Με τη Μανίνα Ζουμπουλάκη βρεθήκαμε με αφορμή το τελευταίο της λογοτεχνικό παιδί, το Πεθαίνω για Σένα. Ένα βιβλίο εμπνευσμένο από τον κυκεώνα της ενδοοικογενειακής βίας και των γυναικοκτονιών που ξεφυτρώνουν σαν τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας. Ενώ μιλάμε, έρχονται στιγμές που την κοιτάζω και παρατηρώ το εξής. Η Μανίνα, γεμίζει το ποτήρι μου με νερό κάθε φορά που εγώ το αδειάζω. Δεν ήταν απλά μια ευγενική κίνηση. Ήταν κάτι διαφορετικό το οποίο διέκρινα. Λειτούργησε φροντιστικά. Σαν μαμά… Θαυμάζω τον τρόπο που γράφει, πλέκοντας ηρωίδες γυναίκες οι οποίες περνώντας δια πυρός και σιδήρου, στο τέλος πάντα τα καταφέρνουν. Ακόμα και η ίδια, είναι φύσει και θέσει αισιόδοξη. Όπως μου αναφέρει, πάντοτε πιστεύει πως όλα θα πάνε καλά. Τολμήσαμε μια γλυκύτατη διαδρομή από τη Καβάλα της δεκαετίας του 60 μέχρι το σήμερα. Μιλήσαμε για τις πρώτες εικόνες, τις μνήμες, τη δημοσιογραφία, το γράψιμο, το σινεμά, και άλλα πολλά. Με αφορμή την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου της που θα λάβει χώρα την Τετάρτη 24 Ιουνίου στις 20.30 στο Public Café Συντάγματος συνομιλήσαμε για το yourearticles.
-Γεννήθηκες στην Καβάλα. Τί θυμάσαι;
Ήταν ένα όμορφο επαρχιακό μέρος, όπου παίζαμε όλα τα παιδιά ανέμελα, χωρίς κανέναν φόβο. Η Καβάλα έχει το προτέρημα της θάλασσας. Οπότε, όλες μας οι κοπάνες κατέληγαν εκεί. Θυμάμαι τον Μπάτη, μια παραλία που πήγαινα συχνά με την μητέρα μας. Μάλιστα, επισκέφτηκα το μέρος πριν μερικά χρόνια και διαπίστωσα ότι έχει διατηρηθεί αναλλοίωτο. Αντίκρισα την ίδια θάλασσα που κολυμπούσα ως παιδί. Θυμάμαι επίσης ένα καφέ στο οποίο σύχναζα, την Μυροβόλο Άνοιξη, που έδωσε και το όνομα στη πρώτη συλλογή διηγημάτων που εξέδωσα.
-Τα πήγαινες καλά με το διάβασμα;
Βέβαια. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία. Διάβαζαν πολύ και οι δύο γονείς μας. Διαφορετικά είδη ο καθένας τους.
-Ποια ήταν τα πρώτα σου αναγνώσματα;
Μελέτησα όλη τη σειρά με τα παιδικά βιβλία των εκδόσεων Άγκυρα. Μετά έπεσα πάνω στον Ιούλιο Βερν και τον Κάρολο Ντίκενς. Από Έλληνες λογοτέχνες διάβασα έργα του Καραγάτση, του Ανδρέα Καρκαβίτσα και της Πηνελόπης Δέλτα που τους κάναμε και στο σχολείο. Το πρώτο ώριμο έργο που διάβασα ήταν το Δόκτωρ Ζιβάγκο. Συγκλονίστηκα. Μετά είδα και την ταινία και τη γούσταρα πολύ. Μετά την Μεταπολίτευση ήρθα σε επαφή και με άλλους δημιουργούς. Ανακάλυψα τον Στρατή Τσίρκα, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον Μενέλαο Λουντέμη.
-Ήξερες από νωρίς ότι θα ασχοληθείς με το γράψιμο και την δημοσιογραφία;
Καλέ όχι. Ήθελα να γίνω γυμνάστρια. Πήγα στην Αμερική έχοντας κερδίσει μια υποτροφία σε μια γυμναστική ακαδημία. Αυτό ήταν το όνειρό μου. Εξάλλου, στην Καβάλα της δεκαετίας του 60 και του 70 δεν υπήρχε η προοπτική στον ορίζοντα για ένα παιδί να γίνει συγγραφέας ή δημοσιογράφος. Δεν υπήρχε κάποιος άνθρωπος κοντά μας που να λειτουργήσει ως τέτοιο πρότυπο.
