Ο Lawrence Grobel είναι ένας θρυλικός δημοσιογράφος και συγγραφέας.Συγκεκριμένα, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους interviewers των αμερικάνικων περιοδικών, έχοντας διαγράψει μια μακρά και επιτυχημένη πορεία γεμάτη αποκλειστικές και εκτενείς συνεντεύξεις. ‘Όταν ακόμα, για τα έντυπα μέσα, η διαδικασία των συνεντεύξεων αποτελούσε αποτέλεσμα κοπιαστικής έρευνας και ανάλυσης και όχι μια τυπική fast food διαδικασία. Από την Μπάρμπαρα Στρέιζαντ, τον Μάρλον Μπράντο και τον Αλ Πατσίνο μέχρι τον Τζον Χιούστον, τον Τρούμαν Καπότε και τον Τζέσε Βεντούρα. Αυτές είναι μόνο λίγες από τις προσωπικότητες που συνάντησε για πολλές μέρες ή και βδομάδες ακόμα μέχρις ότου ολοκληρώσει αυτό που είχε καλεστεί να κάνει. Μια συνέντευξη μαζί τους. Δεν είναι καθόλου τυχαίος ο τίτλος που του απένειμαν οι συνάδελφοι του στο Playboy στο οποίο και διέπρεψε για πολλά χρόνια ως ο «the interviewer’sinterviewer» ή «ο Μότσαρτ των συνεντεύξεων», χαρακτηρισμό που του απέδωσε η συγγραφέας Τζόυς Κάρολ Όουτς. Έχω τη χαρά να τον φιλοξενώ σε μια αποκλειστική συνέντευξη που μου παραχώρησε το Δεκέμβριο του 2025, στο πλαίσιο των 24ων Ετήσιων Κινηματογραφικών και Τηλεοπτικών Βραβείων Hafez στο Ιράν όπου επιλέχθηκε να λάβει το Βραβείο Συνολικής Προσφοράς στην Κινηματογραφική Λογοτεχνία. για το yourearticles.
-Κύριε Grobel, μιλήστε μου για τα παιδικά σας χρόνια.
Γεννήθηκα στο Μπρουκλυν της Νέας Υόρκης. Στην αρχή, μέναμε οικογενειακώς σε ένα διαμέρισμα, στον έκτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Υπήρχε κίνηση και ηχορύπανση από τα αυτοκίνητα στο δρόμο, πράγμα που με δυσκόλευε να κοιμηθώ τα βράδια. Παράλληλα, έπαιζα στους δρόμους με τους φίλους μου. Ειδικά, παιχνίδια με την μπάλα. Όταν ήμουν εννιά χρονών, μετακομίσαμε στο Λονγκ Άιλαντ. Εκεί, δεν άκουγα κόρνες από αυτοκίνητα αλλά βατραχάκια της εξοχής. Με τους γονείς μου είχαμε μια αγαπημένη σχέση. Και με την αδερφή μου, που ήταν μεγαλύτερη και με περνούσε δύο χρόνια, τα πηγαίναμε καλά. Αν και είχαμε και ορισμένους επικούς καυγάδες μεταξύ μας. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ όμορφα. Γεμάτα με ωραίες αναμνήσεις.
-Τί σας έστρεψε στο γράψιμο;
Δεν ξέρω, να σου πω την αλήθεια. Ξεκίνησα να γράφω ποίηση στα δώδεκα χρόνια μου. Πίστευα ότι ήταν καλά τα ποιήματα μου και για τον λόγο αυτό τα έστελνα με σκοπό να δημοσιευτούν σε μεγάλα περιοδικά εκείνης της εποχής. Σε περιοδικά όπως το The Atlantic, το New Yorker και το Harper’s. Δυστυχώς, τα απορρίπτανε στέλνοντάς μου ανυπόγραφες επιστολές και γράφοντας μου: «Κύριε Grobel, ευχαριστούμε πολύ που μας στείλατε τα γραπτά σας αλλά αυτή την εποχή έχουμε αρκετό υλικό προς δημοσίευση. Δοκιμάστε ξανά κάποια άλλη στιγμή.» Όμως, μια από τις επιστολές που πήρα, είχε το όνομα και την υπογραφή του Ντόναλντ Έρικσον, του σπουδαίου αρχισυντάκτη του Esquire. Τότε, ένιωσα πως έφτασα κάπως πιο κοντά. «Με απορρίψανε αλλά όχι ανώνυμα»είπα από μέσα μου. Είχα στο δωμάτιο μου ένα πίνακα και εκεί καρφίτσωνα κάθε επιστολή απόρριψης που λάμβανα από τα εκάστοτε περιοδικά. Ήταν τόσες πολλές που πίστευα πως θα τον γεμίσω τον πίνακα.

