Γιώργος Χατζηνάσιος: «Με λένε Γιώργο και ποτέ δεν τραγουδάω»

Συναντώ  τον σπουδαίο  Έλληνα συνθέτη Γιώργο Χατζηνάσιο μετά  τη πρώτη μας συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε  έντεκα χρόνια πριν. Βρισκόμαστε στο στούντιο του σπιτιού του όπου το κοσμούν οι δίσκοι της μουσικής του διαδρομής καθώς και δύο υπέροχα πιάνα. Πάνω σε ένα από αυτά, παρατηρώ μια κοινή φωτογραφία με τον αγαπημένο του φίλο και συνάδελφο Μίμη Πλέσσα. Είμαστε τυχεροί που τον διαθέτουμε τον Χατζηνάσιο. Ακούγοντας τη μουσική του, αντιλαμβάνεται κανείς έντονα  τις επιρροές από την τζαζ. Ακόμα και στις λαϊκές επιτυχίες που έχει υπογράψει. Προσωπικά, λατρεύω αφάνταστα τα σάουντρακ που έχει συνθέσει για το σινεμά. Για ταινίες όπως  το Αγκίστρι, το Ένα Γελαστό Απόγευμα και η Γλυκιά Συμμορία. Στις 24 Ιουνίου μαζί με τον Στέφανο Κορκολή θα εμφανιστούν με τα δύο τους πιάνα στο Κηποθέατρο Παπάγου παρουσιάζοντας μοναδική συναυλία σε μια μαγευτική καλοκαιρινή βραδιά. Σήμερα, τον φιλοξενώ στο yourearticles.

-Γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν πράγματα που θυμάστε;

Κατασκευή-ιστοσελίδας-e-shop-smart-web

Θυμάμαι την διαδρομή που έκανα σε καθημερινή βάση από το σπίτι μου  μέχρι το 5ο Γυμνάσιο. Ήταν μια διαδρομή δύο χιλιομέτρων. Στις δύο μεριές του δρόμου, στην οδό Βασιλίσσης Όλγας που μέναμε, υπήρχαν όμορφα σπίτια, αρχοντικά, που κατείχαν πλούσιοι Αρμένιοι και Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Εγώ με την οικογένειά μου μέναμε σε ένα φτωχικό σπίτι με δύο δωμάτια, παρότι βρισκόμασταν στον ίδιο δρόμο με τους ανθρώπους αυτούς. Οπότε, κοιτάζοντας τα σπίτια αυτά, φάνταζαν εξωπραγματικά στα μάτια μου.

-Η σχέση με τους γονείς σας;

Ήταν εξαιρετική. Η μητέρα μου ήταν από εκείνες τις παλιές γυναίκες. Φρόντιζε το σπίτι και όλη την οικογένεια. Εμένα, τα δύο αδέρφια μου και τον πατέρα μας. Ο πατέρας  μου ήταν ένας ήρωας που δούλευε και έβγαζε μεροκάματο για να μην μας λείψει τίποτα.

-Ο Αγάπιος Χατζηνάσιος, ο σπουδαίος σαξοφωνίστας, σωστά;

Βέβαια. Υπήρξε καταλυτική επιρροή για εμένα ο πατέρας μου. Ο άνθρωπος που με ενέπνευσε να γίνω μουσικός. Ξέρεις Χρήστο, εκείνα τα χρόνια, τα παιδιά συνήθιζαν να ακολουθούν την δουλειά του πατέρα τους. Φρόντιζαν οι πατεράδες τους για αυτό. Είτε ο πατέρας ήταν ξυλουργός, είτε δικηγόρος, είτε μουσικός τα έσπρωχνε προς τα εκεί. Κάποιες φορές αυτό πετύχαινε. Τις περισσότερες όχι. Στη δική μου περίπτωση, αυτό συνέβη επειδή τον  όταν ήμουν μικρός, με είχε ακούσει στον κήπο μας πίσω από κάτι καλαμιές που είχαμε στην αυλή να μουρμουρίζω κάποιες μελωδίες. Και αυτό τον κινητοποίησε να με βάλει στον κόσμο της μουσικής.

-Σε τι ηλικία ήσασταν;

Τριών με τεσσάρων. Παράλληλα, τον έβλεπα και στις φωτογραφίες με την ορχήστρα που έπαιζε το σαξόφωνό του. Ήταν καλοντυμένος με το σμόκιν και το παπιγιόν. Άψογος. Οπότε, αυτό καταγράφηκε μέσα μου.

