Μανταλένα Μαρία Διαμαντή: «Ίσως τελικά δεν χρειάζεται να κλείσουν όλες οι ρωγμές. Από κάποιες μπαίνει φως»

Διαβάζω εδώ και καιρό τα άρθρα και τις συνεντεύξεις της Μανταλένας Μαρίας Διαμαντή. Με έχει εντυπωσιάσει η συνεχής της παρουσία, η ποικιλία των θεμάτων που αναλαμβάνει αλλά και το βάθος που δίνει στην προσέγγιση τους. Συναντώντας  την από κοντά, σε μια περίοδο όπου η ίδια δουλεύει περισσότερο από ποτέ, κατάλαβα ότι είχα να κάνω με έναν  άνθρωπο που είναι δοσμένος στην δημοσιογραφία και το γράψιμο. Η ίδια, μου δήλωσε ότι είναι κυρίως επιλογή. Μια ανάγκη για δημιουργία και κίνηση. Μιλήσαμε σχεδόν για όλα σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη. Σήμερα, την φιλοξενώ στο yourearticles.

– Πώς θυμάσαι τα παιδικά σου χρόνια;

Κατασκευή-ιστοσελίδας-e-shop-smart-web

Τα θυμάμαι σαν ένα παλιό άλμπουμ φωτογραφιών που έχει μέσα και πολύ φως, πολλή αγάπη και κάποιες σκιές εξαιτίας του πρόωρου χαμού του πατέρα μου, όταν ήμουν ακόμη παιδί. Νομίζω ότι τα παιδικά χρόνια δεν τα θυμόμαστε ποτέ αντικειμενικά· τα ξαναδιαβάζουμε μέσα από τον άνθρωπο που έχουμε γίνει. Κρατώ πολύ έντονα την αίσθηση της οικογένειας, της ασφάλειας, της φαντασίας, τα βιβλία, τη μουσική, τα ταξίδια, εκείνη την εποχή που μπορούσες να πιστέψεις ότι ο κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος και πολύ πιο μαγικός απ’ όσο αποδεικνύεται αργότερα. Ίσως γι’ αυτό εξακολουθώ να προστατεύω μέσα μου ένα κομμάτι εκείνου του παιδιού. Δεν θα ήθελα ποτέ να γίνω τόσο «μεγάλη», ώστε να πάψω να εκπλήσσομαι, και δυστυχώς οι συνθήκες της ζωής σήμερα δεν σε αφήνουν να ξεφύγεις από αυτή την παγίδα. Κάθε φορά που θέλω να βρω τη γαλήνη μέσα μου, κλείνω τα μάτια μου κι ανατρέχω στα ανέμελα παιδικά μου χρόνια, στην αγκαλιά των γονιών μου, του παππού και της γιαγιάς μου.

– Ας πούμε ότι κλείνεις τα μάτια σου. Υπάρχει κάποια ισχυρή ανάμνηση που έρχεται κατευθείαν στο νου;

Έρχονται πολλές και δεν είναι απαραίτητα οι μεγάλες στιγμές για όσους τις ακούν, αλλά για εμένα είναι. Συχνά είναι μια μυρωδιά, ένα δωμάτιο, ένα φως από κάποιο παράθυρο, η φωνή ενός ανθρώπου που δεν υπάρχει πια. Η μνήμη έχει έναν παράξενο τρόπο να διασώζει όχι όσα θεωρούσαμε σημαντικά όταν συνέβαιναν, αλλά όσα άφησαν κάποιο ανεξήγητο αποτύπωμα μέσα μας. Και ίσως αυτή να είναι τελικά η πραγματική μας βιογραφία: όχι όλα όσα ζήσαμε, αλλά εκείνα που, για κάποιο λόγο, δεν μπορέσαμε ποτέ να ξεχάσουμε. Όπως τις φορές που ήμουν αποκοιμισμένη κι ένιωθα τον μπαμπά μου να μου δίνει ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο για καληνύχτα και να μένει εκεί η μυρωδιά του από τη φράουλα που μόλις είχε γευτεί και από το ανεπανάληπτο άρωμα του Gio’ του Armani. Ακόμα και σήμερα, όσες φορές βρίσκομαι σε χώρο όπου αισθάνομαι ότι υπάρχει κάπου αυτή η μυρωδιά, κατευθύνομαι μέχρι να βρω τον ιδιοκτήτη της. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται.

– Η σχέση με τους γονείς σου;

Πιστεύω βαθιά ότι οι γονείς είναι οι πρώτοι καθρέφτες μέσα στους οποίους κοιτάζει ένα παιδί τον εαυτό του. Από εκεί μαθαίνει, χωρίς καν να το αντιλαμβάνεται, τι σημαίνει αγάπη, ασφάλεια, εμπιστοσύνη, αποδοχή, αλλά και απώλεια. Όσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω περισσότερο πόσο καθοριστικό είναι το οικογενειακό αποτύπωμα. Δεν σημαίνει ότι είμαστε καταδικασμένοι να γίνουμε αυτό που μας δίδαξαν· σημαίνει όμως ότι από εκεί ξεκινά το νήμα. Και στη συνέχεια ο καθένας μας καλείται να αποφασίσει τι θα κρατήσει, τι θα συγχωρήσει, τι θα αλλάξει και τι θα μεταφέρει στα δικά του παιδιά. Από τους δικούς μου γονείς πήρα πολλή αγάπη, τόση που έχω να δίνω και για πολλές ζωές ακόμη. Το θέμα είναι, στις μέρες μας, ποιος μπορεί να τη διαχειριστεί. Διότι, για να τη διαχειριστείς, θα πρέπει να έχεις αποθέματα αγάπης κι εσύ ο ίδιος. Φυσικά και δεν μου έλειψαν τα υλικά αγαθά. Απεναντίας, μεγάλωσα προνομιούχα – στάθηκα τυχερή σε αυτό. Ωστόσο, αυτό δεν με κακόμαθε. Δεν ήμουν ποτέ το παιδί που θα ζητούσε κάτι. Ποτέ. Άλλωστε, για εμένα δεν έχει καμία αξία να ζητήσω κάτι. Αξία έχει να μου προσφερθεί απλόχερα και να προλάβει κάποιος την επιθυμία μου πριν την εκφράσω. Αυτό σημαίνει ότι είναι δίπλα μου και με νιώθει. Οπότε, δεν θα μπορούσα παρά να αναπτύξω αρμονικές σχέσεις με τους γονείς μου. Ήταν δίπλα μου και με αφουγκράζονταν. Τον μπαμπά μου τον είχα για δέκα χρόνια και μετά έφυγε για το αιώνιο ταξίδι. Οι τελευταίες του κουβέντες στο νοσοκομείο στη μαμά μου- ενώ ήταν πια με οξυγόνο- ήταν: « Πήγαινε δίπλα στο παιδί.» Κι έφυγε μια εβδομάδα μετά τη γιορτή μου.  Όμως, με έναν μαγικό τρόπο, νιώθω ότι τον κουβαλάω μέσα μου. Και μεγαλώνοντας, όλο και περισσότερο του μοιάζω στο μυαλό και στον χαρακτήρα. Ήταν η δική του «υπόσχεση» ότι θα επέστρεφε – όπως μου είχε πει τότε- στον τελευταίο μας αποχαιρετισμό. 

Μεγάλωσα με τη μαμά μου. Νέα κοπέλα ήταν τότε κι εκείνη. Αφιέρωσε τη ζωή της σε εμένα. Μεγάλωσε μαζί μου. Στάθηκε και στέκεται δίπλα μου στα όμορφα και στα δύσκολα. Κι εκεί που με είχε μοναχοπαίδι, με τον ερχομό του γιου μου και της κόρης μου απέκτησε ακόμη δύο παιδιά. Και γέμισε ακόμη πιο πολύ η αγκαλιά της αλλά και οι ευθύνες της. 

Με την μητέρα της

– Βίωσες σε τρυφερή ηλικία την απώλεια του πατέρα σου. Με ποιο τρόπο επηρεάζει έναν νεαρό άνθρωπο ένα τέτοιο γεγονός;

Η απώλεια ενός γονιού όταν είσαι ακόμη παιδί σε αναγκάζει να γνωρίσεις πολύ νωρίς κάτι για το οποίο κανένα παιδί δεν είναι πραγματικά προετοιμασμένο: ότι οι άνθρωποι που θεωρούμε αυτονόητο ότι θα είναι πάντοτε εκεί μπορεί ξαφνικά να λείψουν. Νομίζω πως κάπου εκεί τελειώνει βίαια ένα κομμάτι της παιδικής αθωότητας.