-Τα αναγνώσματα που σας επηρέασαν στα πρώτα χρόνια της ζωής σας;
Θα σου πω για το πρώτο βιβλίο που με κέρδισε. Είχα έναν αγαπημένο παιδικό φίλο, τον Πολ, ο οποίος είχε διαβάσει το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι. Του άρεσε πολύ και μου το δάνεισε να το διαβάσω και εγώ. Πραγματικά, μαγεύτηκα. Στη συνέχεια, άρχισα παράλληλα με τα λογοτεχνικά περιοδικά που διάβαζα, να μελετάω και έργα σπουδαίων λογοτεχνών. Όπως Το Πορτρέτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρή Ηλικία και την Αγρύπνια των Φίννεγκαν του Τζέιμς Τζόυς ή την Οδύσσεια του Ομήρου.
-Πότε ξεκίνησε να κυριαρχεί στο μυαλό σας η δημοσιογραφία;
Ασυναίσθητα, από μικρή ηλικία. Παράλληλα, με το διάβασμα και το γράψιμο ποιημάτων, ξεκίνησα να γράφω στην εφημερίδα του σχολείου. Στην αρχή σαν συντάκτης και στη συνέχεια έγινα και ο αρχισυντάκτης. Έγραφα το editorial κάθε εβδομάδα. Τότε, στα δεκαπέντε μου υπήρξε ένα καθοριστικό σημείο για τη ζωή μου. Η εφημερίδα Newsday του Λονγκ Άιλαντ συνήθιζε να οργανώνει ανά τακτά διαστήματα έναν ανοικτό διαγωνισμό για όλους τους μαθητές, ζητώντας να αναπτύξουν τις απόψεις τους πάνω σε ένα θέμα που έθετε. Το θέμα στο οποίο συμμετείχα και έγραψα ένα δοκίμιο είχε να κάνει για τους τρεις καλύτερους Αμερικανούς Προέδρους. Κέρδισα και το δοκίμιό μου δημοσιεύτηκε μαζί με τη φωτογραφία μου και το βιογραφικό μου. Επίσης, κέρδισα ένα ρολόι(το οποίο έχω ακόμα στη κατοχή μου) και ένα ταξίδι για την Ουάσινγκτον, όπου επρόκειτο να συναντήσω στον Λευκό Οίκο τον Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι. Αντ’ αυτού και επειδή εκείνο το διάστημα ο Κένεντι βρισκόταν για ένα πολιτικό ταξίδι στο Βερολίνο, συνάντησα τον αδερφό του, τον Ρόμπερτ Κένεντι.

-Απίστευτο να το ζει ένα παιδί όλο αυτό.
Απίστευτο πραγματικά. Νόμιζα πως ήταν όνειρο. Αλλά ήταν πραγματικότητα.
-Τί θέλατε να κάνετε μετά το σχολείο;
Θες να μαντέψεις;
-Ναι. Θα το δοκιμάσω. Να ασχοληθείτε με τη δημοσιογραφία;
Όχι.
-Αλλά;
Σκεφτόμουν αυτό που συνέβαινε στο Βιετνάμ. Ήμουν εναντίον του πολέμου και δεν ήθελα καθόλου να καταταγώ στον στρατό. Για τον λόγο αυτό μίλησα με αρκετούς ιερείς και ραβίνους και στη συνέχεια υπέβαλα στην Υπηρεσία Στρατού την αίτηση μου ως αντιρρησίας συνείδησης. Κατατάγηκα στο Ειρηνευτικό Σώμα (Peace Corps), ένα ανεξάρτητο οργανισμό που ίδρυσε ο Κένεντι. Αυτό δεν σήμαινε πως θα απέφευγα την στρατιωτική θητεία, απλώς θα την καθυστερούσα για κάποια χρόνια.
-Δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική;
Υπήρχε. Να ταξίδευα στον Καναδά, να έχανα την υπηκοότητα μου και να πήγαινα στη φυλακή. Δεν ήθελα φυσικά να πάω στη φυλακή. Μέσω του Ειρηνευτικού Σώματος, βρήκα τη νομική δικλίδα και ταξίδεψα στη Γκάνα όπου έμεινα για τρία χρόνια.
-Πώς ήταν εκεί τα πράγματα;
Ήταν μια μοναδική εμπειρία. Όλα όσα έζησα στη Γκάνα τα κατέγραψα σε ένα βιβλίο το οποίο το άφησα στην άκρη, το ανακάλυψα μετά από πενήντα χρόνια και το εξέδωσα δίνοντάς του τον τίτλο Τιρκουάζ.