-Θυμάμαι από παλαιότερη συνέντευξη μας τον λόγο που μου είχατε αναφέρει για τον οποίο διαλέξατε το πιάνο αντί το βιολί.

Το βιολί στηρίζεται στον ώμο και τον λαιμό του μουσικού. Από τα πρώτα χρόνια της μαθητείας ενός σολίστα στο βιολί μέχρι τα επόμενα χρόνια, αυτό το σημάδι από το βιολί μετατρέπεται σε μια μελανιά ανεξίτηλη. Βλέποντάς το σαν παιδάκι, είχα τρομάξει. Για τον λόγο αυτό στράφηκα στο πιάνο.

-Το πιάνο έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξης σας. Τόσο από την πορεία σας ως σολίστας όσο και ως συνθέτης. Μετά από τόσα χρόνια, τί σημαίνει για εσάς;

Το πιάνο είναι το εκτόπλασμα του εαυτού μου. Αν σκεφτείς πόσο πολύ έχω μελετήσει μέσα στα χρόνια… Από τα πρώτα βήματα μέχρι σήμερα που μιλάμε. Και παίζω πιάνο κάνοντας εξάσκηση καθημερινά.

-Πόση ώρα εξασκείστε;

Μιάμιση ώρα την ημέρα. Σαν να είμαι αθλητής. Κάνω ζέσταμα και εξασκώ τα δάχτυλα και το μυαλό μου. Το χέρι του πιανίστα πρέπει να βρίσκεται σε εγρήγορση. Να μπορεί να αντιδρά, να έχει ευχέρεια στους αυτοσχεδιασμούς.

-Σε πολύ μικρή ηλικία λειτουργούσατε με τρεις ταχύτητες. Σχολείο, Ωδείο και πιανίστας σε καμπαρέ. Αυτό πώς λειτούργησε;

Όμορφα. Ήταν απαιτητικό βέβαια, αλλά με σμίλεψε. Το καμπαρέ ήταν το πιο εύκολο κομμάτι από τα τρία. Όσο και αν ακούγεται παράξενο. Το μόνο που μου στερούσε ήταν η ώρα από τη μελέτη για το σχολείο. Το μόνο που φοβόμουν ήταν να μην μαθευτεί στη δασκάλα του Ωδείου ότι έπαιζα πιάνο στο καμπαρέ. Δεν ήθελαν οι καθηγητές στα Ωδεία για έναν μαθητή κλασικής μουσικής να εμπλακεί με άλλου είδους θεάματα. Οτιδήποτε ξέφευγε από τη κλασική, αποκτούσε την αύρα της αίρεσης. Ήταν μια στερεοτυπική άποψη που κυριαρχούσε

-Σαν μουσικό είδος σας επηρέασε πολύ η τζαζ. Τι σας κέντρισε; 

Ο αυτοσχεδιασμός που σου επιτρέπει να κάνεις παίζοντας. Μέσα από την τζαζ γίνεσαι συνθέτης του εαυτού σου και απολαμβάνεις περισσότερο και από το κοινό αυτό που κάνεις.

-Η τζαζ ήταν η  μία κολώνα που σας στήριξε. Η άλλη ήταν η κλασική μουσική.

Αυτά τα δύο είδη μπήκαν στο μίξερ και αποτέλεσαν τα θεμέλια μου. Οι επιρροές αυτών των μουσικών ειδών φάνηκαν στα τραγούδια που έγραψα.

-Ελληνική μουσική ακούγατε;

Δεν άκουγα καθόλου γιατί δεν υπήρχε τρόπος. Δεν είχαμε ραδιόφωνο εκείνη την εποχή στο σπίτι μας. Όταν αποκτήσαμε, το πρώτο πράγμα που άκουσα από ελληνική μουσική και με μάγεψε ήταν το Κουαρτέτο του Μίμη Πλέσσα. Τζαζ μελωδίες βέβαια αλλά από έναν μεγάλο Έλληνα συνθέτη. Ήταν μαγικό. Από τότε, τον θαύμασα τον Μίμη. Και τα έφερε η ζωή και γνωριστήκαμε, συνεργαστήκαμε και γίναμε φίλοι.

-Πότε κατεβήκατε στην Αθήνα;

Στα δεκαοκτώ μου, μαζί με τον Πάνο Γαβαλά.

