Το Πείραμα Φυλάκισης του Stanford

Ο τομέας της Ψυχολογίας από τα πρώτα χρόνια εδραίωσής του στον επιστημονικό χώρο συνεχώς εξελίσσεται. Η Κοινωνική Ψυχολογία, που αποτελεί έναν από τους πολλούς κλάδους, ασχολείται με την μελέτη του τρόπου διαμόρφωσης και μεταβολής της ανθρώπινης συμπεριφοράς και προσωπικότητας. Μελετά τις αλλαγές που οφείλονται σε διαπροσωπικές σχέσεις και τον τρόπο που η ίδια η κοινωνία επηρεάζει τη συμπεριφορά, τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Καθηγητές, ερευνητές και φοιτητές προσπαθούν να προάγουν τη γνώση παρατηρώντας την ανθρώπινη φύση και διεξάγοντας πειράματα προκειμένου να εντοπίσουν νέες ανθρώπινες διεργασίες και ψυχολογικά φαινόμενα. Τα πειράματα αποτελούν μέθοδο επιστημονικής έρευνας και στοχεύουν στην έμπρακτη εφαρμογή και έλεγχο των επιστημονικών θεωριών. Θεωρούνται μοναδικό μέσο επαλήθευσης και θεμελίωσης της ψυχολογικής επιστήμης. Στην βιβλιογραφία της Κοινωνικής Ψυχολογίας έχουν ευρέως αναφερθεί δύο πειράματα που προσπάθησαν να κατανοήσουν την ανθρώπινη κοινωνική αλληλεπίδραση: το Milgram Obedience Experiment του Stanley Milgram (1961) και το Stanford Prison Experiment (1971) του Philip Zimbardo. Σ’ αυτό το άρθρο θα γίνει αναφορά στο δεύτερο χρονολογικά πείραμα.

Στόχος, Χώρος Πειράματος:

Διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο Stanford της Καλιφόρνιας στις 14 Αυγούστου 1971 (Κυριακή), από μια ομάδα επιστημόνων με επικεφαλή τον Καθηγητή Ψυχολογίας Philip Zimbardo. Χρηματοδοτήθηκε από το Γραφείο Ναυτικών Ερευνών με σκοπό την διερεύνηση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι φύλακες και οι φυλακισμένοι στο Ναυτικό και στο Πεζικό Σώμα και την κατανόηση της φύσης των ψυχολογικών επιπτώσεων που οφείλονται στη ζωή στην φυλακή. Έτσι, στα πλαίσια του πειράματος, κατασκευάστηκε ένας χώρος που έμοιαζε με φυλακή, στο υπόγειο κτίριο του Τμήματος Ψυχολογίας. Δημιουργήθηκαν κελιά, ένα δωμάτιο απομόνωσης, ένας διάδρομος ως αυλή, ένα μεγαλύτερο δωμάτιο για τους φρουρούς, ενώ τέλος δεν υπήρχαν παράθυρα και ρολόγια.

Συμμετέχοντες:

Δήλωσαν συμμετοχή πάνω από 70 φοιτητές από ΗΠΑ και Καναδά. Θα λάμβαναν μέρος σε μια προσομοίωση φυλακής για 2 εβδομάδες, με αμοιβή 90 σημερινά δολάρια την ημέρα, δηλαδή 73€ (περίπου). Ήταν κυρίως λευκοί, μεσαίας τάξης, που πέρασαν από μια σειρά διαγνωστικών συνεντεύξεων με σκοπό να επιλεχθούν όσοι ήταν ψυχολογικά και ιατρικά υγιείς, με καθαρό ποινικό μητρώο (εγκληματικότητα, χρήση ουσιών). Τελικώς, επιλέχθηκαν 24, και τυχαία με τη ρίψη κέρματος, στους 12 ανατέθηκε ο ρόλος του φυλακισμένου και στους άλλους 12 ο ρόλος του φρουρού. Ο Ζιμπάρνττο ανέλαβε το ρόλο του επιθεωρητή.

Μια μέρα πριν την έναρξη του πειράματος δόθηκαν στους φρουρούς σαφείς οδηγίες ως προς τον τρόπο συμπεριφοράς τους. Συμβουλεύθηκαν να κάνουν ότι ήταν απαραίτητο για τη διατήρηση του νόμου, της τάξης και του σεβασμού.

