Υπάρχουν στιγμές μέσα στην καθημερινότητα κατά τις οποίες, χωρίς να έχει συμβεί κάτι πραγματικά δραματικό, αισθανόμαστε ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Η ημέρα έχει κυλήσει όπως όλες οι άλλες, έχουμε πάει στη δουλειά, έχουμε απαντήσει στα μηνύματά μας, έχουμε μιλήσει με ανθρώπους, έχουμε ασχοληθεί με τις υποχρεώσεις μας και θεωρητικά τουλάχιστον, δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος για να νιώθουμε ανήσυχοι. Κι όμως, αργά το βράδυ, όταν όλα ησυχάζουν και μένουμε για λίγο μόνοι με τον εαυτό μας, εμφανίζεται εκείνη η περίεργη αίσθηση ότι ο χρόνος περνάει πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούμε να τον ακολουθήσουμε. Σαν να υπάρχει διαρκώς κάτι που θα έπρεπε να έχουμε κάνει, κάτι που θα έπρεπε να έχουμε πετύχει, κάποια απόφαση που θα έπρεπε ήδη να έχουμε πάρει. Δεν είναι εύκολο να εξηγήσει κανείς ακριβώς τι είναι αυτό που μας βαραίνει, γιατί συνήθως δεν πρόκειται για ένα συγκεκριμένο πρόβλημα αλλά για ένα σύνολο μικρών και μεγάλων ανησυχιών που, με τον καιρό, έχουν αρχίσει να συσσωρεύονται.
Ο άνθρωπος της εποχής μας ζει μέσα σε μια πραγματικότητα που αλλάζει τόσο γρήγορα, ώστε πολλές φορές δεν προλαβαίνει να προσαρμοστεί σε μία αλλαγή πριν εμφανιστεί η επόμενη. Μέσα σε λίγα χρόνια αλλάξαμε τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε, επικοινωνούμε, ενημερωνόμαστε, ταξιδεύουμε, διασκεδάζουμε και ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουμε άλλους ανθρώπους. Η τεχνολογία μπήκε σχεδόν σε κάθε πτυχή της ζωής μας και έκανε πολλά πράγματα ευκολότερα, ταυτόχρονα όμως δημιούργησε μια αίσθηση μόνιμης διαθεσιμότητας. Το κινητό βρίσκεται δίπλα μας όταν ξυπνάμε, όταν εργαζόμαστε, όταν τρώμε, όταν βρισκόμαστε με φίλους και πολλές φορές ακόμη και όταν ξαπλώνουμε για να κοιμηθούμε. Οι πληροφορίες δεν σταματούν ποτέ να έρχονται και, όσο κι αν προσπαθούμε να απομακρυνθούμε από αυτές, πάντοτε υπάρχει κάποια νέα είδηση, κάποια ειδοποίηση, κάποιο μήνυμα ή κάποια εικόνα που απαιτεί την προσοχή μας.
Το παράδοξο είναι ότι αυτή η διαρκής σύνδεση δεν μας έκανε απαραίτητα να αισθανόμαστε περισσότερο συνδεδεμένοι. Μπορούμε σήμερα να επικοινωνήσουμε σχεδόν αμέσως με έναν άνθρωπο που βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και, την ίδια στιγμή, να περάσουν ημέρες ή ακόμη και εβδομάδες χωρίς να κάνουμε μία πραγματικά ουσιαστική συζήτηση με κάποιον που βρίσκεται δίπλα μας. Έχουμε περισσότερες επαφές, περισσότερες πληροφορίες και περισσότερες επιλογές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε περισσότερη ηρεμία, περισσότερη βεβαιότητα ή περισσότερη ικανοποίηση. Σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Ίσως αυτό γίνεται περισσότερο αισθητό στους νέους ανθρώπους, οι οποίοι καλούνται να ξεκινήσουν την ενήλικη ζωή τους σε ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από εκείνο που γνώριζαν οι προηγούμενες γενιές. Ένας νέος σήμερα μεγαλώνει με την ιδέα ότι πρέπει να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του, να αποκτήσει καλή εκπαίδευση, να μάθει γλώσσες, να αποκτήσει εμπειρία, να είναι ανταγωνιστικός στην αγορά εργασίας και να συνεχίζει διαρκώς να εξελίσσεται. Όλα αυτά, από μόνα τους, δεν είναι αρνητικά. Αντιθέτως, η δυνατότητα ενός ανθρώπου να μορφωθεί, να ταξιδέψει, να αλλάξει επάγγελμα, να εργαστεί στο εξωτερικό ή ακόμη και να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι ήταν πριν από μερικές δεκαετίες. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι δυνατότητες μετατρέπονται σε απαιτήσεις και όταν η ελευθερία επιλογής αρχίζει να μοιάζει με υποχρέωση να πάρουμε πάντοτε τη σωστή απόφαση.