-Συναντήσατε δυσκολίες στην αρχή;

Όχι ιδιαίτερες. Με τον Γαβαλά βρεθήκαμε σε ένα νυχτερινό μαγαζί που βρισκόταν λίγο πριν την Νεράιδα το οποίο έκλεισε μια βδομάδα μετά αφότου ξεκινήσαμε να παίζουμε. Είχε βγει όμως μια φήμη ότι ήμουν καλός πιανίστας. Συμπτωματικά, εκείνη την περίοδο ο συνθέτης Γιώργος Μουζάκης έψαχνε έναν πιανίστα. Βρέθηκα στο δρόμο του και με φώναξε να συνεργαστούμε.

-Πώς ήταν ο Μουζάκης;

Καταπληκτικός πάνω στη συνεργασία. Σαν άνθρωπος ανοιχτοχέρης και φιλόξενος. Ωραίος τύπος.

-Αλήθεια, ξεκινήσατε να γράφετε τραγούδια για να υπερβείτε τους ενδοιασμούς της οικογένειας της γυναίκας που αγαπήσατε και να σας την εμπιστευτούν;

Αλήθεια, πέρα ως πέρα Χρήστο.

-Θυμίζει αμερικάνικη ταινία. Ο φτωχός  και φιλόδοξος νέος που ζει το δικό του American Dream. Γίνεται  διάσημος, επιτυχημένος, κερδίζει και το κορίτσι στο τέλος.

Έτσι ακριβώς(Γέλια). Το ευχάριστο είναι ότι μετά από εξήντα  χρόνια είμαστε ακόμα μαζί με την Μαρία. Και δεν θα χωρίσουμε, φυσικά. Η μαγεία στο ζήτημα του γάμου είναι η συντροφικότητα. Ειδικά, στο τέλος. Και όσο περνάνε τα χρόνια και μεγαλώνεις, η ιδέα πως ένας από τους δύο θα φύγει πρώτος σου δημιουργεί τρόμο και δυστυχία. Αλλά, αυτά υπάρχουν στο παιχνίδι της ζωής.

-Πείτε μου για τα πρώτα σας τραγούδια. Ποιος σας τσίγκλησε από τον χώρο της δισκογραφίας;

Ο Σπύρος Ράλλης, ο μουσικός παραγωγός. Μου έλεγε: «Ρε Γιώργο, είσαι μεγάλο κορόιδο. Τι κάθεσαι και κάνεις ενορχηστρώσεις στα κομμάτια των άλλων συνθετών; Κάθισε να γράψεις δικά σου τραγούδια». Μου έστειλε στίχους της συζύγου του, της Σέβης Τηλιακού. Το πρώτο τραγούδι ήταν το Κρίμα το Μπόι Σου που τραγούδησε η Μαρινέλλα και που μάλιστα έδωσε τον τίτλο στην ομώνυμη ταινία με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Δεν είχα στο μυαλό μου να γράψω κάτι που να είναι καλό δείγμα της τζαζ. Αλλά κάτι που να κάνει επιτυχία και να αρέσει στον κόσμο.

Είχε στοιχεία τζαζ στην εισαγωγή όμως το τραγούδι αυτό.

Ναι. Έκανε εντύπωση η εισαγωγή αυτή. Και το τραγούδι, υπήρξε μεγάλη επιτυχία.

-Με ποιον συνεργαστήκατε μετά;

Μετά συνεργάστηκα σε τέσσερα τραγούδια με τον Φίλιππο Νικολάου για λογαριασμό της Philips. Ποτέ όμως δεν έγραφα κατά παραγγελία. Έπαιρνα τον στίχο στα χέρια μου και τον επεξεργαζόμουν. Έγραφα μουσική πάνω στα λόγια.

-Γράψατε διαχρονικά τραγούδια για μεγάλες φωνές. Στράτος Διονυσίου, Βίκυ Μοσχολιού, Σταμάτης Κόκοτας, Τάνια Τσανακλίδου, Μανώλης Μητσιάς, Αλέκα Κανελλίδου, Δημήτρης Μητροπάνος και πολλοί ακόμη. Ποια φωνή ήταν αυτή που ακουμπούσε πιο κοντά στα τραγούδια σας;

Η Δήμητρα Γαλάνη. Υπήρξε το τσέλο της ψυχής μου.