-Πώς ανατράπηκε αυτή η κατάσταση και απέναντί μου αντί να έχω μια γυμνάστρια έχω μια συγγραφέα και δημοσιογράφο;
Θα σου πω. Ήμουν 18 ετών και σπούδαζα στην Αμερική. Εκεί που βρισκόμουν μου έστελναν από την Καβάλα τον Ταχυδρόμο. Η Έλενα Ακρίτα που έγραφε στο περιοδικό, ασχολιόταν με το Κλαμπ των Νέων, όπου έκανε έναν διαγωνισμό διηγήματος. Διάφοροι νέοι της έστειλαν διηγήματα. Μεταξύ αυτών, έστειλα και εγώ παίρνοντας το πρώτο βραβείο. Το γεγονός αυτό όμως συνέπεσε με μια άσχημη συγκυρία. Σκοτώθηκε ο παιδικός μου φίλος και έπρεπε να έρθω στην Ελλάδα. Όταν έφτασα στην Αθήνα κάλεσα τηλεφωνικά στον Ταχυδρόμο. Βρήκα την Έλενα Ακρίτα και μου είπε να περάσω από τα γραφεία για να παραλάβω το βραβείο, το οποίο ήταν ένα χρηματικό έπαθλο. Πήγα και γνώρισα την Ακρίτα. Εκείνη με τη σειρά της με γνώρισε στον Νίκο Κυριαζίδη που ήταν ο διευθυντής του περιοδικού και μου έδωσαν το χρηματικόέπαθλο των 3000 δραχμών.
-Πολλά λεφτά για εκείνη την εποχή να φανταστώ;
Πλάκα κάνεις; Εξωφρενικό ποσό. Για να καταλάβεις, όταν νοίκιασα σπίτι, το νοίκι ήταν στις 500 δραχμές.
-Και πώς εξελίχθηκε η κατάσταση στην συνέχεια;
Πήγα στην Αμερική. Έδωσα εξετάσεις για την περίοδο που σπούδαζα. Μάζεψα τα πράγματα μου και αποφάσισα να επιστρέψω και να μείνω στην Ελλάδα. Μίλησα με τον Κυριαζίδη και του ζήτησα να δουλέψω στον Ταχυδρόμο. Και με έβαλε να ξεκινήσω γράφοντας τις μικρές αγγελίες. Παράλληλα, έψαχνα να βρω και μια άλλη δουλειά για να καλύπτω τα έξοδα μου. Βρήκα σε ένα βιβλιοπωλείο στην οδό Κυψέλης.
-Μετά τις μικρές αγγελίες πέρασες και στην αρθρογραφία. Θυμάσαι το πρώτο σου άρθρο στον Ταχυδρόμο;
Ήταν ένα ρεπορτάζ για το μυστήριο της εξομολόγησης. Πήγα σε δέκα εκκλησίες και όσα παρατήρησα τα κατέγραψα στο άρθρο μου. Και δεν ήταν και τα καλύτερα αυτά που παρατήρησα.
-Για πες μου για αυτά.
Έγραψα για το πόσο εύκολα ξεπέταγαν τον κόσμο οι παπάδες, το πόσο εύκολα δεν έδιναν σημασία κλπ. Είχε γίνει μεγάλο θέμα επειδή η Αρχιεπισκοπή είχε κάνει μήνυση στο περιοδικό. Αλλά ο Νίκος Κυριαζίδης δεν πτοήθηκε καθόλου.
-Πήρες το χρίσμα σα να λέμε.
Στη συνέχεια, ξεκίνησα να πηγαίνω στα meetings του περιοδικού και άρχισα να προτείνω θέματα που τους άρεσαν. Ήμουν στη γύρα και έγραφα θέματα που αφορούσαν τα νέα παιδιά. Άγγιζα τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς τους. Έγραφα συνεχώς.
