοινό της γύρισε την πλάτη. Ενεργοποιείται από την επιθυμία για σεβασμό στον χρόνο και τη νοημοσύνη του θεατή. Όταν η τηλεόραση αντιμετωπίζει τη μυθοπλασία ως κάτι υποδεέστερο, το κοινό θα απογοητεύεται. Όταν όμως δίνεται η ευκαιρία, ο χρόνος και το μεράκι -ακόμα και σε μια διασκευή- η ελληνική τηλεόραση αποδεικνύει ότι μπορεί ακόμα να καθηλώσει, να συγκινήσει και να δημιουργήσει πιστό κοινό. Δεν πέθανε, απλώς χρειάζεται πιο συχνά το θάρρος της ποιότητας.
Διαβάστε περισσότερες απόψεις: εδώ