Ταυτόχρονα, όμως, συμβαίνει κάτι παράδοξο. Ο άνθρωπος που χάνεις αρχίζει να υπάρχει μέσα σου με έναν διαφορετικό τρόπο. Έχω πει και στο παρελθόν ότι, από τότε που έχασα τον πατέρα μου, νιώθω πως με κάποιον τρόπο παραμένει κοντά μου. Δεν μπορώ να αποδείξω τι συμβαίνει με την ψυχή όταν φεύγουμε. Ξέρω όμως ότι η αγάπη δεν υπακούει στους νόμους της φυσικής παρουσίας. Όταν αγαπήσουμε πραγματικά έναν άνθρωπο, συνεχίζει να υπάρχει μέσα στις επιλογές μας, στις αναμνήσεις μας, κάποιες φορές ακόμη και στον τρόπο που κοιτάζουμε τον κόσμο. Όπως είπα και πριν, τον μπαμπά μου όσο περισσότερο μεγαλώνω τον βρίσκω στις αποφάσεις μου, στις επιλογές μου. Από τα τραγούδια που θα ακούσω, ακόμη και στα ρούχα και στα υφάσματα που θα επιλέξω, διότι, λόγω της εταιρείας του, ήταν εξπέρ, σε όλα είναι εδώ «δίπλα μου»..

– Κλείνουν οι ρωγμές που ανοίγει μια τόσο προσωπική απώλεια;

Δεν ξέρω αν κλείνουν. Ίσως μαθαίνουμε να ζούμε μαζί τους. Υπάρχουν απουσίες που ο χρόνος δεν θεραπεύει με την έννοια ότι τις εξαφανίζει· τις μεταμορφώνει. Στην αρχή η απουσία είναι κραυγή, αργότερα γίνεται ψίθυρος. Δεν πονάς κάθε μέρα με τον ίδιο τρόπο, αλλά ξέρεις ότι υπάρχει ένα δωμάτιο μέσα σου στο οποίο ο συγκεκριμένος άνθρωπος θα κατοικεί πάντα.

Και ίσως τελικά δεν χρειάζεται να κλείσουν όλες οι ρωγμές. Από κάποιες μπαίνει φως.

– Έχεις πραγματοποιήσει ένα εύρος σπουδών. Οικονομικά, δημοσιογραφία και μουσική παραγωγή. Τι αποκόμισες;

Περισσότερο από τίτλους, αποκόμισα διαφορετικούς τρόπους να κοιτάζω το ίδιο πράγμα. Τα οικονομικά με δίδαξαν να σκέφτομαι με δομή, να αναζητώ τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Η δημοσιογραφία με έμαθε να ρωτώ και, κυρίως, να μην ικανοποιούμαι εύκολα από την πρώτη απάντηση. Η μουσική, από την άλλη, μου θύμισε κάτι εξίσου σημαντικό: ότι δεν ερμηνεύονται όλα με αριθμούς και λέξεις.

Πάντα με γοήτευε η συνάντηση λογικής και συναισθήματος. Δεν θεωρώ ότι το ένα αναιρεί το άλλο. Νομίζω ότι ο ολοκληρωμένος άνθρωπος χρειάζεται και τα δύο.

– Στα πρώτα βήματα της διαδρομής σου εργάστηκες σε αεροπορική και ναυτιλιακή εταιρεία. Πώς ήταν το κλίμα εκεί;

Ήταν ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος από εκείνον της δημοσιογραφίας, αλλά εξαιρετικά χρήσιμος. Στην αεροπορική εταιρεία εργάστηκα ως αεροσυνοδός στο μεσοδιάστημα των σπουδών μου. Προτίμησα να εργαστώ από το να κάθομαι. Αφού εκπαιδεύτηκα στη Lufthansa και πέρασα τις εξετάσεις, εργάστηκα στην Aegean για οκτώ μήνες και μετά παραιτήθηκα για να συνεχίσω στη σχολή δημοσιογραφίας. Ήταν μια εμπειρία που, αν γύριζα πίσω τον χρόνο, θα επαναλάμβανα σίγουρα. Εντελώς αντισυμβατική για εμένα και, όμως, μου έδινε μια αίσθηση ελευθερίας από το κλείσιμο σε ένα γραφείο – ειδικά μετά το απαιτητικό MBA. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών, τυχαία βρήκα θέση ως assistant operator και auditor στα disbursements. Δούλεψα εκεί για τέσσερα χρόνια, με μεγαλύτερη εταιρική πειθαρχία, συγκεκριμένη δομή και ευθύνη, καθώς διαχειριζόμουν εκατομμύρια, deadlines και συνεργασία με πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους. Οι πρώτες δουλειές σε μαθαίνουν συχνά πράγματα που καταλαβαίνεις πολύ αργότερα πόσο χρήσιμα ήταν.

Και ίσως με δίδαξαν και κάτι ακόμη: ότι μπορείς να μετατρέψεις όλα όσα έχεις συγκεντρώσει σε αφήγηση.

Από πολύ μικρή έγραφα για να αποτυπώνω σκέψεις και συναισθήματα. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι αυτό που έκανα ενστικτωδώς μπορούσε να γίνει τρόπος ζωής. Για μένα η δημοσιογραφία ήταν η φυσική συνάντηση δύο πραγμάτων που αγαπούσα πάντα: της γνώσης και της γραφής. Την περιόδο δε που τα παιδιά μου ήταν μικρά, η αρθρογραφία με διευκόλυνε να εργάζομαι από το σπίτι και να ρυθμίζω έτσι τον χρόνο μου ώστε να μην λείπω καθόλου από τα παιδιά μου και να μην αντιλαμβάνονται ότι δουλεύω. Τότε πήρα και την απόφαση της συγγραφής και των δύο βιβλίων μου. 

– Η σημασία της δημοσιογραφίας στη ζωή σου;

Είναι πολύ μεγαλύτερη από ένα επάγγελμα. Έχει επηρεάσει τον τρόπο που παρατηρώ τον κόσμο. Ένας δημοσιογράφος, ακόμη κι όταν δεν εργάζεται, παραμένει κάπως σε εγρήγορση. Ακούει μια φράση και σκέφτεται την ιστορία που κρύβεται πίσω της. Γνωρίζει έναν άνθρωπο και αναρωτιέται τι τον διαμόρφωσε. Βλέπει ένα γεγονός και ψάχνει τις αιτίες του.

Μερικές φορές αυτό είναι κουραστικό, αλλά δεν νομίζω ότι θα ήθελα να είμαι διαφορετική. Η δημοσιογραφία μού έχει δώσει ένα τεράστιο προνόμιο: την ευκαιρία να μαθαίνω διαρκώς.

– Υπάρχουν δημοσιογράφοι των οποίων το έργο αποτέλεσε ερέθισμα στον δικό σου τρόπο γραφής;

Φυσικά υπάρχουν άνθρωποι που θαυμάζω, αλλά δεν θέλησα ποτέ να αντιγράψω τη φωνή κανενός. Περισσότερο με επηρεάζει μια ολόκληρη σχολή δημοσιογραφίας, εκείνη στην οποία ένα άρθρο δεν ήταν απλώς πληροφορία αλλά σχεδόν ένα μικρό βιβλίο. Έρευνα, ιστορικό πλαίσιο, λεπτομέρεια, αφήγηση, εικόνα, συναίσθημα.

Με γοητεύουν οι δημοσιογράφοι που έχουν προσωπικό ύφος χωρίς να βάζουν το «εγώ» τους πάνω από το θέμα. Είναι λεπτή ισορροπία και ίσως αυτή είναι που αναζητώ κι εγώ.

– Με ποιο τρόπο λειτουργείς ως δημοσιογράφος όσον αφορά την προσέγγιση και την καταγραφή των θεμάτων που επιλέγεις;

Πρέπει πρώτα να με ενδιαφέρει πραγματικά κάτι. Δυσκολεύομαι να γράψω μηχανικά. Όταν επιλέγω ένα θέμα, θέλω να μπω όσο πιο βαθιά μπορώ σε αυτό, να αναζητήσω τις λεπτομέρειες που συνήθως μένουν στην άκρη και, κυρίως, να καταλάβω γιατί αυτή η ιστορία αξίζει να ειπωθεί.

Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα ο άνθρωπος πίσω από τον τίτλο, το αξίωμα, την επιτυχία ή την αποτυχία του. Εκεί συνήθως βρίσκεται το πραγματικό θέμα. Και προσπαθώ η πληροφορία να μη μένει ψυχρή· να αποκτά ρυθμό και αφήγηση χωρίς ποτέ να θυσιάζεται η ακρίβεια.