-Πρόκειται για ένα από τα αγαπημένα μου χρώματα. Γιατί επιλέξατε αυτόν τον τίτλο;
Στη Γκάνα γνώρισα έναν σπουδαίο γλύπτη, τον Βίνσεντ Κόφι. Συνομιλώντας μαζί του, τον ρώτησα: «Πώς μοιάζει η αλήθεια στη τέχνη;». Εκείνος μου απάντησε ότι «Η αλήθεια μοιάζει με το τιρκουάζ, που αλλάζει ανάλογα με το φως που χύνεται πάνω του».
-Στη Γκάνα, με τι ασχοληθήκατε;
Όταν βρέθηκα στη Γκάνα, και παρότι σε εξαιρετικά νεαρή ηλικία, δίδαξα στο Ινστιτούτο Δημοσιογραφίας. Είχα στη τάξη μου είκοσι ενήλικες μαθητές. Και το καλύτερο; Ήμουν ο πιο νέος σε ηλικία στην αίθουσα!
-Σας σεβόντουσαν;
Απόλυτα. Στην αρχή χρειάστηκε χρόνος για να βρω και εγώ τα πατήματα μου ως διδάσκων. Στη πορεία, έμαθα πως γίνεται η διδασκαλία.
-Ταξιδέψατε εκεί τριγύρω; Γνωρίσατε και άλλες χώρες της Αφρικής;
Βέβαια. Ταξίδεψα στο Τόγκο, στην Άνω Βόλτα, στο Βασίλειο της Νταχομέη και στην Ακτή Ελεφαντοστού. Εκεί που δεν μπόρεσα να πάω ήταν στη Νιγηρία λόγω του Πολέμου του Μπενίν.
-Επανήλθε μέσα σας η επιθυμία να επιστρέψετε στην πατρίδα;
Έχοντας γράψει το Τιρκουάζ, επιχείρησα με ορισμένες προσπάθειες να το δημοσιεύσω. Έστειλα ένα μικρό απόσπασμα σε έναν εκδότη στη Νέα Υόρκη, ο οποίος ανταποκρίθηκε θετικά. Στη συνέχεια, πριν ακόμη γυρίσω στις Η.Π.Α. ταξίδεψα για οκτώ μήνες σε όλο τον κόσμο. Επιστρέφοντας τελικά στη χώρα μου, πήρα το χειρόγραφο του βιβλίου μου στα χέρια και πήγα να βρω στον εκδοτικό οίκο τον συγκεκριμένο εκδότη. Δυστυχώς, με ενημέρωσαν πως δεν άνηκε πια στο δυναμικό της εταιρείας. Δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή ούτε mails, ούτε μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κανένας από τους εργαζομένους στον εκδοτικό οίκο δεν μου έδωσε κάποιο στοιχείο επικοινωνίας για να τον βρω. Όχι ότι αν είχαν θα μου το έδιναν…

-Απογοητευτήκατε από την έκβαση των πραγμάτων;
Φυσικά. Αλλά, δεν το έβαλα κάτω. Σκεφτόμουν ότι είχα κάνει αρκετά πράγματα μέσα σε λίγα χρόνια. Βρέθηκα στη Γκάνα, δίδαξα στο πανεπιστήμιο, ταξίδεψα στον κόσμο και επέστρεψα πίσω. Παράλληλα, ήθελα όσο τίποτα να γράψω. Οπότε, έκανα το εξής. Ζήτησα να γράψω στο περιοδικό Newsday.
-Σας προσέλαβαν;
Ναι. Μου ανέθεσαν να γράψω ένα άρθρο για την αεροπορία στο Λονγκ Άιλαντ. Δεν ήξερα τίποτα για τους πιλότους και τα αεροπλάνα στο Λονγκ Άιλαντ. Και όμως, ενημερώθηκα για τα πάντα. Έψαξα και βρήκα πληροφορίες για ανθρώπους που πιλοτάρισαν αεροπλάνα την περίοδο του 1910-1920 και πέταξαν μαζί με τον Τσαρλς Λίντμπεργκ. Ήρθα σε επικοινωνία ακόμα και με τον Κλάρενς Τσάμπερλεϊν, τον δεύτερο άνθρωπο στην ιστορία που πραγματοποίησε μόνος του πτήση πάνω από τον Ατλαντικό Ωκεανό. Ολοκλήρωσα το άρθρο, δημοσιεύτηκε και πήγε πολύ καλά. Το διάβασε το αναγνωστικό κοινό και ενθουσιάστηκε. Και σιγά σιγά, άρχισα να γράφω και άλλα άρθρα. Να προτείνω θέματα και να τα εξελίσσω με το γράψιμό μου. Έγραφα και πληρωνόμουν. Χωρίς να με ενδιαφέρουν τα χρήματα. Με ενδιέφερε το γράψιμο. Τα χρήματα ήταν το θετικό επακόλουθο του γραψίματος.