Μπορούσαν να δημιουργήσουν το αίσθημα του φόβου σε κάποιο βαθμό, συναισθήματα πλήξης, αδυναμίας και της ιδέας ότι η ζωή των φυλακισμένων ελέγχεται πλήρως από το σύστημα. Τέλος, τους προσφέρθηκαν ρόπαλα, σφυρίχτρες, παρόμοια ρούχα ένδυσης και γυαλιά για την ανωνυμία και την αποφυγή της επαφής με τα μάτια.

Οι φυλακισμένοι «συνελήφθησαν» στα σπίτια τους και «κατηγορήθηκαν» για ένοπλη ληστεία. Το τοπικό τμήμα της αστυνομίας βοήθησε στη σύλληψη και στη διαδικασία κράτησης και ταυτοποίησης (δαχτυλικά αποτυπώματα, φωτογραφίες). Αργότερα, με δεμένα μάτια, οδηγήθηκαν στη φυλακή και τους δόθηκαν ειδικά ρούχα. Ένα άβολο φόρεμα με ένα νούμερο στο πίσω μέρος για να δηλώνει ανωνυμία, χωρίς εσώρουχα, ώστε να νιώθουν ταπείνωση, με μια αλυσίδα στον δεξί αστράγαλο για να νιώθουν την απουσία ελευθερίας και ένα καπέλο για να μην φαίνονται τα μαλλιά τους, ώστε να εξαλειφθεί πλήρως η προσωπική ταυτότητα.

Έγινε ότι ήταν δυνατόν για μια λειτουργική προσομοίωση φυλακής, όπου επικρατεί ο εξευτελισμός και η υποβάθμιση της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι φρουροί εργάστηκαν σε ομάδες των 3 για 8 ώρες και οι φυλακισμένοι φιλοξενούνταν ανά τριάδες σε κάθε κελί.

Διαδικασία:

Κατά τη διάρκεια του πειράματος συνέβησαν διάφορα περιστατικά που οδήγησαν, τελικώς, στον τερματισμό του, ύστερα από 6 μόνο μέρες λειτουργίας. Το πρώτο καταγεγραμμένο περιστατικό ήταν το απότομο πρωινό ξύπνημα των φυλακισμένων με σκοπό την εκμάθηση των αριθμών τους και την υπακοή σε κανόνες.

Αργότερα, παρατηρήθηκε η πρώτη τους επανάσταση, που ανάγκασε τους φρουρούς να επέμβουν απαντώντας με βία. Επιτέθηκαν με πυροσβεστήρες, τους άφησαν γυμνούς ως ένδειξη εξευτελισμού και υποβάθμισης, πήραν τα κρεβάτια και χρησιμοποίησαν την απομόνωση. Παράλληλα, επειδή ο χειρισμός τους ήταν αδύνατος, ακολουθήθηκε η «ψυχολογική τακτική», με τη δημιουργία ενός κελιού «προνομίων». Όσοι δεν συμμετείχαν στις αναταραχές, λάμβαναν γεύματα υψηλότερης ποιότητας, πήραν τα ρούχα και τα κρεβάτια τους πίσω, ενώ μπορούσαν να πλένονται. Όσο η αντίσταση συνεχιζόταν, τόσο σκληρότερα μέτρα λαμβάνονταν. Τους παρενοχλούσαν με σωματική βία, τους ανάγκαζαν να κάνουν push-ups και να επαναλαμβάνουν συνεχώς τα νούμερά τους. Οι συνθήκες υγιεινής υποχώρησαν ραγδαία, απαγορεύοντας την τουαλέτα. Ξαφνικά, ένας κρατούμενος άρχισε να υποφέρει από συναισθηματική δυσφορία, ψυχικό κλονισμό, ανοργάνωτη σκέψη, ανεξέλεγκτο κλάμα και θυμό, με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος.

Κατά το επισκεπτήριο από τις οικογένειες των φυλακισμένων, το επιστημονικό προσωπικό είχε φροντίσει οι συνθήκες διαβίωσης να μην προδώσουν την ακαταλληλότητα της φυλακής και τα βασανιστήρια που υφίσταντο οι κρατούμενοι. Έπειτα, η φήμη περί ενδεχόμενης απελευθέρωσης των κρατουμένων από τον φυλακισμένο που είχε αποχωρήσει, αναστάτωσε την επιστημονική ομάδα που υπέπεσε σε μεθοδολογικό σφάλμα. Με σκοπό τη διατήρηση της ασφάλειας της φυλακής και τη συνέχιση του πειράματος τοποθέτησε έναν πληροφοριοδότη και μετέφερε τη φυλακή σε διαφορετικό όροφο.