Έτσι δημιουργείται μια παράξενη μορφή πίεσης, ιδιαίτερα έντονη στις ηλικίες από τα είκοσι μέχρι τα τριάντα και κάτι. Ο νέος άνθρωπος κοιτάζει γύρω του και βλέπει ανθρώπους που φαίνεται να έχουν ήδη βρει τον δρόμο τους. Κάποιος έχει μια καλή δουλειά, κάποιος άλλος έχει φύγει στο εξωτερικό, ένας τρίτος έχει ξεκινήσει επιχείρηση, κάποιος έχει αγοράσει σπίτι, κάποιος παντρεύτηκε και απέκτησε παιδιά, ενώ κάποιος άλλος ταξιδεύει διαρκώς και παρουσιάζει μια ζωή γεμάτη εμπειρίες. Η σύγκριση είναι σχεδόν αναπόφευκτη, ιδιαίτερα όταν γίνεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, όπου ο καθένας έχει τη δυνατότητα να παρουσιάζει κυρίως εκείνες τις πλευρές της ζωής του που θέλει να δουν οι άλλοι. Ο άνθρωπος που κοιτάζει την οθόνη, όμως, δεν συγκρίνει τη δική του πραγματική καθημερινότητα με την πραγματική καθημερινότητα του άλλου· συγκρίνει τη δική του αβεβαιότητα με την καλύτερη εκδοχή της ζωής κάποιου άλλου.
Και κάπως έτσι δημιουργείται η αίσθηση ότι όλοι προχωρούν εκτός από εμάς.
Η αίσθηση αυτή είναι συχνά παραπλανητική, αλλά δεν είναι καθόλου ασήμαντη. Ένας άνθρωπος μπορεί αντικειμενικά να έχει πετύχει πολλά και παρ’ όλα αυτά να αισθάνεται ότι δεν βρίσκεται εκεί όπου θα έπρεπε. Μπορεί να έχει τελειώσει τις σπουδές του, να εργάζεται, να έχει μια καλή σχέση, να έχει ανθρώπους που τον αγαπούν και να έχει καταφέρει πράγματα που πριν από δέκα χρόνια θεωρούσε αδύνατα, αλλά να συνεχίζει να αισθάνεται ότι βρίσκεται πίσω από ένα αόρατο χρονοδιάγραμμα. Η κοινωνία σπάνια μας λέει ξεκάθαρα ποιο είναι αυτό το χρονοδιάγραμμα, όμως το αντιλαμβανόμαστε μέσα από αμέτρητα μικρά μηνύματα που δεχόμαστε καθημερινά. Μέχρι κάποια ηλικία πρέπει να έχεις σπουδάσει, μέχρι κάποια άλλη πρέπει να έχεις σταθερή δουλειά, λίγο αργότερα πρέπει να έχεις οικονομική ανεξαρτησία, να έχεις βρει σύντροφο, να έχεις δημιουργήσει οικογένεια και, ιδανικά, να έχεις αποκτήσει και ένα σπίτι. Όποιος δεν ακολουθεί αυτή τη διαδρομή αισθάνεται εύκολα ότι κάπου έχει καθυστερήσει.
Μόνο που η ζωή δεν είναι αγώνας δρόμου με κοινή γραμμή τερματισμού, γεγονός που ισχύει για όλους τους συμμετέχοντες στο παιχνίδι (ζωντανούς).