– Εδώ και μια δεκαετία αρθρογραφείς στο Klik. Τι είδους εμπειρίες έχεις αποκτήσει στα χρόνια αυτά και πώς έχεις σφυρηλατηθεί ως δημοσιογράφος;

Δέκα χρόνια είναι ένα μεγάλο κομμάτι ζωής. Έχω γράψει εκατοντάδες θέματα, έχω μελετήσει ανθρώπους από εντελώς διαφορετικούς χώρους, έχω πάρει πολλές πολλές συνεντεύξεις, έχω πειραματιστεί, έχω αλλάξει γνώμη για το πώς θα έγραφα κάτι ( διαβάζω τώρα κείμενά μου του 2016 και θα τα έγραφα με διαφορετικό τρόπο, αλλά η εμπειρία παίζει τον ρόλο της), μοιραία έχω εξελίξει τον τρόπο που γράφω.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι έμαθα να εμπιστεύομαι περισσότερο τη δική μου ματιά. Όταν ξεκινάς, αναρωτιέσαι συχνά αν γράφεις όπως «πρέπει». Με τα χρόνια αντιλαμβάνεσαι ότι το ζητούμενο δεν είναι να μοιάζεις με κάποιον άλλον, αλλά να αποκτήσεις μια φωνή την οποία ο αναγνώστης θα μπορεί κάποτε να αναγνωρίζει χωρίς καν να βλέπει την υπογραφή σου.

– Έχεις πάρει συνεντεύξεις από σπουδαίες προσωπικότητες. Κάποιες που ξεχωρίζεις;

Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω, γιατί κάθε άνθρωπος μου έχει δώσει κάτι διαφορετικό. Τότε από τη Σεμίνα Διγενή, τον Σταμάτη Κραουνάκη, τη Μαρία Φαραντούρη και τον Μανώλη Μητσιά μέχρι τον Μάριο Φραγκούλη, τον Δημήτρη Παπαδημητρίου  αλλά και διεθνή πρόσωπα από την τέχνη όπως τον Oscar Murillo, ευρωβουλευτές όπως την Ελίζα Βόζενμπεργκ και τον Νίκο Παπανδρέου, όπως πρόσφατα στη σειρά πολιτικών συνεντεύξεων vidcast, που προσεγγίζουν τον άνθρωπο πολιτικό. Ανάμεσά τους έχω φιλοξενήσει τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, κ. Χατζηδάκη, τον κ. Παύλο Μαρινάκη, τον υπουργό Υγείας, κ. Γεωργιάδη, τον υπουργό Μετανάστευσης, κ. Πλεύρη. Η κάθε συνάντηση είχε τη δική της δυναμική. Εκείνες που μένουν περισσότερο μέσα μου, πάντως, δεν είναι απαραίτητα οι συνεντεύξεις με το μεγαλύτερο όνομα. Είναι εκείνες στις οποίες κάποια στιγμή παύει να υπάρχει «δημοσιογράφος και συνεντευξιαζόμενος» και απέναντί σου βρίσκεται απλώς ένας άνθρωπος που αποφασίζει να σου πει κάτι αληθινό.

– Κομβική είναι η γνωριμία και η συνεργασία σου με τον Άρη Τερζόπουλο. Πώς έχει εξελιχθεί μέσα στα χρόνια;

Η γνωριμία μας υπήρξε πράγματι καθοριστική για τη δημοσιογραφική μου πορεία. Όταν συναντηθήκαμε ξανά το 2016 για να συζητήσουμε το ενδεχόμενο συνεργασίας, μου ζήτησε να του στείλω ένα κείμενο χωρίς περιορισμό θεματολογίας ή έκτασης. Του έστειλα ένα μεγάλο αφιέρωμα για τον Τζον Κένεντι Τζούνιορ. Εκείνο το κείμενο υπήρξε ουσιαστικά η αρχή.

Λέω «ξανά», διότι με γνώριζε από παιδί, καθώς είχε συνεργαστεί με τον πατέρα μου, που είχε την αντιπροσωπεία της εταιρείας με τα μαγιό Jantzen στην Ελλάδα και έδινε διαφήμιση στα περιοδικά του, όπως στη Γυναίκα. Γνωριζόμασταν, λοιπόν, οικογενειακώς, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Για κάποια χρόνια χαθήκαμε, οπότε, όταν πήγα στο γραφείο του, δεν κατάλαβε ποια είμαι και δεν του το είπα, γιατί δεν ήθελα να επωφεληθώ της γνωριμίας. Ήθελα να δω αν θα έπαιρνα από μόνη μου τη θέση. Λίγο καιρό αργότερα, αφού είχα ήδη γράψει κάποια θέματα για το Klik, του πήγα ένα τεύχος της Γυναίκας και του έδειξα τα μαγιό. Τότε, σε συσχετισμό με το ονοματεπώνυμό μου, κατάλαβε ποια ήμουν.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η σχέση εξελίχθηκε από μια επαγγελματική συνεργασία σε μια σχέση εμπιστοσύνης. Ο Άρης Τερζόπουλος έχει έναν τρόπο να σου επιτρέπει να αναζητήσεις τη δική σου φωνή χωρίς να σου την επιβάλλει. Και το θεωρώ πολύ σημαντικό ότι είχε διακρίνει πολύ νωρίς τη σχέση μου με τη συγγραφή· πριν ακόμη γράψω το πρώτο μου βιβλίο, μου είχε πει ότι κάποια στιγμή θα γράψω βιβλία. Τελικά είχε δίκιο. Σου δίνει χώρο και χρόνο να εξελιχθείς μέσα στον τόσο ανταγωνιστικό χώρο των media. Είναι τύχη και τιμή να έχεις συνεργαστεί μαζί του.

Αυτή την περίοδο αρθρογραφείς παράλληλα σε τρία διαφορετικά sites, ενώ έχεις αναπτύξει έντονη δραστηριότητα και στις πολιτικές συνεντεύξεις. Πόσο απαιτητικό είναι να υπηρετείς διαφορετικές θεματολογίες και διαφορετικά αναγνωστικά κοινά μέσα στην ίδια ημέρα;

Είναι απαιτητικό, δεν θα μπορούσα να πω το αντίθετο, γιατί ουσιαστικά μέσα στην ίδια ημέρα καλούμαι να κινούμαι ανάμεσα σε αρκετά διαφορετικούς δημοσιογραφικούς κόσμους. Στο KLIK έχω τη στήλη μου, Spotlight, όπου ασχολούμαι κυρίως με αφιερώματα γύρω από πρόσωπα και θέματα της διεθνούς επικαιρότητας, αλλά και με ψυχολογία και κείμενα άποψης. Παράλληλα, έχω το Fine Living στο mikrometoxos.gr, με μια εντελώς διαφορετική θεματολογική ταυτότητα, που κινείται γύρω από το luxury, τη μόδα, σημαντικά πρόσωπα και ιστορίες που έχουν ενδιαφέρον πέρα από την επιφάνειά τους. Πλέον γράφω αφιερώματα και κείμενα άποψης και για την Popaganda, όπου έχω και την εκπομπή μου, «Προσωπικά Δεδομένα». Είναι διαφορετικές δημοσιογραφικές γλώσσες και αυτό είναι ίσως το πιο απαιτητικό κομμάτι, αλλά ταυτόχρονα και εκείνο που κρατά τη δουλειά μου διαρκώς ενδιαφέρουσα.

Το τελευταίο, πρόκειται  για μια σειρά πολιτικών συνεντεύξεων, με τη διαφορά ότι εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι να μη μένουμε αποκλειστικά στην πολιτική ιδιότητα του καλεσμένου. Θέλουμε να αναζητούμε περισσότερο το πρόσωπο πίσω από τον πολιτικό, τον άνθρωπο πίσω από το αξίωμα. Είναι μια προσέγγιση που είχα ήδη ξεκινήσει στα vidcasts του Klik και ήθελα να εξελίξω ακόμη περισσότερο. Μέχρι σήμερα έχω φιλοξενήσει, μεταξύ άλλων, τον κ. Κωστή Χατζηδάκη, τον κ. Παύλο Μαρινάκη, τον κ. Άδωνι Γεωργιάδη, τον κ. Θάνο Πλεύρη και τον κ. Κωνσταντίνο Κυρανάκη.

Όλα αυτά σημαίνουν αρκετές ώρες δουλειάς, έρευνας και προετοιμασίας και, φυσικά, απαιτούν πολύ καλό προγραμματισμό. Δεν είναι εύκολο να περνάς από ένα θέμα διεθνούς επικαιρότητας σε ένα κείμενο ψυχολογίας, από εκεί σε ένα αφιέρωμα για το Fine Living και στη συνέχεια να προετοιμάζεσαι για μια πολιτική συνέντευξη. Από την άλλη, αυτή ακριβώς η εναλλαγή είναι που κρατά για εμένα τη δημοσιογραφία ζωντανή και ενδιαφέρουσα.

Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ πολύ αυτό που κάνω και γι’ αυτό δεν αισθάνομαι τη δουλειά μου ως αγγαρεία. Τη νιώθω περισσότερο ως τρόπο ζωής. Ακόμη και στις διακοπές μου συνέχιζα να αρθρογραφώ, όχι επειδή κάποιος με υποχρέωνε, αλλά επειδή δεν ήθελα να αφήνω πίσω τις στήλες μου. Όταν έχεις συνηθίσει να παρατηρείς, να διαβάζεις, να αναζητάς ιστορίες και να γράφεις, δεν υπάρχει πραγματικά ένας διακόπτης που κλείνει επειδή βρίσκεσαι σε διακοπές.

Πιστεύω ότι μόνο όταν αγαπάς πραγματικά κάτι μπορείς να το εξελίξεις και, μέσα από αυτό, να εξελιχθείς κι εσύ. Σίγουρα υπάρχουν ημέρες που ο φόρτος είναι πολύ μεγάλος, όμως έχω μάθει ότι με σωστό προγραμματισμό μπορείς να διαχειριστείς πολύ περισσότερα από όσα αρχικά φαντάζεσαι. Και ίσως τελικά, όταν αγαπάς πραγματικά τη δουλειά σου, δεν μετράς τόσο τις ώρες που της αφιερώνεις. Μετράς περισσότερο όσα εξακολουθεί να σου δίνει.

Αν κάποιος έβλεπε μόνο το τελικό αποτέλεσμα —τα άρθρα, τις συνεντεύξεις, τα vidcasts— ίσως να μην αντιλαμβανόταν τον όγκο δουλειάς που υπάρχει πίσω από όλα αυτά. Τι δεν βλέπει ο κόσμος από τη σημερινή επαγγελματική σου καθημερινότητα;

Δεν βλέπει κυρίως όλα όσα προηγούνται. Ένα άρθρο μπορεί να διαβαστεί σε πέντε ή δέκα λεπτά, αλλά πίσω του μπορεί να υπάρχουν ώρες έρευνας, διασταύρωσης πληροφοριών, ανάγνωσης ξένου Τύπου, αναζήτησης πηγών και, φυσικά, γραφής. Αντίστοιχα, μια συνέντευξη που ο θεατής βλέπει ολοκληρωμένη σε λιγότερο από μία ώρα έχει πίσω της πολύ μεγαλύτερη προετοιμασία. Προσωπικά, θέλω να γνωρίζω όσο το δυνατόν περισσότερα για τον άνθρωπο που πρόκειται να συναντήσω. Δεν μου αρκεί ένα βιογραφικό και μια σειρά από ερωτήσεις που θα μπορούσαν να απευθυνθούν στον οποιονδήποτε.

Υπάρχει επίσης ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς που δεν φαίνεται ποτέ: τα τηλεφωνήματα, η επικοινωνία, ο συντονισμός, τα μηνύματα και τα emails, οι αλλαγές της τελευταίας στιγμής, τα deadlines και, κυρίως, η ανάγκη να παρακολουθείς διαρκώς την επικαιρότητα. Στη δημοσιογραφία μπορεί να έχεις οργανώσει τέλεια την ημέρα σου και μία είδηση να ανατρέψει μέσα σε λίγα λεπτά ολόκληρο το πρόγραμμά σου.

Αυτό που ίσως δεν φαίνεται περισσότερο, όμως, είναι ότι το μυαλό σπάνια σταματά να δουλεύει. Μπορεί να βρίσκομαι σε μια εντελώς άσχετη στιγμή της ημέρας και μια φράση που θα ακούσω, μια εικόνα, κάτι που θα διαβάσω ή μια συζήτηση να γίνει η αφετηρία για το επόμενο θέμα. Έχω σημειώσει ιδέες στο κινητό μου στις πιο απίθανες στιγμές. Η δημοσιογραφία έχει αυτή την ιδιαιτερότητα: δεν τελειώνει ακριβώς όταν κλείνεις τον υπολογιστή.

Και βέβαια υπάρχει η προσωπική ζωή, τα παιδιά μου, οι δικοί μου άνθρωποι  και όλα όσα υπάρχουν έξω από τη δουλειά. Εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση: όχι απλώς να προλάβεις τα πάντα, αλλά να είσαι πραγματικά παρούσα σε όλα. Δεν το πετυχαίνω πάντοτε στον βαθμό που θα ήθελα – δεν νομίζω ότι το καταφέρνει κανείς. Προσπαθώ όμως να έχω πρόγραμμα, πειθαρχία και να θυμάμαι ότι πίσω από κάθε τελικό αποτέλεσμα που φαίνεται εύκολο υπάρχει συνήθως πολλή δουλειά που δεν χρειάζεται να φαίνεται. Ίσως, μάλιστα, όταν έχει γίνει σωστά, αυτό είναι και το ζητούμενο: ο αναγνώστης ή ο θεατής να βλέπει το αποτέλεσμα, όχι τον κόπο που χρειάστηκε για να φτάσεις σε αυτό.

Αυτή την περίοδο δουλεύεις ίσως περισσότερο από ποτέ. Είναι επιλογή, ανάγκη ή ένας τρόπος να βρίσκεσαι διαρκώς σε κίνηση;

Θα έλεγα ότι είναι κυρίως επιλογή. Μου αρέσει να δημιουργώ, να βρίσκομαι σε κίνηση, να έχω καινούργιους στόχους και πράγματα που με ενθουσιάζουν. Και, για να είμαι ειλικρινής, έχω ακόμη πολλά που θα μπορούσα και, κυρίως, θα ήθελα να κάνω. Δεν αισθάνομαι ότι έχω φτάσει σε κάποιο σημείο στο οποίο μπορώ να επαναπαυτώ — ούτε θα το ήθελα.

Υπάρχουν ιδέες που δεν έχω ακόμη προλάβει να υλοποιήσω, άνθρωποι με τους οποίους θα ήθελα να συνομιλήσω, διαφορετικές δημοσιογραφικές διαδρομές που θέλω να εξερευνήσω και πράγματα που θα ήθελα να δοκιμάσω και στη συγγραφή. Όσο περνούν τα χρόνια, μάλιστα, αντί να μικραίνει η λίστα, έχω την αίσθηση ότι μεγαλώνει. Γιατί όσο περισσότερο γνωρίζεις έναν χώρο, τόσο περισσότερες δυνατότητες ανακαλύπτεις μέσα σε αυτόν.

Δεν δουλεύω πολύ για να γεμίζω απλώς τον χρόνο μου. Δουλεύω πολύ γιατί εξακολουθώ να έχω περιέργεια και φιλοδοξίες και γιατί αγαπώ πραγματικά αυτό που κάνω. Υπάρχουν ακόμη πολλά πράγματα που θέλω να δημιουργήσω και αισθάνομαι ότι έχω πολύ δρόμο μπροστά μου. Και αυτό, αντί να με αγχώνει, με κινητοποιεί.

Δεν με ενδιαφέρει τόσο να φτάσω σε έναν συγκεκριμένο προορισμό και να πω «τα κατάφερα». Προτιμώ να αισθάνομαι ότι εξελίσσομαι, ότι δοκιμάζω καινούργια πράγματα και ότι δεν επαναλαμβάνω απλώς όσα έχω ήδη κάνει. Ίσως γι’ αυτό, αν με ρωτούσες αν θα μπορούσα να προσθέσω κάτι ακόμη σε όλα όσα κάνω σήμερα, η απάντηση θα ήταν ναι. Γιατί έχω ακόμη πολλά που θέλω να κάνω και ακόμη περισσότερα που δεν έχω φανταστεί.

Στη διαδρομή σου έχεις συναντήσει ανθρώπους με εξουσία, αναγνωρισιμότητα και σημαντικές επιτυχίες. Πέρα όμως από τίτλους και αξιώματα, τι είναι αυτό που σε κάνει να θαυμάσεις πραγματικά έναν άνθρωπο;

Η ποιότητά του. Και αυτή, όσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω ότι δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με τους τίτλους που προηγούνται του ονόματός του ή με το πόσοι άνθρωποι τον αναγνωρίζουν όταν μπαίνει σε έναν χώρο. Έχω γνωρίσει πολύ επιτυχημένους και ισχυρούς ανθρώπους και εκείνο που τελικά θυμάμαι από αυτούς είναι πολύ πιο απλό: πώς σου μίλησαν, πώς συμπεριφέρθηκαν στους ανθρώπους γύρω τους, αν είχαν ευγένεια χωρίς να χρειάζεται να την επιδείξουν, αν μπορούσαν πραγματικά να ακούσουν.

