Οι «Βρίκελοι» του Γιώργου Χωματηνού είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που δύσκολα χωρούν σε μία μόνο κατηγορία. Σκοτεινό, παράξενο και ατμοσφαιρικό, δημιουργεί έναν κόσμο όπου ο μύθος, η λαϊκή παράδοση και η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα συναντιούνται με έναν τρόπο πρωτότυπο και απρόβλεπτο.
Από την πρώτη κιόλας σελίδα, ο συγγραφέας χτίζει μια αίσθηση μυστηρίου και δυσοίωνης αναμονής. Ένα αλλόκοτο σκηνικό, ένας μικρός τόπος που μοιάζει αποκομμένος από τον χρόνο και πρόσωπα που κουβαλούν τις δικές τους ματαιώσεις και εμμονές, συνθέτουν μια ιστορία που λειτουργεί ταυτόχρονα ως αφήγημα και ως σχόλιο πάνω στη νεοελληνική πραγματικότητα.
Ιδιαίτερα ξεχωρίζει η γλώσσα του Χωματηνού: πυκνή, ευρηματική και γεμάτη εικόνες. Η παράδοση δεν χρησιμοποιείται απλώς ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά γίνεται ζωντανό κομμάτι της αφήγησης και ένας τρόπος να φωτιστούν οι αντιφάσεις, οι φόβοι και τα ανολοκλήρωτα της ελληνικής κοινωνίας.
Οι «Βρίκελοι» είναι ένα απαιτητικό αλλά και γοητευτικό βιβλίο, με έντονη προσωπικότητα και ξεχωριστή γραφή. Μια σκοτεινή λογοτεχνική παραβολή που αφήνει πίσω της εικόνες, ερωτήματα και μια παράξενη αίσθηση που παραμένει και μετά το τέλος της ανάγνωσης.
Ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα για όσους αναζητούν ελληνική λογοτεχνία έξω από τα συνηθισμένα, με φαντασία, ατμόσφαιρα και ουσιαστικό υπόγειο σχόλιο.
Παρατήρηση: Αξιοσημείωτο ότι ο εκδοτικός (από τους λίγους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού) χρησιμοποιεί το πολυτονικό που δίνει άλλη αξία και αισθητική ομορφιά στο κείμενο, στοιχείο που θα λατρέψουν οι παθιασμένοι αναγνώστες.
Περιγραφή
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία· κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.
«Πέντε κλαράκια εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τὸν φτιάχνουν στὶς ζωγραφιές τους τὰ παιδιά· ἔτσι τὰ κάνεις, καὶ σπᾶνε. Τὴ λένε Σμαρὼ καὶ εἶναι μάντισσα, εἶναι γυναίκα καὶ εἶναι μόνη. Ἔχει μπεῖ ἀπὸ ὥρα σ’ ἕναν τόπο ὅπου τίποτα δὲν διαταράσσεται, τίποτα δὲν σαλεύει. Ὅπως στὴν κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος, ὅπου πατήθηκαν τὰ ἔθνη σὰν τσαμπιὰ ἀπὸ σταφύλια, ἔτσι κι ἐδῶ, ἡ Σμαρὼ πατάει πάνω σὲ θρύψαλα ἀνθρώπινων ὀνείρων. Ἐδῶ οἱ μεγάλες ματαιώσεις, ἐδῶ οἱ χαμένες περιπτώσεις, τὰ σχεδόν, τὰ παραλίγο, ἡ μεγάλη αἴθουσα τῶν ἀπολεσθέντων τοῦ Κόσμου ἐδῶ: ἰδοὺ τὸ σελάχι μὲ τὰ πινέλα του κι ὁ τάφος τοῦ Θεόφιλου Κεφάλα, ἰδοὺ τὰ δέκα βήματα τῆς Φραγκογιαννοῦς μέχρι τὸν Ἅγιο Σώστη, ἰδοὺ οἱ ρεκλάμες τοῦ Δεδούσαρου καὶ τοῦ γερο-Σπαθάρη, πάνω σὲ φτηνὸ χαρτὶ τοῦ μέτρου, ὑπόλευκο σὰν τὸν κάμπο τῶν λευκῶν ληκύθων, νά καὶ τὸ σκηνικὸ σὲ σχῆμα καρδιᾶς, ποὺ ἀπὸ πίσω του ἔβγαζαν ἀναμνηστικὲς φωτογραφίες οἱ πατεράδες καὶ οἱ θεῖοι μας ὡς νεοσύλλεκτοι φαντάροι. Τὸ δυσοίωνο τρίξιμο ποὺ ἀκούγεται ὁλοένα εἶναι ἀπὸ λαμαρίνες καραβιῶν ποὺ πιάστηκαν στὶς μασέλες τῆς Μεσογείου, ὅπως ἐκεῖνο τὸ γκαζάδικο ὅπου μπάρκαρε ὁ ἀρραβωνιαστικὸς τῆς Μανταλένας, ὁ Κυριάκος, καὶ πῆγε αὔτανδρο ἕνα βράδυ».
Βρίκελοι – Γιώργος Χωματηνός (Eκδόσεις Κίχλη): εδώ
Διαβάστε περισσότερα άρθρα για το βιβλίο: εδώ