Κάθε άνθρωπος ξεκινά από διαφορετικό σημείο, μεγαλώνει σε διαφορετικό περιβάλλον, έχει διαφορετικές ευκαιρίες, διαφορετικές δυσκολίες, διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες και διαφορετικές ανάγκες. Παρ’ όλα αυτά, έχουμε δημιουργήσει μια κοινωνία στην οποία η σύγκριση έχει γίνει σχεδόν καθημερινή διαδικασία. Και όσο περισσότερο συγκρινόμαστε, τόσο περισσότερο ξεχνάμε ότι αυτό που βλέπουμε στους άλλους είναι πάντοτε ένα μικρό κομμάτι της πραγματικότητάς τους.
Μέσα σε αυτή την κατάσταση, η οικονομική ανασφάλεια έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη βάρος. Για τον σύγχρονο νέο, τα χρήματα δεν είναι απλώς ένα μέσο για να αγοράσει κάποια αγαθά ή να διασκεδάσει. Είναι η προϋπόθεση για να μπορέσει να κάνει βασικά βήματα στη ζωή του. Η ανεξαρτητοποίηση από την οικογένεια, η ενοικίαση ενός αξιοπρεπούς σπιτιού, η δημιουργία αποταμίευσης, ένα ταξίδι, ένας γάμος, η απόκτηση παιδιών ή ακόμη και η απλή δυνατότητα να αντιμετωπίσει ένα απρόβλεπτο έξοδο χωρίς να αναστατωθεί ολόκληρος ο οικονομικός του προγραμματισμός εξαρτώνται από την οικονομική του κατάσταση.
Ο πληθωρισμός, επομένως, δεν είναι για τον μέσο άνθρωπο ένας οικονομικός όρος που αφορά μόνο τις κεντρικές τράπεζες, τους οικονομολόγους και τις εφημερίδες. Είναι η διαφορά ανάμεσα στο τι μπορούσε να αγοράσει ο μισθός του πριν από λίγα χρόνια και στο τι μπορεί να αγοράσει σήμερα. Είναι η στιγμή που πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ και διαπιστώνει ότι με τα ίδια χρήματα φεύγει με λιγότερα πράγματα. Είναι το ενοίκιο που καταλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος, οι λογαριασμοί που ανεβαίνουν, τα καύσιμα που ακριβαίνουν και μια έξοδος που κάποτε ήταν αυτονόητη και τώρα χρειάζεται προγραμματισμό. Και ίσως το πιο απογοητευτικό στοιχείο είναι ότι ακόμη κι όταν ο μισθός αυξάνεται, δεν είναι βέβαιο ότι αυξάνεται και η πραγματική αίσθηση ευημερίας.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για μια γενιά που προσπαθεί να δημιουργήσει τη ζωή της από την αρχή. Όταν ένας νέος ακούει ότι πρέπει να αποταμιεύσει, να επενδύσει, να αγοράσει σπίτι, να δημιουργήσει οικογένεια και να εξασφαλίσει το μέλλον του, αλλά ταυτόχρονα βλέπει ότι ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματός του καταναλώνεται απλώς για να καλύψει τις βασικές ανάγκες, είναι φυσικό να αισθάνεται ότι το έδαφος κάτω από τα πόδια του δεν είναι σταθερό. Δεν πρόκειται απαραίτητα για έλλειψη φιλοδοξίας. Μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο: να έχεις σχέδια και να μην είσαι βέβαιος ότι οι οικονομικές συνθήκες θα σου επιτρέψουν να τα πραγματοποιήσεις.
Και εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις σημαντικότερες διαφορές ανάμεσα στην εποχή μας και σε εκείνη που έζησαν οι γονείς ή οι παππούδες μας. Δεν είναι απαραίτητα ότι σήμερα όλα είναι χειρότερα. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο άνθρωπος έχει περισσότερες δυνατότητες, καλύτερη πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην πληροφόρηση και στην τεχνολογία, καθώς και μεγαλύτερη ελευθερία να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα ζήσει. Εκείνο που έχει αλλάξει είναι η αίσθηση της προβλεψιμότητας. Το μέλλον μοιάζει περισσότερο ανοιχτό, αλλά ταυτόχρονα λιγότερο ασφαλές.