Με εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα οι άνθρωποι που έχουν καταφέρει πολλά και δεν αισθάνονται την ανάγκη να στο υπενθυμίζουν. Εκείνοι που διαθέτουν αυτοπεποίθηση χωρίς αλαζονεία, δύναμη χωρίς επίδειξη και γνώση χωρίς να θεωρούν ότι γνωρίζουν τα πάντα. Θεωρώ ότι η πραγματική καλλιέργεια φαίνεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεις έναν άνθρωπο από τον οποίο δεν έχεις τίποτα να κερδίσεις.

Θαυμάζω επίσης τη συνέπεια. Τους ανθρώπους που ο λόγος τους έχει αξία, που παραμένουν οι ίδιοι ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται απέναντί τους και που δεν αλλάζουν συμπεριφορά ανάλογα με το αξίωμα ή τη χρησιμότητα του άλλου. Για εμένα αυτό λέει πολύ περισσότερα για έναν χαρακτήρα από οποιοδήποτε βιογραφικό.

Ίσως τελικά, έχοντας συναντήσει ανθρώπους με τόσο διαφορετικές διαδρομές, έχω πάψει να εντυπωσιάζομαι εύκολα από την επιτυχία ως εικόνα. Με ενδιαφέρει περισσότερο τι άνθρωπος παρέμεινε κάποιος αφού την απέκτησε. Γιατί το να φτάσεις ψηλά είναι ασφαλώς σημαντικό. Το να φτάσεις ψηλά και να μη χρειαστεί να μικρύνεις κανέναν για να αισθανθείς εσύ μεγάλος, το θαυμάζω πολύ περισσότερο.

Με τους Κωστή Χατζιδάκη & Παύλο Μαρινάκη

Όταν κλείνουν οι κάμερες και τελειώνει μια συνέντευξη, ποιο είναι το στοιχείο που σε κάνει να σκεφτείς: «Αυτόν τον άνθρωπο θα τον θυμάμαι»;

Η αλήθεια του. Υπάρχει σχεδόν πάντα μια στιγμή σε μια καλή συνέντευξη κατά την οποία ο άνθρωπος απέναντί σου ξεχνά για λίγο την κάμερα, τον τίτλο, την ιδιότητα και ίσως ακόμη και την εικόνα που έχει συνηθίσει να παρουσιάζει προς τα έξω. Μπορεί να είναι μια απάντηση που δεν είχε προετοιμάσει, μια σιωπή πριν μιλήσει, μια προσωπική εξομολόγηση ή ακόμη κι ένα βλέμμα. Εκείνη τη στιγμή αισθάνομαι ότι αρχίζει η πραγματική συνέντευξη.

Δεν με εντυπωσιάζει τόσο μια άψογη απάντηση. Με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο μια αληθινή απάντηση. Άλλωστε, οι άνθρωποι που έχω απέναντί μου πολλές φορές έχουν δώσει δεκάδες ή εκατοντάδες συνεντεύξεις και είναι εξοικειωμένοι με τις κάμερες. Η πρόκληση για εμένα είναι να καταφέρουμε κάποια στιγμή να ξεφύγουμε από όσα έχουν ήδη ειπωθεί.

Και πολλές φορές αυτό που θυμάμαι περισσότερο συμβαίνει όταν οι κάμερες έχουν ήδη κλείσει. Μια κουβέντα που συνεχίζεται, ένα αστείο, μια αυθόρμητη αντίδραση, ο τρόπος που κάποιος θα μιλήσει στους συνεργάτες του ή θα συμπεριφερθεί στους ανθρώπους γύρω του. Εκεί φαίνονται πράγματα που καμία ερώτηση δεν μπορεί να αποκαλύψει.

Τελικά, δεν θυμάμαι τους ανθρώπους επειδή είχαν το σημαντικότερο αξίωμα ή το εντυπωσιακότερο βιογραφικό. Τους θυμάμαι όταν, φεύγοντας από τη συνάντησή μας, αισθάνομαι ότι για λίγο γνώρισα κάτι από τον πραγματικό άνθρωπο πίσω από όλα αυτά. Για εμένα, εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη αξία μιας συνέντευξης.

– Πώς αντιλαμβάνεσαι τη σημερινή κατάσταση στα media;

Ζούμε μια παράδοξη εποχή. Δεν υπήρξε ποτέ περισσότερη πληροφορία και ταυτόχρονα ίσως ποτέ μεγαλύτερη δυσκολία στο να ξεχωρίσουμε ποια πληροφορία αξίζει την προσοχή μας. Η ταχύτητα έχει γίνει σχεδόν αυτοσκοπός. Πολλές φορές το ζητούμενο είναι να δημοσιευτεί κάτι πρώτο και όχι να δημοσιευτεί καλύτερα.

Δεν νοσταλγώ άκριτα το παρελθόν. Τα νέα μέσα έχουν ανοίξει εκπληκτικές δυνατότητες. Θεωρώ όμως ότι η μεγάλη πρόκληση της δημοσιογραφίας σήμερα είναι να μη θυσιάσει το βάθος για χάρη των clicks. Ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει ένα σύντομο κείμενο παντού. Για να μείνει σε εσένα, πρέπει να του προσφέρεις κάτι που δεν βρίσκει παντού.

Ευρωκοινοβούλιο το 2024 για συνεντεύξεις με Ευρωβουλευτές

– Σε προβληματίζει το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης όσον αφορά το πεδίο της δημοσιογραφίας;

Με προβληματίζει, αλλά δεν με φοβίζει με τον τρόπο που ίσως φοβίζει άλλους. Κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή δημιουργεί πρώτα ανησυχία και μετά νέους κανόνες. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο έρευνας, οργάνωσης και επεξεργασίας δεδομένων. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το εργαλείο συγχέεται με τον δημιουργό.

Ένα μηχάνημα μπορεί να οργανώσει πληροφορίες. Δεν έχει όμως ζήσει. Δεν έχει χάσει έναν άνθρωπο, δεν έχει ερωτευτεί, δεν έχει μεγαλώσει ένα παιδί, δεν έχει βρεθεί απέναντι σε έναν άνθρωπο την ώρα που εκείνος αποφασίζει να του αποκαλύψει κάτι. Η δημοσιογραφία που αξίζει να επιβιώσει δεν είναι απλή παραγωγή λέξεων. Είναι κρίση, εμπειρία, διαίσθηση, ευθύνη και ανθρώπινη ματιά. Και αυτά γίνονται πλέον ακόμη πιο πολύτιμα.

– Παράλληλα με τη δημοσιογραφία ασχολείσαι και με τη συγγραφή. Το πρώτο σου λογοτεχνικό παιδί ήταν οι «7 Λέξεις που Σημάδεψαν την Καρδιά Μου». Με ποια διαδικασία υλοποιήθηκε;

Γεννήθηκε πολύ οργανικά. Από μικρή έγραφα για να καταλάβω καλύτερα όσα ένιωθα. Παράλληλα, μέσα από τη δημοσιογραφία αγαπούσα πάντα να μελετώ τι έχουν πει σημαντικοί συγγραφείς και προσωπικότητες για τα μεγάλα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα να ενώσω επτά λέξεις που θεωρούσα καθοριστικές: έρωτας, αγάπη, μητρότητα, προδοσία, θλίψη, ελπίδα και ευτυχία. Δεν ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που δίνει συμβουλές. Ήθελα περισσότερο να συνομιλήσω με αυτές τις λέξεις μέσα από προσωπικές εμπειρίες και μέσα από τη σκέψη ανθρώπων που είχαν μιλήσει γι’ αυτές πριν από εμένα.

– Έχεις αναφέρει πως οι «καλύτεροι δάσκαλοι για τη συναισθηματική σου ανάπτυξη είναι ο γιος σου και η κόρη σου». Η έλευση των παιδιών έχει αλλάξει την αντίληψή σου στη ζωή; Έχει θέσει νέες προτεραιότητες;

Απολύτως. Πριν αποκτήσεις παιδιά, μπορείς να πιστεύεις ότι γνωρίζεις τι σημαίνει αγάπη. Η μητρότητα σε συστήνει σε μια άλλη εκδοχή της, πολύ πιο απόλυτη και πολύ πιο ευάλωτη ταυτόχρονα.

Ο γιος μου και η κόρη μου, μού με έμαθαν ότι δεν είμαι το κέντρο του κόσμου μου. Με έκαναν να σκέφτομαι περισσότερο το αύριο, όχι θεωρητικά αλλά προσωπικά: τι κόσμο θα τους παραδώσουμε, τι παράδειγμα τους δίνω, τι θα θυμούνται από εμένα όταν κάποτε θα έχουν τη δική τους ζωή. Και, το κυριότερο, με έμαθαν ότι μεγαλώνοντας ένα παιδί μεγαλώνεις ξανά κι εσύ μαζί του.