-Από τους ανθρώπους που σε στήριξαν στα πρώτα σου βήματα ήταν ο Φρέντυ Γερμανός. Πώς τον γνώρισες;
Τον γνώρισα όταν πήγα σπίτι του για να του πάρω μια συνέντευξη για το ΚΛΙΚ. Εκείνη την εποχή είχε κυκλοφορήσει η δεύτερη συλλογή διηγημάτων μου που σου ανέφερα πιο πάνω, Η Μυροβόλος Άνοιξις. Όταν τέλειωσε η συνέντευξη ου άφησα το βιβλίο για να το διαβάσει. Λίγες μέρες μετά με πήρε στο τηλέφωνο και με ρώτησε αν θα κάνω παρουσίαση Ήλθε και μίλησε για το βιβλίο με τέτοιο τρόπο που σοκαρίστηκα. Ήταν ευγενής και υποστηρικτικός.
-Πώς γνωρίστηκες με τον Βασίλη Βασιλικό;
Ο Βασίλης Βασιλικός έκανε μια εκπομπή στο κανάλι της ΕΡΤ για το βιβλίο και με κάλεσε να μιλήσουμε για τα Κενά Μνήμης. Αρχίσαμε να μιλάμε για τα μέρη που καταγόμαστε, τη Θάσο εκείνος και την Καβάλα εγώ. Δημιουργήθηκε ένα ζεστό κλίμα μεταξύ μας.
-Ένα από τα άτομα που σε στήριξε ήταν και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Ο Λευτέρης με βοήθησε ψυχολογικά και συναισθηματικά. Εξαιρετικός.
-Εργάστηκες σε κορυφαία Lifestyle περιοδικά. Τί σκέψεις σου γέννησε η κρίση που έλαβε χώρα στα παραδοσιακά ΜΜΕ;
Το 2010 άρχισαν να κλείνουν ένα προς ένα τα περισσότερα περιοδικά. Όσα απέμειναν μετατράπηκαν σε ένθετα μέσα σε μεγάλες εφημερίδες. Όσοι γράφουμε αντιληφθήκαμε μια άλλη πραγματικότητα, ότι τα έντυπα μέσα μπήκαν σε μια νέα τροχιά. Γίνανε διαδικτυακά. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό. Αυτό που ξέρω είναι πως κάθε πρωί ανοίγω τον υπολογιστή και έχω την δυνατότητα να μπορώ να μπω σε όσα sites θέλω ταυτόχρονα και να διαβάσω αυτά που δημοσιεύουν. Επίσης, η τελευταία γενιά βιβλιοφάγων είναι τα άτομα της δικής σου ηλικίας. Οι επόμενες γενιές μετά από εσένα έχουν γαλουχηθεί με το κινητό. Έχουν άλλη σχέση με το διάβασμα.
-Σε απασχολεί το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης;
Δεν την χρησιμοποιώ για να σου πω την αλήθεια. Έχω φίλους που την χρησιμοποιούν με τρέλα. Αυτό με θυμώνει, μπορώ να σου πω.
-Φοβάσαι μήπως αντικαταστήσει τον άνθρωπο και τα συναισθήματα;
Δεν νομίζω. Σίγουρα θα εξελιχθεί. Ακόμα βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο. Αλλά δεν πιστεύω πως θα αντικαταστήσει το ανθρώπινο συναίσθημα. Και να γίνει αυτό όμως, δεν θα ζω για να το δω. Θα γίνει κοντά στο 3000 Μ.Χ.
-Μίλησε μου για τα βιβλία σου. Από πού αντλούσες την έμπνευση για να γράψεις;
Το βασικό που κυριαρχεί σε όλα τα βιβλία μου είναι η ύπαρξη ενός συναισθήματος. Ήθελα πάντα να υπάρχει κάτι που να με κινητοποιεί να κάτσω και να γράψω. Αυτό το συναίσθημα μπορεί να ξεκινήσει από μια προσωπική ιστορία, από μια κουβέντα που άκουσα ή από μια σκηνή που είδα στο μετρό.
-Βασικός πυρήνας των βιβλίων σου είναι η γυναίκα. Ως ύπαρξη και ως σύμβολο. Ποια είναι η θέση της γυναίκας σήμερα;
Η γυναίκα είναι ακόμα πολίτης δεύτερης κατηγορίας. Δες το μισθολογικά και μόνο μέσα από τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Τι συζητάμε;
-Έχεις βιώσει σεξισμό;
Έχω ακούσει αρκετές γλοιώδεις μπούρδες και αηδίες. Αλλά έκανα τον μαλάκα.