-Λάβατε αναγνωρισιμότητα από το Newsday;
Ήταν ένα τοπικό έντυπο μέσο. Στο μυαλό μου ήθελα να επεκταθώ όσον αφορά το γράψιμο. Να ασχοληθώ με τα εκτενή προφίλ ανθρώπων που με ενδιέφερε η πορεία τους και η ζωή τους. Έγραψα δυο τέτοια προφίλ για τους New York Times και στη συνέχεια μετακόμισα στη Καλιφόρνια μιας και δεν είχε βγει από το μυαλό μου το όνειρο να γράψω βιβλία. Μια μέρα, ενώ βρισκόμουν στην Καλιφόρνια, με κάλεσε στο τηλέφωνο ο αρχισυντάκτης του Newsday όπου μου ζήτησε να κάνω συνεντεύξεις για λογαριασμό του περιοδικού, σαν ανταποκριτής.

-Ποια προσωπικότητα σας πρότεινε πρώτη;
Την ηθοποιό και τραγουδίστρια Μέι Γουέστ, η οποία εκείνη τη περίοδο ήταν γύρω στα ογδόντα και που τη δεκαετία του 30 ήταν από τις μεγαλύτερες σταρς του κινηματογράφου. Επικοινώνησα με την εταιρεία Paramount και στη συνέχεια ήρθα σε επαφή με την ίδια την Μέι Γουέστ. Δέχτηκε να βρεθούμε. Προετοιμάστηκα καλά για τη συνέντευξη. Μελέτησα τα πάντα για εκείνη. Έμαθα πως της άρεσαν τα λουλούδια. Φόρεσα τα καλά μου, αγόρασα ένα μπουκέτο λουλούδια και πήγα να την συναντήσω. Καθίσαμε για να ξεκινήσει η συνέντευξη. Με το που είδε να βγάζω το μαγνητοφωνάκι, τινάχτηκε πάνω. Δεν ήθελε με τίποτα να ηχογραφήσω τη συνομιλία μας. Της εξήγησα ότι αυτό ήταν αδύνατο. Έπρεπε να την ηχογραφήσω για να καταγράψω μετά με ακρίβεια τις απαντήσεις της. Όσο και αν της το εξηγούσα ήταν ανένδοτη.
-Για ποιο λόγο όμως;
Παλαιότερα, όπως μου δήλωσε η ίδια, είχε έρθει κάποιος έχοντας ως σκοπό να της πάρει συνέντευξη. Ηχογράφησε όλη την συνομιλία και την κυκλοφόρησε σε δίσκο χωρίς την άδειά της. Και από τότε δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στους δημοσιογράφους. Οπότε, προσαρμόστηκα καταγράφοντας τις απαντήσεις της στις ερωτήσεις που της έκανα, σε ένα κίτρινο σημειωματάριο που είχα πάρει μαζί μου. Μιλούσε αργά, με εκείνη την χαρακτηριστική βαθιά φωνή της και κατέγραψα όσα μου εκμυστηρεύτηκε. Πήγε καλά η συνέντευξη αυτή.
-Έπειτα, ποιους άλλους συναντήσατε;
Πολλούς. Τον επιστήμονα Λάινους Πόλινγκ, τον συγγραφέα Ρέι Μπράντμπερι, τον γλύπτη Χένρυ Μουρ, τις κωμικές ηθοποιούς Λουσίλ Μπολ και Κάρολ Μπέρνετ.
-Πώς νιώθατε για αυτή τη συνθήκη;
Υπέροχα. Συναντούσα ανθρώπους που θαύμαζα και ανακάλυπτα πράγματα για εκείνους. Παράλληλα, σκεφτόμουν και το εξής. Βρισκόμουν μαζί τους για δύο-τρεις ώρες και έφτιαχνα μια συνέντευξη 3000 λέξεων. Τι θα γινόταν αν είχα τη δυνατότητα να μπορώ να τους συναντήσω για κάποιες μέρες συνεχόμενα ή ακόμη και για κάποιες εβδομάδες, ξεψαχνίζοντάς τους και φτιάχνοντας συνεντεύξεις των 30000 λέξεων;
-Υπήρχε αυτή η δυνατότητα για τόσο μακροσκελείς συνεντεύξεις;
Υπήρχε, στο Playboy. Το θέμα ήταν πώς θα έβρισκα τον τρόπο να κατορθώσω να γράψω για το Playboy, το οποίο κυκλοφορούσε μόνο 12 τεύχη τον χρόνο και είχε στο ενεργητικό του ήδη φτασμένους δημοσιογράφους που πραγματοποιούσαν σπουδαίες συνεντεύξεις. Πρότεινα, λοιπόν, στον αρχισυντάκτη του Newsday να πάω να πάρω συνέντευξη από τον εκδότη του Playboy, τον Χιου Χέφνερ. Του άρεσε η ιδέα. Προσέγγισα τον Χέφνερ και συμφώνησε να με δεχτεί για μία ώρα. Τελικά, περάσαμε επτά ώρες μιλώντας. Βρεθήκαμε και την επόμενη μέρα για άλλες τόσες ώρες. Με ξενάγησε στο Playboy Mansion, μου έδειξε τα δωμάτια της έπαυλης και μου μίλησε για την ζωή του. Η συνέντευξη που του πήρα δημοσιεύτηκε. Ήταν πλήρης και εκτενής. Άρεσε τόσο πολύ στον Χιου Χέφνερ που την μοίρασε σε πάνω από χίλιους καλεσμένους στο δείπνο που παρέθεσε στο Playboy Club στο Century City της Καλιφόρνια. Ακόμα και ο Άρθουρ Κρέτσμαν, ο αρχισυντάκτης του Playboy μου είχε αναφέρει την εξαιρετικά θετική αίσθηση που είχε κάνει η συνέντευξη αλλά και την ικανοποίηση του ίδιου του Χέφνερ.