– Για τα παιδιά σου έγραψες το δεύτερο βιβλίο σου «Ο Άγγελος και το Κουτί της Πανδώρας»;

Ναι. Η αφετηρία ήταν τα παιδιά μου. Η ιδέα γεννήθηκε ένα καλοκαίρι, όταν διαβάζαμε μαζί ελληνική μυθολογία και σχεδόν ταυτόχρονα παρακολουθήσαμε στις ειδήσεις την έκρηξη στη Βηρυτό. Τα παιδιά άρχισαν να με ρωτούν τι είχε συμβεί και συνειδητοποίησα πόσο δύσκολο είναι να εξηγήσεις σε ένα παιδί τις μεγάλες τραγωδίες του κόσμου χωρίς να του αφαιρέσεις την αθωότητα.

Έτσι ξεκίνησα να αναζητώ έναν τρόπο να μιλήσω για τα μεγάλα γεγονότα των τελευταίων 110 χρόνων μέσα από τα μάτια των παιδιών. Και εκεί κατάλαβα κάτι που με συγκλόνισε: τις αποφάσεις της Ιστορίας τις παίρνουν οι μεγάλοι, αλλά πολύ συχνά το τίμημά τους το πληρώνουν τα παιδιά. Αυτό είναι ίσως και ο πυρήνας του βιβλίου.

– Πώς κρίνεις την επαφή των νέων με το διάβασμα;

Δεν πιστεύω ότι οι νέοι δεν αγαπούν το διάβασμα. Πιστεύω ότι ανταγωνιζόμαστε για την προσοχή τους με έναν ολόκληρο ψηφιακό κόσμο σχεδιασμένο ακριβώς για να τους την αποσπά. Το βιβλίο ζητά κάτι που γίνεται ολοένα πιο σπάνιο: σιωπή, χρόνο και συγκέντρωση.

Γι’ αυτό θεωρώ πολύ σημαντικό το παράδειγμα της οικογένειας. Δεν μπορείς να λες σε ένα παιδί «διάβασε» όταν δεν σε έχει δει ποτέ με ένα βιβλίο. Τα παιδιά ακούνε όσα τους λέμε, αλλά μαθαίνουν κυρίως από όσα μας βλέπουν να κάνουμε. Ίσως λοιπόν, αντί να τα κατηγορούμε ότι δεν διαβάζουν, πρέπει να τους θυμίσουμε πόσο μαγικό μπορεί να είναι το ταξίδι ενός βιβλίου.

– Σε τι κατάσταση βρίσκεται η σύγχρονη ελληνική κοινωνία;

Σε μια εποχή μεγάλης αντίφασης. Έχουμε περισσότερη πρόσβαση στη γνώση, περισσότερες δυνατότητες επικοινωνίας και περισσότερη ελευθερία σε πολλά επίπεδα, αλλά ταυτόχρονα μοιάζουμε συχνά πιο θυμωμένοι, πιο καχύποπτοι και πιο μόνοι.

Δεν πιστεύω, όμως, στις απόλυτες καταδίκες μιας κοινωνίας. Η Ελλάδα έχει περάσει πολλές δοκιμασίες και έχει έναν παράξενο τρόπο να επιβιώνει. Με ανησυχεί η απώλεια εμπιστοσύνης, η επιθετικότητα και η ευκολία με την οποία ο δημόσιος διάλογος γίνεται κραυγή. Εξακολουθώ όμως να πιστεύω ότι, όσο υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν στην παιδεία, στην αξιοπρέπεια, στην ενσυναίσθηση και στον ορθολογισμό, υπάρχει ελπίδα.

– Το τραγούδι που μιλάει για εσένα;

Αν έπρεπε να επιλέξω ένα, ίσως το τραγούδι που μου τραγουδούσε η μαμά μου όταν ήμουν μικρή.

«Τι να σου χαρίσω».

«Αχ, μην ακούς πια του καθένα την ψευτιά. Μη δίνεις βάση σ’ όλα εκείνα που σου λένε. Κανείς για σένα δε θα πέσει στη φωτιά. Εγώ θα σβήσω τους καημούς σου που σε καίνε.»

Τότε δεν καταλάβαινα τι έκρυβαν αυτοί οι στίχοι. Σήμερα τους νιώθω διαφορετικά. Και κάθε φορά που τους ακούω, είναι σαν να ακούω τη φωνή της μαμάς μου.

Ίσως γιατί τελικά, όσο μεγαλώνουμε, συνειδητοποιούμε πως οι άνθρωποι που κρατούν τον λόγο τους είναι σπάνιοι. Σε έναν κόσμο γεμάτο λόγια, λόγια, λόγια και υποσχέσεις, η συνέπεια είναι μια από τις μεγαλύτερες μορφές αγάπης. Οι αληθινοί άνθρωποι είναι λίγοι. Η ασυνέπεια κυριαρχεί… Κι εκείνοι που παίζουν με την εμπιστοσύνη ή τα συναισθήματα των άλλων δεν χάνουν μόνο έναν άνθρωπο. Χάνουν τη δική τους ευκαιρία να γίνουν, έστω για λίγο, πιο ανθρώπινοι.

Ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο μάθημα που μου έδωσε η μαμά μου, χωρίς ποτέ να χρειαστεί να μου κάνει διάλεξη. Μόνο με ένα τραγούδι. Τελικά οι πιο σημαντικές αλήθειες μένουν πάντα ίδιες. Οι άνθρωποι που αγαπούν πραγματικά δεν λένε πολλά. Είναι δίπλα μας και κρατούν τον λόγο τους.

– Η ταινία που σου άλλαξε τη ζωή;

Δεν ξέρω αν μια ταινία μπορεί κυριολεκτικά να αλλάξει τη ζωή μας, μπορεί όμως να αφήσει μέσα μας μια φράση, μια εικόνα, έναν τρόπο να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα. Το «Όσα παίρνει ο άνεμος» το είδα για πρώτη φορά όταν ήμουν αρκετά μικρή -μαθήτρια δημοτικού -και θυμάμαι ακόμη την τελευταία φράση της Σκάρλετ Ο’Χάρα, εκείνη την πίστη ότι το αύριο είναι μια άλλη μέρα.

Μου αρέσει αυτή η ιδέα. Όχι ως εύκολη αισιοδοξία, αλλά ως υπενθύμιση ότι καμία ήττα δεν χρειάζεται να είναι ο τελευταίος επίλογος της ιστορίας μας.

– Το βιβλίο που σε ταξίδεψε σε μαγικούς τόπους;

Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά, αλλά εδώ και χρόνια έχω ξεχωρίσει τη «Μάνα» της Περλ Μπακ. Το διάβασα όταν ακόμη δεν ήμουν μητέρα και θυμάμαι ότι με είχε συγκινήσει βαθιά. Μπορεί να μη με ταξίδεψε σε «μαγικούς τόπους», με την κυριολεκτική έννοια της ερώτησης, με ταξίδεψε όμως βαθιά μέσα στην ανθρώπινη φύση. Το ξεχώρισα γιατί μιλά για τη δύναμη μιας γυναίκας χωρίς να την παρουσιάζει ως άτρωτη. Την αφήνει να είναι ευάλωτη, αντιφατική, να κάνει λάθη και, παρ’ όλα αυτά, να συνεχίζει.

Σήμερα πιστεύω πως θα το διάβαζα διαφορετικά. Αυτό είναι, άλλωστε, ένα από τα θαύματα των καλών βιβλίων: οι σελίδες μένουν ίδιες, αλλά εμείς αλλάζουμε. Και κάθε φορά που επιστρέφουμε σε αυτές, διαβάζουμε στην πραγματικότητα και μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού μας.

– Πότε έκλαψες τελευταία φορά;

Δεν μετράω τα δάκρυα ούτε τα θεωρώ αδυναμία. Μπορεί να κλάψω από μια απώλεια, από μια συγκίνηση, από ένα παιδί, ακόμη και από μια μουσική που θα με βρει απροετοίμαστη, ή και από τα γέλια. Με τα χρόνια έχω καταλάβει ότι οι πιο δυνατοί άνθρωποι δεν είναι εκείνοι που δεν κλαίνε. Είναι εκείνοι που δεν φοβούνται αυτό που αισθάνονται και, όταν περάσει η στιγμή, μπορούν να συνεχίσουν.

– Πιστεύεις στον Θεό;

Ναι, πιστεύω. Η πίστη για εμένα είναι κάτι πολύ προσωπικό και δεν αισθάνομαι την ανάγκη ούτε να την αποδείξω ούτε να την επιβάλω. Υπάρχουν στιγμές στη ζωή στις οποίες η λογική μάς πηγαίνει μέχρι ένα σημείο και μετά μένει μια περιοχή που μόνο η πίστη, η ελπίδα ή η ανάγκη να υπάρχει ένα βαθύτερο νόημα μπορούν να αγγίξουν.