Ένας νέος μπορεί σήμερα να αποφασίσει να φύγει από την Ελλάδα και να εργαστεί στη Γερμανία, στην Ολλανδία ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Μπορεί να εργαστεί εξ αποστάσεως για μια εταιρεία που βρίσκεται σε διαφορετική ήπειρο, να αλλάξει καριέρα στα τριάντα του, να δημιουργήσει μια μικρή επιχείρηση από τον υπολογιστή του και να αποκτήσει γνώσεις που παλαιότερα θα απαιτούσαν χρόνια πρόσβασης σε συγκεκριμένους θεσμούς. Όμως κάθε μία από αυτές τις επιλογές απαιτεί και μια αντίστοιχη προσαρμογή. Δεν υπάρχει πλέον η ίδια βεβαιότητα ότι ένα πτυχίο θα σε οδηγήσει σε μία συγκεκριμένη επαγγελματική πορεία ή ότι μια θέση εργασίας που ξεκίνησες στα είκοσι πέντε θα είναι εκείνη από την οποία θα συνταξιοδοτηθείς.
Η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο αβεβαιότητας. Για πρώτη φορά, ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων βλέπει τεχνολογίες να μπορούν να εκτελέσουν εργασίες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αποκλειστικά ανθρώπινες. Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η εργασία θα εξαφανιστεί, όπως συχνά παρουσιάζεται με υπερβολικό τρόπο, αλλά είναι βέβαιο ότι αρκετά επαγγέλματα θα αλλάξουν. Ο εργαζόμενος δεν χρειάζεται πλέον μόνο να γνωρίζει τη δουλειά του· χρειάζεται να καταλαβαίνει πώς αλλάζει η δουλειά του και πώς μπορεί να παραμείνει χρήσιμος μέσα σε αυτή την αλλαγή. Αυτό μπορεί να γίνει εξαντλητικό.
Κυρίως διότι ο άνθρωπος δεν προλαβαίνει πάντοτε να ζήσει πριν αρχίσει να σκέφτεται πώς πρέπει να προετοιμαστεί για το αύριο. Αν τελειώσει τη σχολή, πρέπει να σκεφτεί το μεταπτυχιακό. Αν βρει δουλειά, πρέπει να σκεφτεί την επόμενη προαγωγή. Αν πάρει προαγωγή, πρέπει να σκεφτεί πώς θα γίνει διευθυντής. Αν αποκτήσει μια καλή θέση, πρέπει να σκεφτεί αν θα μπορούσε να βρει μια ακόμη καλύτερη. Κάθε επίτευγμα γίνεται αμέσως η βάση για τον επόμενο στόχο και σπάνια υπάρχει ένα σημείο στο οποίο ο άνθρωπος επιτρέπεται απλώς να πει «είμαι εντάξει εδώ που βρίσκομαι».
Αυτό είναι ένα από τα πιο ύπουλα χαρακτηριστικά της σύγχρονης ζωής. Η φιλοδοξία, η οποία υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να αποτελεί κινητήρια δύναμη, μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μόνιμη ανικανοποίηση. Όχι επειδή ο άνθρωπος δεν έχει καταφέρει τίποτα, αλλά επειδή έχει μάθει να κοιτάζει πάντοτε το επόμενο βήμα. Έτσι, η στιγμή που κάποτε περίμενε με ανυπομονησία γίνεται γρήγορα η νέα κανονικότητα και, πριν ακόμη προλάβει να την απολαύσει, έχει ήδη αρχίσει να αναρωτιέται τι ακολουθεί.
Ίσως γι’ αυτό τόσοι άνθρωποι σήμερα δυσκολεύονται να αισθανθούν ότι βρίσκονται πραγματικά κάπου. Βρίσκονται διαρκώς καθ’ οδόν σε έναν δρόμο που φαντάζει ατελείωτος, ωστόσο κάποτε τελειώνει. Για άλλους πιο νωρίς, για άλλους λίγο πιο αργά. Παρατηρείται πλέον πως η ζωή μας είναι ένα «μετά».
- Μετά θα τελειώσω τις σπουδές.
- Μετά θα βρω καλύτερη δουλειά.
- Μετά θα έχω περισσότερα χρήματα.
- Μετά θα μετακομίσω.
- Μετά θα ταξιδέψω.
- Μετά θα κάνω οικογένεια.
- Μετά θα ηρεμήσω.
