Η ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή δεν περιορίζεται στη βιογραφική αποτύπωση ενός ιστορικού προσώπου, αλλά λειτουργεί ως μια ευρύτερη κριτική ματιά πάνω στην ελληνική κοινωνία και τις διαχρονικές της παθογένειες. Μαζί με την ερμηνεία των γεγονότων επιχειρεί να ερμηνεύσει και τους χαρακτήρες, συγκρούσεις και νοοτροπίες που μοιάζουν επίκαιρες ακόμη και σήμερα. Μέσα από τη μορφή του Ιωάννη Καποδίστρια, αναδεικνύεται η σύγκρουση ανάμεσα στο όραμα ενός οργανωμένου κράτους και σε μια κοινωνία όπου την πραγματική εξουσία ασκούν οι λίγοι.
Η αφήγηση εξελίσσεται με αργό, στοχαστικό ρυθμό, επιλογή που υπηρετεί τη συναισθηματική προσέγγιση της ιστορίας. Ο θεατής δεν καλείται απλώς να παρακολουθήσει γεγονότα, αλλά να τα νιώσει. Συναισθηματικά, η ταινία αφήνει μια πολύ όμορφη και βαθιά αίσθηση, καθώς αποτυπώνει τη μοναξιά, την εσωτερική πάλη και την απογοήτευση ενός ανθρώπου που προηγείται της εποχής του.
Σκηνοθετικά, ο Σμαραγδής παραμένει πιστός στη χαρακτηριστική του γραφή, με σταθερές λήψεις και αυστηρά καδραρισμένα πλάνα. Η ακίνητη κάμερα ενισχύει το αίσθημα βαρύτητας και εγκλωβισμού, υπογραμμίζοντας την αδυναμία του ήρωα να κινηθεί ελεύθερα μέσα σε ένα σύστημα που αντιστέκεται στην αλλαγή. Τα τοπία και οι χώροι λειτουργούν συμβολικά, ως καθρέφτης μιας χώρας όμορφης αλλά ανοργάνωτης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η ελληνική κοινωνία: μια κοινωνία όπου οι πολλοί παραμένουν στο περιθώριο και οι λίγοι οι κοτζαμπάσηδες και οι τοπικοί παράγοντες κάνουν κουμάντο, υπονομεύοντας κάθε θεσμική προσπάθεια. Ο Καποδίστριας προβάλλεται ως ξένο σώμα, εγκλωβισμένος ανάμεσα στην ακεραιότητα και την πολιτική πραγματικότητα.
Με διάρκεια περίπου δύο ωρών, η ταινία στηρίζεται σε ένα καστ Ελλήνων ηθοποιών που υπηρετούν με συγκράτηση και σοβαρότητα το ύφος του έργου, αποφεύγοντας τις υπερβολές και ενισχύοντας τον δραματικό χαρακτήρα της αφήγησης.
Ο «Καποδίστριας» δεν είναι μια ταινία εύκολη ή θεαματική. Είναι όμως μια ήσυχη, αξιοπρεπής και συναισθηματικά φορτισμένη κινηματογραφική εμπειρία που αφήνει έναν επίμονο απόηχο· μια υπενθύμιση ότι το όραμα, όταν δεν συμβιβάζεται με την εξουσία, συχνά πληρώνεται με μοναξιά και σιωπή.
Απέκαμα! Αλλ’ όμως θα παραμείνω στη χαλάστρα, μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής μου και ας κινδυνεύσω να χαθώ…
Ι.Κ.

Διαβάστε περισσότερα: εδώ