Ίσως τελικά πίστη είναι να αποδέχεσαι ότι δεν πρόκειται να έχεις όλες τις απαντήσεις και, παρ’ όλα αυτά, να συνεχίζεις να εμπιστεύεσαι τη ζωή.

– Τι είναι ο έρωτας;

Ο έρωτας είναι ίσως η πιο όμορφη ανατροπή της λογικής μας. Είναι εκείνη η στιγμή που ένας άνθρωπος αποκτά ξαφνικά δυσανάλογο χώρο μέσα στη σκέψη και στην καθημερινότητά σου. Μπορεί να σε κάνει γενναίο, παράλογο, ευάλωτο, δημιουργικό, κάποιες φορές και εντελώς ανόητο.

Δεν πιστεύω όμως ότι ο έρωτας από μόνος του αρκεί για να κρατήσει δύο ανθρώπους μαζί. Για να αντέξει στον χρόνο χρειάζεται να μεταμορφωθεί σε κάτι βαθύτερο: σε σεβασμό, θαυμασμό, τρυφερότητα, ελευθερία και επιλογή. Διαφορετικά μπορεί να είναι μια υπέροχη φωτιά, αλλά όλες οι φωτιές κάποτε σβήνουν.

– Η ευτυχία;

Η ευτυχία δεν είναι μόνιμη κατάσταση. Αν την περιμένουμε ως μια αδιάκοπη περίοδο στην οποία όλα είναι στη σωστή τους θέση, θα περάσουμε τη ζωή μας περιμένοντας κάτι που δεν υπάρχει.

Για εμένα βρίσκεται περισσότερο στις μικρές στιγμές στις οποίες, έστω για λίγο, δεν θα ήθελες να είσαι πουθενά αλλού. Στην υγεία των ανθρώπων σου, σε ένα γέλιο των παιδιών σου, σε μια θάλασσα, σε ένα βιβλίο, σε μια συζήτηση, σε ένα βλέμμα. Ίσως ευτυχία είναι τελικά να αναγνωρίζεις αυτές τις στιγμές την ώρα που συμβαίνουν και όχι χρόνια αργότερα.

– Τι άνθρωπος είναι η Μανταλένα Μαρία Διαμαντή;

Ένας άνθρωπος γεμάτος αντιθέσεις, όπως όλοι μας. Είμαι συναισθηματική αλλά ταυτόχρονα πολύ ορθολογική. Ρομαντική, αλλά όχι αφελής. Μπορώ να συγχωρήσω πολλά, αλλά όταν αισθανθώ ότι έχει χαθεί η αξιοπρέπεια ή η εμπιστοσύνη, μπορώ να κλείσω μια πόρτα και να μην την ξανανοίξω.

Θα έλεγα ότι είμαι «ήρεμη δύναμη». Δεν αγαπώ τις εντάσεις ούτε χρειάζομαι να κάνω θόρυβο για να υπάρχω. Προτιμώ να παρατηρώ, να καταλαβαίνω και μετά να αποφασίζω. Και εξακολουθώ, παρά όσα έχω δει και ζήσει, να πιστεύω ότι η καλοσύνη δεν είναι αδυναμία, αλλά να είμαι πιο επιφυλακτική.

Ποια ανθρώπινη αδυναμία συγχωρείς ευκολότερα και ποια δυσκολότερα;

Συγχωρώ ευκολότερα τα λάθη που γεννιούνται από φόβο, ανασφάλεια ή ακόμη και αδυναμία. Όλοι έχουμε στιγμές στις οποίες δεν στεκόμαστε στο ύψος του καλύτερου εαυτού μας. Μπορεί να πούμε κάτι που δεν έπρεπε, να πάρουμε μια λανθασμένη απόφαση, να φοβηθούμε, να μην τολμήσουμε. Έχω γίνει αρκετά επιεικής με την ανθρώπινη ατέλεια, ίσως γιατί μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις ότι κανείς δεν περνά τη ζωή του χωρίς να απογοητεύσει κάποια στιγμή ούτε τους άλλους ούτε τον ίδιο του τον εαυτό.

Δυσκολεύομαι, όμως, πολύ περισσότερο με την έλλειψη εντιμότητας. Με το συνειδητό ψέμα, τη χειραγώγηση και κυρίως με την προδοσία της εμπιστοσύνης. Γιατί άλλο είναι να κάνεις ένα λάθος και να έχεις το θάρρος να το αναγνωρίσεις και άλλο να γνωρίζεις ότι πληγώνεις ή εξαπατάς έναν άνθρωπο και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζεις.

Μπορώ να συγχωρήσω πολλά όταν απέναντί μου υπάρχει ειλικρινής μεταμέλεια. Η συγχώρεση, άλλωστε, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλα επιστρέφουν εκεί που ήταν. Μπορείς να συγχωρήσεις κάποιον και ταυτόχρονα να αποφασίσεις ότι δεν μπορεί πλέον να έχει την ίδια θέση στη ζωή σου.

Ίσως τελικά αυτό που δυσκολεύομαι περισσότερο να συγχωρήσω δεν είναι το ίδιο το λάθος, αλλά την απουσία ευθύνης απέναντί του. Γιατί όλοι δικαιούμαστε να κάνουμε λάθη. Εκείνο που μας χαρακτηρίζει είναι τι κάνουμε από τη στιγμή που καταλαβαίνουμε ότι τα κάναμε.

Αν η επιτυχία δεν μετριόταν με τίτλους, χρήματα ή αναγνωρισιμότητα, με τι θα την μετρούσες σήμερα;

Με την ελευθερία. Την ελευθερία να επιλέγεις πώς θέλεις να ζεις, με ποιους ανθρώπους θέλεις να μοιράζεσαι τον χρόνο σου, ποια πράγματα αξίζουν την ενέργειά σου και, κυρίως, ποια όχι. Για εμένα επιτυχία είναι να μη χρειάζεται να ζεις μια ζωή που δεν σου ταιριάζει μόνο και μόνο επειδή κάποτε πίστεψες ότι «έτσι πρέπει».

Θα τη μετρούσα επίσης με το πόσο συμφιλιωμένος είσαι με τις επιλογές σου. Να μπορείς να κοιτάξεις τη διαδρομή σου και να αναγνωρίζεις μέσα της και επιτυχίες και λάθη, χωρίς να αισθάνεσαι ότι έζησες σύμφωνα με τις προσδοκίες κάποιου άλλου. Να εξακολουθείς να έχεις ανθρώπους που αγαπάς και σε αγαπούν πραγματικά, να έχεις την υγεία σου, να δημιουργείς, να έχεις περιέργεια και όνειρα για όσα έρχονται.

Και ίσως υπάρχει ακόμη ένα μέτρο επιτυχίας που εκτιμώ περισσότερο όσο μεγαλώνω: η ηρεμία. Να μη χρειάζεσαι διαρκώς την επιβεβαίωση των άλλων για να γνωρίζεις την αξία σου. Να μη συγκρίνεις τη ζωή σου με τη ζωή κανενός και να μη χρειάζεται να αποδεικνύεις συνεχώς ότι είσαι ευτυχισμένος, επιτυχημένος ή σημαντικός.

Οι τίτλοι, τα χρήματα και η αναγνωρισιμότητα ασφαλώς μπορούν να είναι αποτελέσματα μιας επιτυχημένης πορείας. Δεν είμαι από εκείνους που θα υποκριθούν ότι δεν έχουν σημασία. Απλώς δεν πιστεύω ότι αρκούν. Μπορεί ένας άνθρωπος να έχει κατακτήσει όλα όσα ο κόσμος ονομάζει επιτυχία και να μην έχει κατακτήσει ποτέ τον εαυτό του.

Οπότε, αν έπρεπε σήμερα να δώσω έναν δικό μου ορισμό, θα έλεγα ότι επιτυχία είναι να έχεις δημιουργήσει μια ζωή από την οποία δεν αισθάνεσαι διαρκώς την ανάγκη να δραπετεύσεις. Και, ακόμη καλύτερα, να εξακολουθείς να ξυπνάς έχοντας κάτι να αγαπάς, κάτι να δημιουργείς και κάτι καινούργιο να ονειρεύεσαι.

– Ο μεγάλος σου φόβος;

Ο φόβος μου δεν αφορά τόσο εμένα όσο τους ανθρώπους που αγαπώ. Όταν γίνεσαι μητέρα, αποκτάς μια καινούργια ευάλωτη πλευρά: ξαφνικά η καρδιά σου κυκλοφορεί έξω από το σώμα σου.