-Αγαπημένα δικά σου βιβλία;
Θα σου αναφέρω δύο βιβλία. Το πρώτο είναι τα Αόρατα Κορίτσια, ένα ιστορικό βιβλίο το οποίο περιλαμβάνει κομμάτια από τη μια μεριά της οικογένειάς μου, από το σόι του πατέρα μου. Το δεύτερο είναι Η Σκόνη της Ημέρας που το οποίο περιλαμβάνει κομμάτια από τη μια μεριά της οικογένειάς μου, από το σόι της μητέρας μου.
-Πρόσφατα, κυκλοφόρησε το τελευταίο σου βιβλίο που τιτλοφορείται Πεθαίνω για Σένα, το οποίο πραγματεύεται την λαίλαπα της ενδοοικογενειακής βίας και των γυναικοκτονιών. Τί σε κινητοποίησε να καταπιαστείς με το θέμα;
Με στεναχωρούσε πάντοτε και με στεναχωρεί ακόμα και σήμερα αυτή η κατάσταση της ενδοοικογενειακής βίας. Δεν είναι κάτι σημερινό. Και παλιά συνέβαινε το φαινόμενο αλλά δεν του δίναμε τόση σημασία. Μάλιστα, είχα μια φίλη στο κοντινό μου περιβάλλον η οποία είχε βιώσει έντονη κακοποίηση στο γάμο της. Οπότε, το έχω βιώσει από πολύ κοντά. Και εγώ ακόμα, έχω περάσει χειριστικές συμπεριφορές σε παλαιότερες σχέσεις μου. Οι λόγοι αυτοί με οδήγησαν να γράψω μια τέτοια ιστορία, αποσκοπώντας στο να κινητοποιήσω τις γυναίκες που υφίστανται ενδοοικογενειακή βία να μιλήσουν για αυτήν.
-Από πού πηγάζει η ενδοοικογενειακή βία;
Από την δομή της πατριαρχικής κοινωνίας. Όπως αντιλαμβάνεσαι και εσύ, δεν έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα από το παρελθόν. Η σημερινή γυναίκα σε πολλές περιπτώσεις είναι διπλά εργαζόμενη. Δουλεύει στη δουλειά της, δουλεύει και στο σπίτι κάνοντας τις δουλειές του σπιτιού. Και φυσικά μέσα σε αυτό προστίθενται η οικονομική εξάρτηση, η συνεξάρτηση μεταξύ του ζευγαριού και η υπομονή που δείχνει η γυναίκα ελπίζοντας πως η σχέση ή ο γάμος θα φτιάξει. Μα δεν φτιάχνει. Διαρκώς, χαλάει παραπάνω οδηγώντας σε άσχημα αποτελέσματα.
-Πιστεύεις θα αλλάξει αυτή η κατάσταση;
Έχω ελπίδα στις νεότερες γενιές. Σε παιδιά της δικής σου ηλικίας που φτιάχνουν τώρα τις οικογένειες τους. Διαμορφώνουν διαφορετικές σχέσεις μεταξύ τους. Πιο ισότιμες.
-Έχεις γράψει σενάρια για το σινεμά και την τηλεόραση. Είναι πιο εύκολη η διαδικασία υλοποίησης ενός σεναρίου από την υλοποίηση ενός βιβλίου;
Καθόλου. Το βιβλίο είναι πολύ πιο εύκολο. Κάθομαι, βράζω στο ζουμί μου και γράφω. Εντελώς μόνη μου. Στο σενάριο συνήθως συνεργάζομαι με κάποιον άλλον σεναριογράφο. Όπως έχει γίνει στο τηλεοπτικό Ξέχασε Με που έγραφα μαζί με τον Βαγγέλη Νάση. Και φυσικά, στη περίπτωση του σινεμά και της τηλεόρασης, υπάρχει και ο σκηνοθέτης με τον οποίο συνεργάζομαι στενά για την οπτικοποίηση του σεναρίου.
-Η πρώτη σου συνεργασία στο σινεμά ήταν με τον Γιώργο Πανουσόπουλο στην Ελεύθερη Κατάδυση. Πώς τον θυμάσαι;
Με τις καλύτερες αναμνήσεις. Ο Πανουσόπουλος ήταν Θεός. Είχαν πέσει στα χέρια του Κενά Μνήμης. Του είχε δώσει να τα διαβάσει η Δήμητρα Παπαδήμα. Του άρεσε πολύ και αποφάσισε να δουλέψουμε μαζί κάνοντας μια ταινία. Δίπλα του έμαθα το σενάριο. Όχι από τεχνική άποψη, αλλά από συναισθηματική.