-Η Νάνα Μούσχουρη με την οποία συνεργαστήκατε δισκογραφικά στην Ενδεκάτη Εντολή;

Είχαμε μια ζεστή συνεργασία με τη Μούσχουρη. Ερχόταν κοντά μου σαν μαθήτρια. Είχε ανασφάλειες και όλο με ρωτούσε: «Γιώργο μου το είπα καλά;» «Νάνα μου ήταν πανέμορφο. Όλα καλά. Προχωράμε». Η Νάνα Μούσχουρη ήταν η μόνη τραγουδίστρια που όταν κάναμε τις βάσεις για τον δίσκο βρισκόταν σε ένα κουβούκλιο μαζί μας και τραγούδησε για να ακούμε εμείς τη μελωδία που θα συνοδεύουμε. Κάθε φορά μέχρι να γραφτεί το τραγούδι. Βάλε με το ν ου σου δώδεκα τραγούδια. Φαντάσου τι γινότανε.

-Από τις ανδρικές φωνές;

Ο Γιάννης Πάριος. Υπήρξε ο πιο εκφραστικός τραγουδιστής από τους άνδρες που δούλεψα μαζί του.

-Με τον οποίο κάνατε την Επίθεση Αγάπης, τον τελευταίο σας ολοκληρωμένο δίσκο με τραγούδια στη δισκογραφία.

Ακριβώς.

-Τι σας έκανε να πάρετε την απόφαση αυτή;

Η στάση του Μάκη Μάτσα. Όταν ετοιμάζαμε τον δίσκο ήρθε και μου είπε: Γιώργο, αποφασίσαμε να αλλάξουμε τακτική. Δεν θα βάζουμε στα εξώφυλλα τα εξώφυλλα. Εμεί δεν πουλάμε συνθέτες. Πουλάμε τραγουδιστές. Εγώ διαφώνησα με αυτό το καθεστώς που ήθελε να εγκαθιδρύσει. Του είπα να βάλει το όνομα μου στο δίσκο και δεν θα δουλέψουμε ξανά. Όπως και έγινε

-Υπήρξε πίκρα από πλευράς σας;

Καμία. Είχε τη γνώμη του, εγώ είχα την δική μου. Δεν χάλασαν οι σχέσεις μας ποτέ. Ακόμα και σήμερα μιλάμε. Διαφώνησα γιατί έβλεπα πού θα οδηγούσε αυτή η πολιτική. Και είδα πού οδήγησε…

-Ποια στοιχεία καθορίζουν την επιτυχία και την διαχρονικότητα ενός τραγουδιού;

Κανείς δεν ξέρει απόλυτα. Αν ξέραμε θα γράφαμε όλοι μας μόνο επιτυχίες. Υπήρξαν τραγούδια που τα πίστεψα και δεν έκαναν την επιτυχία που περίμενα. Αντίθετα, άλλα που δεν τα πίστεψα, τραγουδήθηκαν πολύ.

-Πείτε μου ένα για την κάθε κατηγορία.

Εγώ πίστευα πολύ τον Ανθρωπάκο που είπε η Τάνια Τσανακλίδου και με το οποίο έγινε γνωστή. Και το Μάθημα Σοφλέζ σίγουρα. Πήγε εξαιρετικά όμως το Καμιά Φορά που είπε η Μαρινέλλα το οποίο δεν το πίστευα τόσο.

-Υπήρξε κάποια συνεργασία την οποία ενώ προετοιμάζατε, δεν ευοδώθηκε;

Με την Μελίνα Μερκούρη. Συζητούσαμε να κάνουμε μαζί με την Μελίνα και τον Ζυλ Ντασέν ένα δίσκο που θα κυκλοφορούσε  στη CBS Δυστυχώς, δεν πραγματοποιήθηκε. Είχαμε φτιάξει και κάποια τραγούδια μαζί. Για παράδειγμα, τον Ανθρωπάκο που τον είπε η Τάνια  τον έγραψε αρχικά ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για την Μελίνα.

-Αναδείξατε αρκετούς νέους στιχουργούς μέσα από τα τραγούδια σας. Γιατί δεν συνεργαστήκατε με γνωστά ονόματα;

Δεν μου δίνανε οι γνωστοί στιχουργοί τόσο εύκολα. Έγραψα τραγούδια με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, με τον Μάνο Ελευθερίου και με τον Νίκο Γκάτσο. Αλλά κατέφυγα σε άλλους καινούργιους  που ανακάλυψα. Όπως τον Γιώργο Κανελλόπουλο, τον  Μιχάλη Μπουρμπούλη, τον Νίκο Βρεττό, τον Τάσο Οικονόμου, τον Τάκη Καρνάτσο και τον Κυριάκο Ντούμο.