Από εκεί και πέρα, φοβάμαι περισσότερο τις ζωές που δεν ζήσαμε παρά τις αποτυχίες. Να κοιτάξεις κάποτε πίσω και να συνειδητοποιήσεις ότι δεν τόλμησες επειδή φοβόσουν. Η αποτυχία πονάει, αλλά τουλάχιστον σημαίνει ότι προσπάθησες.

–  Το προσωπικό σου καταφύγιο;

Η θάλασσα. Υπάρχει κάτι στο να κοιτάζεις έναν ανοιχτό ορίζοντα που βάζει ξανά τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Όσα μοιάζουν τεράστια μέσα σε ένα δωμάτιο, γίνονται ξαφνικά μικρότερα όταν απέναντί σου υπάρχει το απέραντο.

Και φυσικά, το σπίτι μου, η μουσική και η γραφή. Η γραφή ίσως περισσότερο απ’ όλα, γιατί υπάρχουν πράγματα που δεν μπορώ πάντα να εξηγήσω μιλώντας, αλλά αρχίζω να τα καταλαβαίνω όταν τα γράφω. Είναι ένας τρόπος να βάζω σε τάξη όχι μόνο τις λέξεις, αλλά και όσα συμβαίνουν μέσα μου.

– Αν ναυαγούσες σε ένα ερημικό νησί, υπάρχει κάποιο αντικείμενό σου που θα ήθελες να σου κρατάει συντροφιά;

Αν αγνοήσουμε τα πρακτικά και υποθέσουμε ότι πρέπει να είναι ένα αντικείμενο με συναισθηματική αξία, θα ήθελα κάτι που να συνδέεται με τα παιδιά μου. Μια φωτογραφία ή ένα μικρό αντικείμενο δικό τους.

Γιατί σε ένα ερημικό νησί δεν θα χρειαζόμουν κάτι που να μου θυμίζει ποια είμαι. Θα χρειαζόμουν κάτι που να μου θυμίζει για ποιους θέλω να επιστρέψω.

– Αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, υπάρχει κάτι που θα άλλαζες;

Φυσικά υπάρχουν αποφάσεις που σήμερα θα έπαιρνα διαφορετικά. Θα ήταν όμως αλαζονικό να πιστέψω ότι μπορώ να αφαιρέσω ένα λάθος χωρίς να αλλάξω ολόκληρη την αλυσίδα που με έφερε εδώ.

Τα λάθη μας έχουν ένα περίεργο τίμημα: πρώτα μας πληγώνουν και ύστερα, αν είμαστε αρκετά προσεκτικοί, μας διδάσκουν. Δεν θα ήθελα λοιπόν να επιστρέψω για να σβήσω τη ζωή μου. Ίσως μόνο για να ψιθυρίσω στη νεότερη εκδοχή μου: «Μην ανησυχείς τόσο. Κάποια πράγματα που σήμερα νομίζεις ότι είναι το τέλος, σε λίγα χρόνια θα θυμάσαι απλώς ότι συνέβησαν. Κι όλα όσα συνέβησαν διαμόρφωσαν το ποια τελικά είμαι».

– Πώς φαντάζεσαι την τελευταία σου μέρα στη Γη;

Δεν θα ήθελα να τη γνωρίζω εκ των προτέρων. Η γνώση της τελευταίας ημέρας θα έκλεβε κάτι από όλες τις προηγούμενες.

Αν όμως μπορούσα να διαλέξω την εικόνα, θα ήθελα να είμαι μεγάλη σε ηλικία, να έχω τους ανθρώπους που αγαπώ κοντά μου και να μπορώ να κοιτάξω πίσω χωρίς το αίσθημα ότι άφησα τη ζωή μου σε αναμονή. Δεν με ενδιαφέρει να πω ότι τα κατάφερα όλα. Θα μου αρκούσε να μπορώ να πω ότι έζησα, αγάπησα, δημιούργησα, έκανα λάθη, σηκώθηκα και δεν φοβήθηκα να αρχίσω ξανά.

– Τα όνειρά σου για το μέλλον;

Να εξακολουθήσω να έχω όνειρα. Αυτό από μόνο του είναι πολύ σημαντικό. Θέλω να δημιουργώ, να γράφω, να εξελίσσομαι δημοσιογραφικά, να συναντώ ανθρώπους που έχουν κάτι ενδιαφέρον να μου πουν και να μπορώ να μετατρέπω αυτές τις συναντήσεις σε ιστορίες που αξίζει να διαβαστούν.

Και πάνω απ’ όλα, θέλω να δω τα παιδιά μου να γίνονται αυτό που εκείνα επιθυμούν. Όχι αυτό που θα φανταζόμουν εγώ για εκείνα. Να τους έχω δώσει αρκετές ρίζες ώστε να αισθάνονται ασφαλή και αρκετά φτερά ώστε να μη φοβούνται να φύγουν. Αυτή, νομίζω, είναι μία από τις δυσκολότερες αποστολές ενός γονιού.

– Τι συμβουλή θα έδινες σε έναν άνθρωπο για να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα;

Να μην περιμένει την τέλεια στιγμή, γιατί συνήθως δεν έρχεται. Να προετοιμάζεται, να δουλεύει, να μαθαίνει, να αντέχει τις απορρίψεις και να μην θεωρεί κάθε αποτυχία απόδειξη ότι πήρε λάθος δρόμο.

Και κυρίως να μπορεί να ξεχωρίζει το δικό του όνειρο από εκείνο που του υπέδειξαν οι άλλοι ότι «θα έπρεπε» να έχει. Γιατί μπορείς να φτάσεις με τεράστια επιτυχία σε έναν προορισμό και, όταν φτάσεις, να ανακαλύψεις ότι δεν ήθελες ποτέ να πας εκεί.

Τα όνειρα χρειάζονται θάρρος. Αλλά χρειάζονται εξίσου επιμονή, πειθαρχία και την ικανότητα να αλλάζεις διαδρομή όταν η ζωή σού αποδεικνύει ότι υπάρχει καλύτερος δρόμος. Άλλωστε, όπως έχω πει και στο παρελθόν, τελικά το ταξίδι έχει μεγαλύτερη σημασία από τον προορισμό.

– Τι σου έρχεται στο νου όταν λες το όνομα Μανταλένα Μαρία Διαμαντή;

Μου έρχεται πρώτα μια ολόκληρη διαδρομή. Το κορίτσι που έγραφε για να φυλάξει τις σκέψεις του, η κόρη που έμαθε νωρίς τι σημαίνει απώλεια με τον χαμό του πατέρα της αλλά και πόση δύναμη η μάνα της είχε μέσα της για να τη μεγαλώσει μόνη της δίχως την ύπαρξη ενός άνδρα δίπλα της. Η γυναίκα που άλλαξε επαγγελματικούς δρόμους μέχρι να βρει αυτόν που της ταίριαζε, η δημοσιογράφος που εξακολουθεί να πιστεύει ότι πίσω από κάθε καλό θέμα υπάρχει μια ανθρώπινη ιστορία, η συγγραφέας που θέλησε να μετατρέψει προσωπικές εμπειρίες σε λέξεις και, πάνω απ’ όλα, η μητέρα δύο παιδιών που της έμαθαν περισσότερα για τη ζωή από όσα θα μπορούσε να της μάθει οποιοδήποτε πανεπιστήμιο. Και πραγματικά, έχω πάρει δύο πτυχία κι ένα MBA αλλά μέσα από τα μάτια των παιδιών μου η ζωή μου έκανε restart και είδα τα πράγματα με διαφορετική ματιά. Την ουσιώδη. 

Δεν πιστεύω ότι είμαστε μία σταθερή εκδοχή του εαυτού μας. Αλλάζουμε διαρκώς. Αν, λοιπόν, πρέπει να συνδέσω το όνομά μου με μία μόνο ιδέα, θα διάλεγα αυτή: να μην πάψεις ποτέ να εξελίσσεσαι χωρίς να χάσεις εκείνο το κομμάτι του εαυτού σου που ήξερες από την αρχή ότι ήταν αληθινό. Να μην επαναπαύεσαι ποτέ, να μην στηρίζεσαι σε κανέναν παρά μόνο στις δικές σου δυνάμεις και να μην πάψεις, για κανέναν λόγο, να πιστεύεις ότι θα πραγματοποιηθούν τα όνειρά σου.

-Μανταλένα Μαρία σε ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.

Εγώ σε ευχαριστώ θερμά.

 Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο

Αποτυχημένος φοιτητής Κοινωνικής Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποτυχημένος φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός και αρθρογράφος. Συλλέκτης βινυλίων, κόμικς και βιβλίων. Λάτρης της ινδικής κουζίνας και του κόκκινου κρασιού. Με το γράψιμο έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Όταν γράφω θέλω η σκέψη που ξεκινάει από εμένα να ολοκληρώνεται από τον αναγνώστη...