Μόνο που το «μετά» έχει την ιδιότητα να μετακινείται συνεχώς προς τα εμπρός και να μην έρχεται ποτέ η ώρα του. Όπως έλεγε και μια πρώην σύντροφος νυν πολύ καλή φίλη, “θα θα θα και η θάλασσα από θα ξεκινάει και δεν τελειώνει ποτέ”. Έτσι και οι δουλειές μας, θα γίνουν. Όλα πάντοτε γίνονται, ή και όχι.
Κάπως έτσι ο άνθρωπος μπορεί να περάσει χρόνια προετοιμαζόμενος ώστε να αρχίσει να ζει ή να μην ζήσει πραγματικά ποτέ.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο να έχει κάποιος στόχους. Οι στόχοι είναι απαραίτητοι και πολλές φορές αναγκαίοι. Χωρίς αυτούς, η ζωή μπορεί να χάσει τον προσανατολισμό της και ο άνθρωπος να χαθεί στον ατελείωτο δρόμο που είναι γεμάτος στροφές, διασταυρώσεις και άλλοτε μικρές ευθείες. Το πρόβλημα βρίσκεται όταν η αξία του παρόντος εξαρτάται αποκλειστικά από το αν μας οδηγεί εκεί που θέλουμε να φτάσουμε. Τότε ακόμη και μια ήσυχη ημέρα μοιάζει άχρηστη, μια περίοδος χωρίς πρόοδο μοιάζει με αποτυχία και η ξεκούραση δημιουργεί ενοχές.
Σε αυτό το σημείο ίσως βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες παγίδες της εποχής μας: έχουμε αρχίσει να αξιολογούμε ακόμη και τον ελεύθερο χρόνο με όρους παραγωγικότητας. Πρέπει να γυμναστούμε, να διαβάσουμε, να μάθουμε μια γλώσσα, να παρακολουθήσουμε ένα σεμινάριο, να βελτιώσουμε τις δεξιότητές μας. Ακόμη και όταν καθόμαστε χωρίς να κάνουμε τίποτα, υπάρχει κάπου μέσα μας η σκέψη ότι θα μπορούσαμε να αξιοποιούμε καλύτερα τον χρόνο μας.
Μόνο που ο χρόνος δεν είναι ένα ακόμη περιουσιακό στοιχείο που πρέπει να «αξιοποιηθεί».
Είναι η ίδια η ζωή.
Και ίσως αυτό είναι που ξεχνάμε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Μέσα στην προσπάθεια να εξασφαλίσουμε το μέλλον, καταναλώνουμε το παρόν. Εργαζόμαστε περισσότερο για να μπορέσουμε κάποτε να έχουμε ελεύθερο χρόνο, ανησυχούμε περισσότερο για να εξασφαλίσουμε μια μελλοντική ασφάλεια και συγκρίνουμε περισσότερο τον εαυτό μας με τους άλλους προκειμένου να βεβαιωθούμε ότι κινούμαστε προς τη σωστή κατεύθυνση.
Μόνο που κανείς δεν μπορεί να μας εγγυηθεί ότι το μέλλον θα έρθει όπως το σχεδιάσαμε, άλλωστε πολλές φορές, για να μην πω τις περισσότερες, δεν έρχεται όπως επιθυμούμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τα σχέδιά μας. Σημαίνει ότι ίσως πρέπει να μάθουμε να τα κρατάμε με λίγο πιο χαλαρά χέρια. Να επιδιώκουμε χωρίς να απαιτούμε. Να προσπαθούμε χωρίς να θεωρούμε ότι κάθε αποτυχία αποδεικνύει την προσωπική μας ανεπάρκεια. Να μπορούμε να αλλάζουμε κατεύθυνση χωρίς να αισθανόμαστε ότι χάσαμε όσα προηγήθηκαν.
Τελικά, ίσως η ενηλικίωση να μην είναι η στιγμή κατά την οποία αποκτούμε όλες τις απαντήσεις, αλλά η περίοδος κατά την οποία συμφιλιωνόμαστε με το γεγονός ότι κάποιες ερωτήσεις θα παραμείνουν ανοιχτές για πολύ καιρό. Δεν θα ξέρουμε πάντοτε αν πήραμε τη σωστή επαγγελματική απόφαση, αν επιλέξαμε τη σωστή πόλη, αν βρισκόμαστε στη σωστή σχέση ή αν θα έπρεπε να είχαμε κάνει κάτι διαφορετικά. Και αυτό δεν είναι απαραίτητα πρόβλημα. Ίσως είναι απλώς το φυσιολογικό τίμημα της ελευθερίας.