-Ποια δικά σας τραγούδια δεν αποχωρίζεστε από τα live που πραγματοποιείτε;

Τα Γαλάζια σου Γράμματα το παίζω πάντα στις συναυλίες. Κάνω και αυτοσχεδιασμούς. Το αγαπώ πολύ. Όπως επίσης μουσικές από σάουντρακ μου. Το Ακριβή μου Σοφία, το θέμα από το Τμήμα Ηθών, τη Μαύρη Χρυσαλίδα. Ένα ακόμα τραγούδι που αγαπώ είναι το Θα Σε Ξαναβρώ Εκεί  που γράψαμε μαζί με την Μαρία και είναι ιδιαίτερα συγκινητικό.

-Προσωπικά, λατρεύω τα σάουντρακ που συνθέσατε και ντύσατε κινηματογραφικές ταινίες. Με ποιο τρόπο τα δουλεύατε;

Με τους περισσότερους σκηνοθέτες που συνεργαζόμουν η διαδικασία ήταν συγκεκριμένη. Εκτός ορισμένων περιπτώσεων δηλαδή. Έπαιρνα και διάβαζα το σενάριο κα μετά συζητούσαμε. Μου ζητούσαν να γράψω κάποια ερωτικά θέματα, κάποια δραματικά ή δράσης. Και κάποιες φορές έγραφα και ολοκληρωμένα τραγούδια, με στίχους που μου έδιναν στιχουργοί.

-Αυτό συνέβη στο Ένα Γελαστό Απόγευμα του Ανδρέα Θωμόπουλου, που το αγαπώ σαν σάουντρακ, και που τραγουδάει η Δήμητρα Γαλάνη.

Ναι, το Ξέρω Δεν Θα ‘Ρθεις. Σε στίχους του Ανδρέα ήταν αυτό το τραγούδι.

-Συνεργαστήκατε και με τον Νίκο Νικολαΐδη στη Γλυκιά Συμμορία. Πώς ήταν σαν άνθρωπος;

Πολύ απλός και συγκαταβατικός. Με πολύ χιούμορ. Αυτή η επαναστατική σκέψη που χαρακτήριζε το έργο του  δεν έβγαινε στη παρέα. Ήταν ανήσυχος αλλά δεν το μετέφερε στη ζωή του για να συγκρουστεί ή να διαφωνήσει. Θυμάμαι ότι πηγαίναμε μαζί σινεμά, ακούγαμε μουσική. Στο στούντιο δουλέψαμε εξαιρετικά. Μου έλεγε όταν άκουγε τις μουσικές που έγραφα: «Γιώργο! Διάλυσε το! Διάλυσε το!». Δεν ήθελε να είναι γλυκανάλατη η μουσική στη ταινία.

-Πώς αναλογίζεστε την συνεργασία με τον Παύλο Τάσιο στο Νοκ Άουτ;

Με τον Παύλο ήμασταν συμμαθητές από το Γυμνάσιο στην Θεσσαλονίκη. Κουβαλούσε  μεγάλη τρέλα. Με έβαλε να γράψω ροκ. Για ένα τζαζίστα η ροκ ήταν σαν το λιβάνι για το διάολο. «Γιώργο, θα σου φέρω στίχους να γράψεις ροκ». «Τι είπες; Εγώ να γράψω ροκ; Δεν θα είσαι καλά. Αποκλείεται». «Εσύ θα το κάνεις. Θα σου φέρω τους στίχους τώρα να καθίσεις να γράψεις μουσική». Δεν ήθελα και εγώ πολύ. Με ιντρίγκαρε αυτή η πρόκληση. Περάσαμε καταπληκτικά.

-Σπουδαία ήταν και η συνεργασία με τον Μανούσο Μανουσάκη σε πολλές τηλεοπτικές σειρές. Τμήμα Ηθών, Δρόμοι της Πόλης, Ταύρος με Τοξότη, Άγγιγμα Ψυχής.