-Ξεχωρίζω τη συνεργασία σου με την Όλγα Μαλέα στο Ριζότο.
Ήταν εξαιρετική η συνεργασία με την Όλγα. Χρόνια πριν γνωριστούμε και δουλέψουμε, είχε σκηνοθετήσει ένα ντοκιμαντέρ το οποίο είδα και μου έκανε εντύπωση. Της ζήτησα να μου δώσει συνέντευξη για τον Ταχυδρόμο. Αρχίσαμε να μιλάμε και κολλήσαμε. Στο Ριζότο ουσιαστικά μιλήσαμε για τις σχέσεις μας με τους άνδρες. Ήταν μια όμορφη ταινία. Πήγε καλά εισπρακτικά και έκανε αίσθηση.
-Πώς αντιλαμβάνεσαι τη νέα γενιά; Πώς τα πάει με το φλερτ;
Εξαιρετικά. Επικρατεί μια άλλη εποχή στην οποία ζούνε οι νέοι, έχουν έναν διαφορετικό, έναν δικό τους τρόπο και κώδικα επικοινωνίας. Αλλά βγαίνουν έξω, ξενυχτάνε, γνωρίζονται, κάνουν έρωτα. Αυτή η καραμέλα που μασάνε ορισμένοι μεγαλύτεροι κατακρίνοντας τους νέους έχει να κάνει με την αδύνατη μνήμη τους. Υπήρξαν και αυτοί νέοι. Απλώς το ξέχασαν.
-Τί άνθρωπος είναι η Μανίνα Ζουμπουλάκη;
Δημιουργική και αισιόδοξη. Πάντοτε, πιστεύω πως όλα θα πάνε καλά.
-Έχεις μετανιώσει για κάτι στην ζωή σου;
Όχι. Το να μετανιώσει κάποιος για κάτι που συνέβη, είναι τσάμπα κόπος.
-Έχεις πληγώσει ανθρώπους;
Και έχω πληγώσει και με έχουν πληγώσει.
-Πότε έκλαψες τελευταία φορά;
Τον Φεβρουάριο που μας πέρασε, όταν έμαθα την απώλεια μιας αγαπημένης μου φίλης.
-Αν μπορούσες να συναντήσεις μια παγκόσμια φυσιογνωμία και να της κάνεις μια συνέντευξη για ένα περιοδικό, ποια θα διάλεγες;
Τον Πέδρο Αλμοδόβαρ. Μου αρέσει το σινεμά του και οι ιδέες που αναδεικνύει μέσα από αυτό.
-Τί είναι για σένα ο έρωτας;
Καταλυτικός παράγοντας. Λειτούργησε ως έμπνευση για βιβλία και σενάρια που έγραψα.
-Υπάρχει κάτι που φοβάσαι;
Ένας ομοιοπαθητικός μου είχε αναφέρει κάποτε ότι έχω ένα φόβο για το φάσμα της φτώχειας. Όταν μου το είπε, το αρνήθηκα. Στη πορεία, διαπίστωσα ότι είχε δίκιο.
-Κάτι που σε ενοχλεί;
Η κάθε μορφής ανισότητα στη κοινωνία.
-Το καταφύγιο σου;
Η κουζίνα, που είναι το μέρος που γράφω, το λάπτοπ και το κρεβάτι μου.
-Τί ονειρεύεσαι για το μέλλον;
Δικαιοσύνη και ισότητα στην κοινωνία.
-Η συμβουλή που θα έδινες σε έναν νέο άνθρωπο για να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα;
Να μην το βάζει κάτω. Τίποτα δεν είναι εύκολο αλλά η σκληρή δουλειά πάντα αποδίδει. Εγώ προσωπικά, δεν πιστεύω στο ταλέντο. Η επιτυχία είναι δέκα τοις εκατό ταλέντο. Το υπόλοιπο είναι η δουλειά που ρίχνουμε.
-Τί σου έρχεται στο νου όταν λες το όνομα Μανίνα Ζουμπουλάκη;
Ωραίοι διάλογοι.
-Μανίνα σε ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.
Εγώ σε ευχαριστώ Χρήστο.
Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο
Διαβάστε περισσότερες απόψεις για βιβλία και συνεντεύξεις συγγραφέων: εδώ