-Πώς σας εμπιστεύτηκε για να καταφέρετε να ενταχθείτε στο Playboy;
Με εμπιστεύτηκε διαβάζοντας τη δουλειά μου. Κανείς δεν εμπιστεύεται κάποιον εκ των προτέρων. Για να αποδείξω ότι μπορούσα να ανήκω στην ομάδα του περιοδικού κατάφερα και έκλεισα συνέντευξη με την Μπάρμπαρα Στρέιζαντ. Την προσέγγισα με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Της είπα ότι δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός και ότι θα είχαμε άπλετο χρόνο στη διάθεση μας να υλοποιήσουμε τη συνέντευξη. Και απλά, με μια αφοπλιστική κίνηση της έδωσα τον τηλεφωνικό μου αριθμό να με καλέσει.
-Κρίνοντας από το αποτέλεσμα, πήγε καλά η κίνηση αυτή και η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε. Θα μπορούσε βέβαια να μην σας καλέσει ή να παρεξηγηθεί.
Όλα είναι στο παιχνίδι. Αν δεν κάνει κάποιος την κίνησή του δεν μπορεί να προβλέψει το αποτέλεσμα. Θυμάμαι πολλά ευτράπελα. Όταν πήγα να συναντήσω την Μπέτι Μίντλερ, νόμισε πως ήμουν ο τύπος που θα της έφερνε τον καφέ που είχε παραγγείλει. Ο παραγωγός ταινιών της Paramount, ο Ρόμπερτ Έβανς, νόμισε βλέποντας με στο γραφείο του ότι ήμουν ένας καλλιτεχνικός διευθυντής ταινιών που είχε κανονίσει συνάντηση και άρχισε να μου δείχνει αποσπάσματα από την ταινία Sliver που πρωταγωνιστούσε η Σάρον Στόουν και επρόκειτο να κυκλοφορήσει εκείνη τη περίοδο. Όταν κατάλαβε το μπέρδεμα, γελάσαμε, σπάσαμε τον πάγο και κάναμε μια όμορφη συνέντευξη… Για να συσχετίσω αυτά που λέω με την προηγούμενη ερώτησή σου, στους ανθρώπους του Playboy απέδειξα ότι δεν θα τα παρατούσα ποτέ και για τίποτα. Θα έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου για να κλείσω τη συνέντευξη με την Στρέιζαντ. Όπως και έκανα.
-Μετά τη Streisand ποιος ακολούθησε;
Η Ντόλι Πάρτον και ο Χένρι Γουίνκλερ. Μετά από αυτές τις τρεις συνεντεύξεις μου πρότειναν να κάνω συνέντευξη στον Μάρλον Μπράντο.
-Εδώ θέλω να σταθούμε. Ήταν μια μεγάλη στιγμή σας.
Όταν δημοσιεύτηκε οι άνθρωποι του περιοδικού την χαρακτήρισαν ως την καλύτερη συνέντευξη στα 25 χρόνια του εντύπου. Ο ίδιος ο Μπράντο απείχε για πολύ καιρό και δεν έδινε εύκολα συνεντεύξεις καθώς δεν εμπιστευόταν τους δημοσιογράφους. Τον καιρό που συναντηθήκαμε, είχε τελειώσει τα γυρίσματα για το Apocalypse Now του Φράνσις Φορντ Κόπολα αλλά η ταινία δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμα στις αίθουσες.