Σαν τον Νικολαΐδη ήταν και ο Μανούσος. Πολύ χιούμορ, πολλή αγάπη και όρεξη για δουλειά. Είχαμε σχέση ζωής Πώς τα φέρνει όμως έτσι η ζωή και ένας ένας φεύγουν…

-Έχετε γράψει τραγούδια για τη δισκογραφία, ορχηστρικά, ορατόρια, όπερα. Νιώθετε πληρότητα;

Όχι βέβαια. Αυτά που έκανα, τα ξεχνούσα αμέσως. Πήγαινα στα επόμενα. Δεν καθόμουν κα ακούσω κομμάτια μου και να κολακέψω τον εαυτό μου.

-Ένα από τα καλλιτεχνικά πεπραγμένα που σας χαρακτηρίζει είναι η ιδέα που είχατε και υλοποιήσατε μέσα στα χρόνια με τα δύο πιάνα.

Αυτή η ιδέα μου ήρθε στο νου πριν από πολλές δεκαετίες. Για πρώτη φορά την πραγματοποίησα το 1984 στο Michel μαζί με τον Γιάννη Σπανό. Στη συνέχεια, συνεργάστηκα με τον Μάριο Τόκα. Μετά, με τον Στέφανο Κορκολή, τον Μίμη Πλέσσα και τελευταία με τον Γιώργο Θεοφάνους.

-Ξέρω ότι σας θεωρεί μέντορά του ο Γιώργος Θεοφάνους.

Πράγματι. Υπήρξα για τον Γιώργο Θεοφάνους αυτό που υπήρξε για μένα ο Μίμης Πλέσσας.

-Την Τετάρτη στις 24 Ιουνίου αυτή η μαγική σύμπραξη με τα δύο πιάνα θα συμβεί ξανά στο Κηποθέατρο Παπάγου. Αυτή τη φορά θα βρίσκεστε εσείς μαζί με τον Στέφανο Κορκολή. Πώς νιώθετε που μοιράζεστε τη σκηνή;

Καταπληκτικά. Ο ίδιος ο Στέφανος με μαγεύει σαν προσωπικότητα και σαν μουσικός. Αναγνώρισα το ταλέντο του από την πρώτη στιγμή που τον άκουσα να παίζει πιάνο. Είχα πάει και τον είχα παρακολουθήσει στην εφηβεία του ακόμα, σε μια παράσταση στον Παρνασσό. Όταν τελείωσε το ρεσιτάλ είπα στη Μαρία ότι :« Αυτό το παιδί θα μας απασχολήσει στο μέλλον». Και μας απασχόλησε ευχάριστα. Μέχρι τώρα. Δικαιώθηκα μαζί του.

-Με τη τεχνητή νοημοσύνη πώς τα πάτε;

Την μισώ. Ας το αφήσουμε.

-Σας απασχολεί η επιρροή της στη μουσική παραγωγή;

Δεν έχει ψυχή, συναίσθημα και αυθεντικότητα. Αμφιβάλλω για την επιρροή της. Άσε που δεν υπάρχει παραγωγή και δισκογραφία πια.

-Τί άνθρωπος είναι ο Γιώργος Χατζηνάσιος;

 Ρωτήστε τον!

-Η γεύση που σας έχει αφήσει το αποτύπωμά σας στη μουσική;

Πολύ γλυκιά. Είμαι χαρούμενος για όσα πραγματοποίησα.

-Πιστεύετε στον Θεό;

Υπάρχει μια μεγάλη δύναμη. Ο Θεός όμως κρύβεται μέσα μας. Πιστεύω ότι οι ίδιοι είμαστε μικροί Θεοί.

-Φοβάστε κάτι;

Τον θάνατο. Που δεν τον φοβόμουν κάποτε.

-Η συμβουλή που θα δίνατε σε έναν νέο άνθρωπο για να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα;

Αυτό που αγαπάει να το κυνηγάει και να το μελετάει.

-Τί σας έρχεται στο νου όταν λέτε το όνομα Γιώργος Χατζηνάσιος;

Με λένε Γιώργο και ποτέ δεν τραγουδάω.

-Κύριε Χατζηνάσιο σας  ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.

Και εγώ σε ευχαριστώ Χρήστο.

Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο

Αποτυχημένος φοιτητής Κοινωνικής Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποτυχημένος φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός και αρθρογράφος. Συλλέκτης βινυλίων, κόμικς και βιβλίων. Λάτρης της ινδικής κουζίνας και του κόκκινου κρασιού. Με το γράψιμο έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Όταν γράφω θέλω η σκέψη που ξεκινάει από εμένα να ολοκληρώνεται από τον αναγνώστη...