Η παρουσία ενός Καθολικού Ιερέα, στα πλαίσια ρόλου, μεγέθυνε τη σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας-φαντασίας. Ο ιερέας συμβούλεψε τους κρατούμενους να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, να πάρουν τον έλεγχο της ζωής στα χέρια τους και να ζητήσουν νομική υποστήριξη. Τότε, άλλος ένας κρατούμενος παρουσίασε νευρικό κλονισμό.

Κατά τη δικαστική ακρόαση, όλοι οι κρατούμενοι ρωτήθηκαν «Αν ήταν να χάσουν όλα τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει μέχρι εκείνη την στιγμή, θα ήθελαν να τους ελευθερώσουν;». Οι απαντήσεις ήταν μη αναμενόμενες. Αφού υπέφεραν, γιατί δεν απάντησαν όλοι ναι; Αν δεν ήθελαν πλέον τα χρήματα, που αποτελούσε το αρχικό κίνητρο συμμετοχής, αυτή ήταν η ευκαιρία να εγκαταλείψουν και να φύγουν. Αντιθέτως, παραιτήθηκαν από τον εαυτό τους. Η πραγματικότητα είχε αλλοιωθεί και η «εξουσία» μπορούσε να αποφασίσει τη συνέχεια της πορείας τους, η οποία απέρριψε το αίτημα για απελευθέρωση ακόμα και όταν 2 από τους 9 ήθελαν να αποχωρήσουν.

Έκτοτε, η σχέση μεταξύ φρουρών και φυλακισμένων άλλαξε ριζικά. Δημιουργήθηκαν 3 ομάδες φρουρών με διαφορετικά χαρακτηριστικά η καθεμία. Στην πρώτη οι φρουροί ήταν μεν σκληροί, αλλά ταυτοχρόνως δίκαιοι. Στην δεύτερη, ήταν καλοί και λυπόνταν ειλικρινά τους φυλακισμένους. Στην τελευταία ανήκαν εκείνοι που φαινόταν να διασκεδάζουν την τιμωρία, τη βία και να απολαμβάνουν την εξουσία που τους είχε δοθεί. Ήταν επιθετικοί, εχθρικοί και πάντοτε εφευρετικοί σε νέες μεθόδους κακοποίησης.

Η συμπεριφορά των φυλακισμένων άλλαξε. Από επαναστάτες μετατράπηκαν σε ανθρώπους που έχασαν τον έλεγχο της ζωής και την ελπίδα τους. Ένας εμφάνισε ψυχοσωματικό σοκ, όταν απορρίφθηκε το αίτημά του για αποφυλάκιση, με αποτέλεσμα τελικώς να αφεθεί ελεύθερος. Κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση καταρρέοντας συναισθηματικά, ώστε να αποφυλακιστούν με νόμιμο τρόπο. Άλλοι προσπάθησαν να είναι καλοί και να μην προκαλούν και άλλοι αποδιοργανώθηκαν, παρουσιάζοντας έντονα ψυχολογικά προβλήματα.

Η λήξη του πειράματος ήταν μονόδρομος, όταν οι γονείς απαίτησαν δικηγόρο. Η τελευταία καταγεγραμμένη στιγμή ήταν η συνέλευση μεταξύ του επιστημονικού προσωπικού και όλων των συμμετεχόντων, με σκοπό να διερευνηθεί η συναισθηματική τους κατάσταση και να συζητηθούν ανοιχτά τα συναισθήματα και οι εμπειρίες τους.