-Έχετε καταγράψει τη συνέντευξη αυτή, η οποία διήρκεσε δέκα μέρες, σε ένα πλούσιο βιβλίο σας. Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε σε εκείνον;
Ήταν ένας γοητευτικός άνθρωπος. Έξυπνος και εκλεκτικός. Σε μάγευε με την παρουσία του και μόνο. Περπατούσαμε δίπλα δίπλα στην ακτή του ιδιωτικού νησιού του και ένιωθα την αύρα του. Πέρασα εξαιρετικά μαζί του αλλά ταυτόχρονα ένιωθα έντονα την ευθύνη μου ως δημοσιογράφος. Ήταν μεγάλη πρόκληση η υλοποίηση αυτής της συνέντευξης μιας και ο Μάρλον Μπράντο αρχικά δεν ήθελε να μιλήσει για τίποτα άλλο πέρα από τους Ινδιάνους της Αμερικής τους οποίους υποστήριζε θερμά αλλά και για το κίνημα της οικολογίας.
-Είναι γνωστό πως είχε έντονα συναισθήματα συμπαράστασης προς εκείνους. Μίλησε πολύ για τους Ινδιάνους;
Στο 90 τοις εκατό της συνέντευξης. Του έκανα 400 ερωτήσεις για το θέμα αυτό. Μιλήσαμε και για άλλα πράματα. Για την ηθοποιία, για τους μεγάλους ρόλους και για τη ζωή του.
-Χάρη στη συνέντευξη με τον Μάρλον Μπράντο δέχτηκε να σας μιλήσει ο Αλ Πατσίνο;
Τον θαύμαζε πολύ. Θεωρούσε ότι ήταν ο καλύτερος ηθοποιός. Είχαν συνεργαστεί προηγουμένως και στοThe Gοdfather του Κόπολα. Διαβάζοντας τη συνέντευξη, εντυπωσιάστηκε. ‘Ήταν το 1979 όταν πραγματοποιούσε τα γυρίσματα για την ταινία Cruising. Ο ατζέντης του πρότεινε να δώσει μια συνέντευξη με αφορμή την ταινία. Ο Pacino δέχτηκε με τον όρο να την δώσει στον δημοσιογράφο που είχε ξεκλειδώσει τον Brando. Χρειάστηκαν 35 ώρες συνομιλίας για τη συνέντευξη. Όμως ο Αλ ήθελε να βρεθούμε ξανά για να τα λέμε. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με τον Αλ Πατσίνο που εξελίχθηκε σε μια καλή φιλία μέσα στα επόμενα χρόνια. Έχουμε δει αγώνες μαζί. Έχουμε παίξει σκάκι, τένις και χαρτιά. Τον έχω φιλοξενήσει σπίτι μου και εκείνος στο δικό του.

-Κρατήσατε φιλικές σχέσεις και με άλλους celebrities;
Όχι σε τέτοιο βαθμό. Είχα κρατήσει καλές επαφές με αρκετούς celebrities που τους προηγουμένως τους είχα πάρει συνέντευξη. Γύρω στους 40. Ο Λουτσιάνο Παβαρότι είχε έρθει καλεσμένος στο σπίτι και είχε ξετρελαθεί με τα dumplings της συζύγου μου. Η Σάρον Στόουν την είχε λατρέψει, επίσης. Με τη Νικόλ Κίντμαν είχαμε φάει σούσι όλοι μαζί οικογενειακώς. Ωραία, επίσης, είχαμε περάσει με την Αντζελίνα Τζολί και με τον Χάρισον Φορντ.
-Είχατε την τύχη να είστε ο τελευταίος δημοσιογράφος που πήρε συνέντευξη από τον Τρούμαν Καπότε.
Τον γνώρισα το 1982, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του. Ήταν δύσκολα χρόνια για εκείνον. Είχε επιβαρυνθεί η υγεία του λόγω των ναρκωτικών και του αλκοόλ. Βρισκόταν σε μια προσπάθεια επεξεργασίας του τελευταίου και ανολοκλήρωτου μυθιστορήματός του, το Όταν Οι Προσευχές Εισακούονται. Σε μια συζήτηση που είχα κάνει με τον Τζέημς Μίτσελ μου είχε αναφέρει πως αν ο Τρούμαν Καπότε είχε ολοκληρώσει το βιβλίο του, θα ήταν το πιο αξιομνημόνευτο βιβλίο του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Ο Καπότε μου μίλησε σχετικά με το πώς έγραψε το αριστούργημα του, το Εν Ψυχρώ, για τους προσωπικούς του δαίμονες με τις καταχρήσεις αλλά και για την ομοφυλοφιλία του. Κάτι που επίσης σημαντικό είναι ότι δεν τον ένοιαζε τίποτα σχετικά και με τους άλλους. Μου κατέθεσε την ειλικρινή γνώμη του για τον Γκορ Βιντάλ, τον Νόρμαν Μέιλερ και την Τζόυς Κάρολ Όουτς. Ήταν ένας από τους πιο ενδιαφέροντες συνομιλητές που έχω συναντήσει. Ειδικά, μετά από μερικά ποτήρια βότκα.

-Μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως τον Όσκαρ Ουάιλντ της εποχής του;
Κατά μία έννοια, ναι. Απλά, ο Καπότε δεν είχε μεγάλη παραγωγή βιβλίων.
-Στη μακρόχρονη καριέρα σας πραγματοποιήσατε συνεντεύξεις με σπουδαίες προσωπικότητες παγκόσμιας εμβέλειας. Μου αναφέρατε ιστορίες με ανθρώπους που κρατήσατε καλές σχέσεις. Υπήρξαν περιπτώσεις που δεν υπήρξε χημεία και οι συνεντεύξεις δεν πήγαν τόσο καλά;
Ναι, συνέβη και αυτό. Μου έρχονται στο μυαλό οι περιπτώσεις δύο ηθοποιών. Με τον Φρέντι Πρινζ Τζούνιορ που ήταν αρκετά παράξενος τύπος και με τον Ρόμπερτ Μίτσαμ που ήταν ακραίος αντισημίτης και έλεγε απαράδεκτα και τραγικά πράγματα.
-Κάποια συνέντευξη που δεν υλοποιήθηκε και την έχετε απωθημένο;
Θα σου πω για μια συνέντευξη που αφενός υλοποιήθηκε, αφετέρου την έχω ως απωθημένο. Με την Μέριλ Στριπ. Είχαμε κανονίσει να της πάρω συνέντευξη στο πλατό, όταν γύριζε το Ο Θάνατος Σου Πάει Πολύ. Βρέθηκα στις έξι και μισή το πρωί στο γύρισμα. Επικρατούσε ένας πανικός. Μια μακιγιέρ την ετοίμαζε για τη σκηνή που θα γύριζαν εκείνη τη μέρα. Μπορούσε να μου διαθέσει μία ώρα. Η συνέντευξη έγινε αλλά δεν είπαμε όλα αυτά που ήθελα. Της ζήτησα να μιλήσουμε ξανά. Μου είπε πως θα το κανόνιζε με κάποιον συνεργάτη της, να με καλέσουν ξανά για να ορίσουμε μια δεύτερη συνάντηση. Δεν με κάλεσε ποτέ κανείς. Και μετάνιωσα που επαναπαύτηκα που με διαβεβαίωσε και δεν της ζήτησα το τηλέφωνο της, ώστε να την καλούσα εγώ. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε τελικά στο περιοδικό Movieline. Δεν ήταν κακή συνέντευξη αλλά δεν ανταποκρινόταν απόλυτα σε αυτό που είχα οραματιστεί.
-Κάποια άλλη που δεν εξελίχθηκε καλά κατά τη διαδικασία;
Με τον Γουόρεν Μπίτι. Κάναμε μια ζεστή και ενδιαφέρουσα συζήτηση. Ώσπου σε κάποιο σημείο της συνέντευξης τον ρώτησα σχετικά για μια φήμη που υπήρχε όσον αφορά τα οικονομικά του, πως χρωστούσε αρκετά εκατομμύρια δολάρια. Εκείνη τη στιγμή προφασίστηκε ότι κάποιος του χτυπούσε την πόρτα του σπιτιού του και πως έπρεπε να πάει να ανοίξει να δει ποιος ήταν. Αυτό ήταν. Δεν μιλήσαμε ξανά στο τηλέφωνο. Το περιστατικό αυτό με έμαθε πως αν θέλω να ρωτάω για τα οικονομικά κάποιου, θα πρέπει να ρωτάω στο τέλος.
-Είστε ένας διακεκριμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας. Τί καθόρισε την επιτυχία σας; Το θάρρος; Η αυτοπεποίθηση; Η προσωπική δουλειά; Η τύχη;
Όλα μαζί συνδυαστικά. Δεν εξαιρώ κανένα. Αν δεν υπήρχε κάποιο από αυτά δεν θα βρισκόμουν εδώ που βρίσκομαι. Πιθανότατα να μην μιλούσαμε και αυτή τη στιγμή.
-Ήταν δύσκολο να ισορροπήσετε μεταξύ της επαγγελματικής και της προσωπικής σας ζωής λόγω των απαιτήσεων που υπήρχαν;
Είμαι τυχερός που η σύζυγός μου δεν με έχει χωρίσει μέχρι στιγμής(Γέλια).
-Ε, δεν ήταν και εύκολο. Η ζωή ενός δημοσιογράφου είναι αρκετά απαιτητική.
Οι συνεντεύξεις και τα προφίλ που έφτιαχνα απαιτούσαν χρόνο για την έρευνα, την συλλογή υλικού, τις πολλές μέρες συνεντεύξεων και την απομαγνητοφώνηση. Αν κάποιος δεν το έχει ζήσει με τους ρυθμούς που το έζησα εγώ, δεν μπορεί να το καταλάβει.