Η ελευθερία να επιλέξεις σημαίνει ταυτόχρονα ότι πρέπει να ζήσεις με την αβεβαιότητα της επιλογής σου.
Και ο σύγχρονος άνθρωπος, περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται να μάθει να ζει μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα χωρίς να τη μετατρέπει αμέσως σε φόβο. Ο κόσμος δεν πρόκειται να γίνει ξαφνικά σταθερός. Οι οικονομίες θα συνεχίσουν να αλλάζουν, η τεχνολογία θα συνεχίσει να εξελίσσεται, οι κοινωνίες θα συνεχίσουν να μεταμορφώνονται και οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να αναζητούν καλύτερες συνθήκες ζωής. Το ζητούμενο, επομένως, δεν μπορεί να είναι να περιμένουμε μέχρι να γίνει ο κόσμος απολύτως ασφαλής για να αρχίσουμε να ζούμε. Το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε να χτίσουμε μια ζωή που να αντέχει ακόμη και όταν ο κόσμος γύρω μας αλλάζει ή καταρρέει.
Μια ζωή που δεν εξαρτά ολόκληρη την αξία της από έναν μισθό, μία θέση εργασίας ή έναν τίτλο. Μια ζωή στην οποία οι σχέσεις δεν είναι απλώς μέρος ενός κοινωνικού προφίλ, αλλά πραγματικοί δεσμοί στους οποίους μπορείς να επιστρέψεις όταν όλα τα υπόλοιπα γίνονται αβέβαια. Μια ζωή στην οποία η φιλοδοξία έχει χώρο, αλλά δεν καταλαμβάνει όλο τον χώρο. Μια ζωή στην οποία μπορείς να θέλεις περισσότερα χωρίς να αισθάνεσαι ότι αυτό που έχεις σήμερα είναι ανεπαρκές.
Ίσως τελικά ο μεγαλύτερος αγώνας του σύγχρονου ανθρώπου δεν είναι να αποκτήσει περισσότερα, αλλά να αποφασίσει τι από όλα όσα του προσφέρονται αξίζει πραγματικά να αποκτήσει. Είναι βέβαιο πως ο κόσμος θα συνεχίσει να του λέει ότι χρειάζεται κι άλλο. Περισσότερα χρήματα, περισσότερη επιτυχία, περισσότερες εμπειρίες, περισσότερη παραγωγικότητα, περισσότερη αναγνώριση, περισσότερες επιλογές. Κάποια στιγμή, όμως, πρέπει να υπάρξει και η αντίθετη ερώτηση.
Πόσο είναι αρκετό;
Ίσως η απάντηση σε αυτή την ερώτηση να είναι πολύ πιο σημαντική από όλες τις υπόλοιπες. Τις περισσότερες φορές μάλιστα, η απάντηση διαφέρει από γενεά σε γενεά και από άνθρωπο σε άνθρωπο επειδή ένας άνθρωπος μπορεί να περάσει ολόκληρη τη ζωή του προσπαθώντας να γίνει κάτι περισσότερο, χωρίς ποτέ να σταματήσει για λίγο να αναρωτηθεί αν αυτό που προσπαθεί να γίνει είναι πράγματι αυτό που θέλει.
Το ζητούμενο είναι όταν κάποτε κοιτάξει πίσω, μπορεί να ανακαλύψει ότι δεν του έλειψε η προσπάθεια, ούτε η φιλοδοξία, ούτε οι ευκαιρίες. Του έλειψε απλώς εκείνη η μικρή, σχεδόν αόρατη ικανότητα να βρίσκεται μέσα στη ζωή του την ώρα που αυτή συνέβαινε.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγάλο στοίχημα της εποχής μας: όχι να τρέξουμε πιο γρήγορα από τον κόσμο, αλλά να μη χάσουμε τον εαυτό μας προσπαθώντας να τον προλάβουμε.