Τερματισμός, Συμπεράσματα:

Τερματίστηκε την Παρασκευή, στις 20 Αυγούστου. Με βάση τα αποτελέσματα οι φρουροί προχώρησαν πέρα από τις προβλέψεις των επιστημόνων, επέδειξαν «γνήσιες» σαδιστικές τάσεις, φτάνοντας στο υπέρτατο στάδιο της αφροδισιακής εξουσίας. Επέβαλαν αυταρχικά μέτρα και υπέβαλαν τους κρατούμενους σε ψυχολογικά βασανιστήρια. Οι κρατούμενοι οδηγήθηκαν σε επικίνδυνες και ψυχολογικά καταστροφικές καταστάσεις, δέχτηκαν παθητικά ψυχολογική κακομεταχείριση και θεώρησαν τους εαυτούς τους ως λιγότερο σημαντικούς ανθρώπους. Η διεπιστημονική ομάδα και ο ίδιος ο Ζιμπάρντο επέτρεψαν ανάρμοστες και ανήθικες συμπεριφορές κάτω από την εποπτεία τους. Όλοι είχαν ταυτιστεί και εσωτερικεύσει τους ρόλους τους.

Το πείραμα κατηγορήθηκε για θέματα επιστημονικής δεοντολογίας. Δεν διατηρήθηκε η αντικειμενικότητα και ο επιστημονικός έλεγχος, με συνέπεια τα αποτελέσματα να είναι υποκειμενικά και πρακτικά αδύνατον να αναπαραχθούν με ακρίβεια από άλλους ερευνητές.

Παράλληλα, αναδείχθηκαν θέματα ηθικής σχετικά με τις ανθρώπινες αξίες και δικαιώματα, που δυστυχώς καταπατήθηκαν. Οι επιπτώσεις της ανεξέλεγκτης εξουσίας έγιναν φανερές με την «καταστροφή» της ψυχικής και σωματικής ακεραιότητας. Παρουσιάστηκαν απάνθρωπες καταστάσεις και φανερώθηκε ότι ο άνθρωπος μπορεί «εύκολα» να μετατραπεί σε αντικείμενο εκμετάλλευσης και κακοποίησης από κάποιον που θεωρητικά κατέχει την εξουσία, αφήνοντάς τον έρμαιο της απελπισίας. Τελικώς, προκύπτουν ερωτήματα για το όριο της ανθρώπινης φύσης που φαίνεται πως μπορεί να αγγίξει τα όρια των ζωωδών ορμών.

Και επιπλέον αναρωτιόμαστε «ποιος πρέπει να είναι ο στόχος μιας φυλακής»; Ο εξευτελισμός και ο υποβιβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή ο σωφρονισμός και ο παραδειγματισμός; Η βαναυσότητα δεν οδηγεί σε συμμόρφωση αλλά σε ψυχικό κλονισμό και ψυχικές διαταραχές. Η αναμόρφωση της λειτουργίας των φυλακών είναι ανάγκη. Η πολιτεία χρησιμοποιώντας το θεσμό της δικαιοσύνης, θα πρέπει να επαναφέρει τον εγκληματία στον σωστό το δρόμο, να τον προσανατολίζει σε αξίες, να διδάσκει αρετές και αρχές. Η τιμωρία του σε πνεύμα σωφρονιστικό θα αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή και στους άλλους.

Πηγές:

http://www.prisonexp.org/gallery/

Zimbardo, P. G., Haney, C., Banks, W.C., & Jaffe, D. (1972). Stanford prison experiment: A simulation study of the psychology of imprisonment. Philip G. Zimbardo, Incorporated.

Εικόνες: PrisonExp.org.

Ελένη Νικολιδάκη (Ψυχολόγος)

Απόφοιτη Ψυχολογίας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Eιδικευόμενη Ψυχοθεραπεύτρια Συστημικής/Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας. Πιστεύω η ψυχολογία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας και η ύπαρξη της ψυχικής μας ευημερίας και γαλήνης δημιουργούν τις συνθήκες για μια πιο ευτυχισμένη και παραγωγική ζωή. Επίσης, μου αρέσουν οι ξένες γλώσσες και ο πολιτισμός που κρύβεται πίσω από αυτές, ενώ με ηρεμεί η θάλασσα, καθώς μου δημιουργεί την αίσθηση της γαλήνης. Στον ελεύθερό μου χρόνο διαβάζω Λογοτεχνία και τελευταία με ενδιαφέρει η συγγραφή άρθρων, με στόχο την μετάδοση της γνώσης της Επιστήμης της Ψυχολογίας. Μόττο μου: «Ας δείξουμε εμπιστοσύνη στη ζωή και στο ένστικτό μας. Ξέρουν να μας καθοδηγούν».