-Βρεθήκατε δίπλα σε πολύ γνωστά ονόματα και ζήσατε προσωπικές στιγμές μαζί τους. Ταξιδέψατε, διασκεδάσατε, μείνατε μαζί τους. Φοβηθήκατε μήπως αλλοτριωθείτε από τον τρόπο ζωής τους;
Με τον Αλ Πατσίνο μπορεί να παίρναμε το αεροπλάνο και να πάμε σε μια άλλη πολιτεία απλά για να δούμε έναν αγώνα ή να βρεθούμε για μια εβδομάδα σε μια χώρα τη Ευρώπης. Έτσι ξαφνικά. Επειδή του Αλ του είχε έρθει η ιδέα στο μυαλό και ήθελε να κάνει αυτό που σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή. Είναι ωραίο αυτό να το ζεις από κοντά. Το έζησα μέσα στα πλαίσια των επαφών μου με τους celebrities. Δαν θα άφηνα τη φήμη και την λάμψη να με καταπιούν και να με καταστρέψουν. Πάνω από όλα έβαζα την οικογένειά μου.
-Αν γυρίζατε τον χρόνο πίσω θα αλλάζατε κάτι στη διαδρομή σας;
Τίποτα απολύτως. Είμαι απόλυτα ευτυχισμένος με όσα έχω ζήσει ως τώρα στη ζωή μου.
-Τι είναι ευτυχία για εσάς;
Να μην στενοχωριέσαι για πράγματα που δεν αξίζει να τους δίνεις σημασία.
-Κάποιο συμβάν που σας στενοχώρησε αλλά έπρεπε να του δώσετε σημασία;
Όταν ο εγγονός μου ήταν δύο χρονών πέρασε μια περιπέτεια με καρκίνο. Κράτησε δυο χρόνια η ιστορία αυτή. Με τις χημειοθεραπείες και την ιατρική παρακολούθηση. Ήταν δύο δύσκολα χρόνια. Είχαμε όλοι την έγνοια μας για εκείνον. Αλλά όταν το παιδί ξεπέρασε το θέμα υγείας έπαψα να στενοχωριέμαι. Ήμουν χαρούμενος όσο ποτέ.
-Η άποψή σας για τον Ντόναλντ Τραμπ;
Στα χρόνια της διακυβέρνησής του ο Ντόναλντ Τραμπ έχει οδηγήσει την δημοκρατία σε κατάρρευση. Είναι ο λάθος άνθρωπος στο πηδάλιο της Αμερικής. Ένας ανόητος που λόγω της ανοησίας του έχει γίνει επικίνδυνος.
-Ο μεγάλος σας φόβος;
Να μην καταστρέψουμε ολοκληρωτικά αυτό το θαύμα που λέγεται πλανήτης Γη. Δυστυχώς, το προσπαθούμε με κάθε τρόπο.
-Τα σχέδιά σας για το μέλλον;
Έχω γράψει αρκετά σενάρια. Θα ήθελα να τα δω να υλοποιούνται και να γίνουν ταινίες κάποια στιγμή. Ειδικά, εκείνο που έχω γράψει για τη ζωή του Μάρλον Μπράντο. Αλλά δεν έχω κάποιον ατζέντη. Δεν μπορώ να ασχοληθώ με τις διαδικασίες για να τα προωθήσω και να τα αγοράσουν.
-Είχα διαβάσει σε κάποια παλαιότερη συνέντευξη σας πως αν αυτό το σενάριο γινόταν ταινία θα θέλατε τον ρόλο του Μάρλον Μπράντο να τον ερμηνεύσει ο Γούντυ Χάρελσον.
Μα ναι! Είναι καταπληκτικός ηθοποιός. Και έχουν ομοιότητα μεταξύ τους. Αν έχεις κάποια επαφή με τον Χάρελσον και μπορείς να τον κλείσεις για την ταινία, έχεις το ελεύθερο από μένα (Γέλια).
-Η συμβουλή που θα δίνατε σε έναν νέο άνθρωπο για να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα;
Να ακολουθεί τα όνειρά του. Όλοι έχουμε μια ζωή. Ας την ζούμε όπως θέλουμε και να κάνουμε αυτά που αγαπάμε.
-Τί σας έρχεται στο νου όταν λέτε το όνομα Lawrence Grobel;
Όταν οι άνθρωποι διαβάζουν το όνομά μου θα ήθελα να θυμούνται κάτι που έγραψα και εκείνοι το έχουν διαβάσει.
-Κύριε Grobel σας ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.
Εγώ σε ευχαριστώ Χρήστο.
Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο

