Ο Άκης Γκολφίδης είναι η ζωντανή ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας. Με μια πορεία που μετρά πάνω από τέσσερις δεκαετίες μέσα σε στούντιο, κονσόλες και μηχανήματα έχει συνεργαστεί με τους σπουδαιότερους Έλληνες μουσικούς καλλιτέχνες. Από τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη μέχρι τον Τζίμη Πανούση και τον Νίκο Καρβέλα, έχει αποτελέσει τον απόλυτο ενορχηστρωτή και παραγωγό χιλιάδων τραγουδιών. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ: Η Παγκόσμια και Ελληνική δισκογραφία με τη ματιά του Άκη Γκολφίδη» συνομιλούμε για το yourearticles.
-Γεννήθηκες και μεγάλωσες στο Μπουρούντι της Αφρικής. Πώς θυμάσαι τα παιδικά σου χρόνια;
Εκεί υπήρχε μια κοινωνία που ζούσε μέσα στον χορό, το χαμόγελο και την ευτυχία. Όποιο παιδί μεγάλωσε στη Κεντρική Αφρική θα σου πει τα καλύτερα. Το ίδιο και εγώ. Φαντάσου, ότι τον ρατσισμό τον βίωσα όταν βρέθηκα στο Βέλγιο, όχι όταν ήμουν στο Μπουρούντι. Θυμάμαι ότι για να συνεννοούμαι ώστε να μπορώ να παίζω με τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας μου έμαθα Σουαχίλι, Κιρούντι, Λινγκάλα, Γαλλικά και φυσικά Ελληνικά. Αυτό, φυσικά, μου έκανε πολύ καλό στη ζωή μου. Δυστυχώς, η ζωή κάποια στιγμή στο Μπουρούντι μετατράπηκε σε κόλαση λόγω του Εμφυλίου Πολέμου μεταξύ των Χούτου και των Τούτσι. Ένας πόλεμος που υποκινήθηκε από εμάς τους καλούς λευκούς που θέλαμε να χειραγωγήσουμε τον λαό του Μπουρούντι και να εκμεταλλευτούμε τον πλούσιο σε κοιτάσματα τόπο τους. Με το ξέσπασμα του πολέμου με την φύγαμε αμέσως με την οικογένεια μου.
-Υπάρχει κάποια ανάμνηση που κρατιέται ανάγλυφη ως σήμερα;
Ναι. Αυτό εδώ! (Μου δείχνει με το χέρι του σε ένα έπιπλο που βρίσκεται δίπλα του ένα παλιό και μεγάλης αξίας αντικείμενο). Αυτό εδώ είναι ένα μαγνητόφωνο. Σε ηλικία δεκατριών ετών ζήτησα από τους γονείς μου να μου αγοράσουν ένα μαγνητόφωνο με μπομπίνα και ένα μικρόφωνο. Ήθελα να ηχογραφώ τα τραγούδια που λέγαμε εμείς τα παιδιά αλλά και τα πουλιά που κελαηδούσαν.
-Τα πρώτα μουσικά ακούσματα που σε καθόρισαν;
Στο σπίτι μου ακούγαμε δυτική μουσική αλλά και ελληνική μουσική. Εγώ έπαιζα μπάσο σε ένα γκρουπάκι που είχαμε οργανώσει. Μάλιστα ήμουν ο μόνος λευκός. Φαντάσου πόσο αστείο ήταν. Άκουγα πολύ reggae, funk, soul και κρυφά από η παρέα μου rock.
-Κρυφά γιατί;
Γιατί η rock σκηνή δεν μπορούσε να επικρατήσει στη funk λογική. Αλλά με τα ετερόκλητα αυτά ακούσματα κατάφερα να μάθω και τα θετικά και τα αρνητικά όλων των ειδών της μουσικής που ο καθένας υποστήριζε ή όχι. Με τον ίδιο τρόπο ήρθα σε επαφή με διαφορετικές θρησκείες και διαφορετικές ιδεολογίες.
-Σε επηρέασαν με τον τρόπο τους οι γονείς όσον αφορά τα μουσικά;
Όχι. Με κούρδισε όμως ένας παραγωγός της δισκογραφίας ονόματι Βάσος Τσιμιδόπουλος. Εκείνος, ερχόταν κάθε καλοκαίρι στο Μπουρούντι. Ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου, οπότε στα δικά μου παιδικά μάτια ήταν ίνδαλμα. Πάντα όταν ερχόταν, με θυμόταν και μου έφερνε δίσκους. Από εκείνον, μάθαινα τις μουσικές τάσεις τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού. Μου είχε φέρει δίσκους των Bee Gees πριν ακόμη κυκλοφορήσουν από promo που είχε μέσα από τις εταιρείες. Και όπως καταλαβαίνεις, στα διάφορα πάρτι που οργανώναμε, έκανα τον dj με όλο αυτό το υλικό και περνούσαμε φοβερά.
-Ποια ήταν η αντίδραση των γονιών στο ότι ήθελες να σπουδάσεις ηχοληψία και μουσική παραγωγή;
Κανονική. Με άφησαν ελεύθερο να ασχοληθώ με οτιδήποτε ήθελα, με την προϋπόθεση να μου αρέσει πραγματικά. Το ζήτημα ήταν ότι δεν υπήρχαν σχολές στην Ελλάδα. Έπρεπε να πάω κάπου στην Ευρώπη, όπου στο σύνολο ήταν κάπου έξι με εφτά, με καλύτερη μία στις Βρυξέλλες. Ήμουν τυχερός που όταν βρέθηκα εκεί δίδασκε ο Ray Dolby, ο σπουδαίος επιστήμονας, ευρέως γνωστός σήμερα για το σύστημα Dolby.
-Τι αποκόμισες από τις σπουδές στις Βρυξέλλες;
Τα καλύτερα. Ανήκα στην ομάδα του Dolby, ο οποίος βρέθηκε στη σχολή μόνο για δυο χρόνια, και συνεργαστήκαμε στενά. Μεγάλη τύχη. Ήμουν υπό την εποπτεία του και υπήρξε ο μέντορας μου. Από εκείνον και από τις σπουδές που έκανα απέκτησα τον τρόπο σκέψης που ακολούθησα στη συνέχεια πάνω στη μουσική.
-Οι σκέψεις μετά το πέρας των σπουδών;
Τελειώνοντας τις σπουδές είχα προτάσεις να δουλέψω Ολλανδία, Παρίσι και Βρυξέλλες. Τρεις προσφορές εργασίας με εξαιρετικές απολαβές, bonus και μεγάλους μισθούς για την εποχή εκείνη. Στην Ελλάδα, το καλύτερο που θα συνέβαινε, αν έπιανα δουλειά, ήταν να δουλεύω για έναν μισθό της πείνας. Και διάλεξα να γυρίσω στην Ελλάδα.
-Ο λόγος;
Αν βρεθείς στην Αφρική, όπως βρέθηκα εγώ, και μετά βρεθείς σε ένα μέρος που βλέπεις μπλε ουρανό για πέντε μέρες τον χρόνο, είναι σαν να πας να ρωτήσεις έναν φυλακισμένο αν προτιμάει να ζήσει στην φυλακή σαν άρχοντας ή να βγει έξω και να κυνηγήσει την ελευθερία του. Θα διαλέξει την ελευθερία. Αυτό διάλεξα και εγώ. Να έρθω στην Ελλάδα, με το χάος της, τα καλά και τα κακά της.
-Φτάνοντας στην Ελλάδα πως σκέφτηκες να κινηθείς;
Ήρθα στην Ελλάδα το 1981. Και είχα βάλει τρεις στόχους. Ο πρώτος στόχος ήταν να φτιάξω μια πολύ καλή εταιρεία παραγωγής. Αυτό ήταν εύκολο γιατί τότε δεν υπήρχαν εταιρείες παραγωγής. Η RIA ήταν η πρώτη το 1983. Ο δεύτερος στόχος ήταν να διδάξω σε ένα τμήμα ηχοληψίας. Επίσης εύκολο, επειδή δεν υπήρχε κάποια σχολή ηχοληψίας. Και ο τρίτος στόχος ήταν να γίνω ο καλύτερος ηχολήπτης στην Ελλάδα. Αυτό δεν ήταν τόσο εύκολο. Αν κάτι κατάφερα μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, είχε να κάνει με τα όχι που είπα παρά με τα ναι.
-Οι πρώτες δυσκολίες;
Στην αρχή, οι δυσκολίες που είχα να αντιμετωπίσω είχαν να κάνουν με τις νοοτροπίες των καλλιτεχνών. Έπρεπε να πείσω για παράδειγμα τον Μάνο Χατζιδάκι ότι είμαι ικανός για να με εμπιστευτεί και να συνεργαστούμε.
-Πριν τον Χατζιδάκι συνεργάστηκες με τον Δημήτρη Παπαποστόλου, σωστά;
Ναι, αυτόν τον σπουδαίο συνθέτη βυζαντινής μουσικής, ο οποίος με μύησε σε ένα είδος μουσικής που δεν γνώριζα. Από τον Παπαποστόλου θυμάμαι ότι ήταν απόλυτος όσον αφορά αυτό που ήθελε να ακούσει στο τεχνικό κομμάτι. Ένας άψογος επαγγελματίας. Μετά τον Παπαποστόλου και τον Χατζιδάκι συνεργάστηκα και με τον Μίκη Θεοδωράκη αλλά και με άλλες «κολόνες» της ελληνικής μουσικής.
-Από ποιον καλλιτέχνη που συνεργάστηκες κρατάς τις πιο γλυκές αναμνήσεις;
Από τον Γιάννη Σπανό. Ήταν το πιο γλυκό παιδί που είχα γνωρίσει. Ξέρεις, όταν φεύγει κάποιος άνθρωπος από τη ζωή, αναλογιζόμαστε τις στιγμές που περάσαμε μαζί του. Προσπαθούμε να μείνουμε στις καλές, σίγουρα θα υπάρχουν και κακές τις οποίες τις περνάμε αμυδρά από το μυαλό. Με τον Γιάννη, δεν υπήρχε καμία μα καμία κακή στιγμή.
-Συνέβη και με κάποιον άλλον αυτό;
Ναι, με τον Ντέμη Ρούσσο. Ο Ντέμης ήταν ένας άγιος άνθρωπος επί γης.
-Υπήρξε κάποιος που ήταν παρεξηγημένος;
Και εδώ δύο μου έρχονται στο μυαλό. Ο Βλάσσης Μπονάτσος και ο Νίκος Καρβέλας. Δυο αιώνιοι έφηβοι και ταυτόχρονα βαθιά παρεξηγημένοι.
-Έχω ακούσει μια ιστορία με τον Καρβέλα και το τραγούδι Δώδεκα που μπήκε τελευταία στιγμή στον δίσκο.
Ήταν ο δίσκος Κάτι Συμβαίνει του 1985. Δούλευα με τον Νίκο στο στούντιο. Ήταν Κυριακή βράδυ. Την επόμενη ήταν η κοπή του δίσκου. Κάποια στιγμή, με ρωτάει ο Νίκος: «Γκολφίδη, έχουμε επιτυχία;» Του απάντησα αρνητικά. Αμέσως, πήγε στο πιάνο και άρχιζε να παίζει μελωδίες από κάποια άλλα τραγούδια που δεν είχε εντάξει στο δίσκο. Ξαφνικά, παίζει τη μελωδία από το Δώδεκα. Ακούγοντας το, του είπα ότι αυτό το τραγούδι ήταν η επιτυχία που έψαχνε. Ο Νίκος λοιπόν, με αναλογικό μετρονόμο στα ακουστικά του έπαιξε όλα τα όργανα μόνος του. Πήρε τέσσερις η ώρα το πρωί την Άννα Βίσση στο τηλέφωνο, την ξύπνησε και της είπε να έρθει στο στούντιο. Έξι η ώρα ολοκληρώσαμε την ηχογράφηση, εφτά η ώρα μιξάραμε τον δίσκο και οκτώ η ώρα ο δίσκος πήγε για κοπή.
-Φαντάζομαι, θα έχεις ξοδέψει άπειρες ώρες στο στούντιο, παλεύοντας για να είναι άψογη και η παραμικρή λεπτομέρεια;
Δεν μπορείς να φανταστείς. Μιλάμε για πολλές μέρες σερί. Έχει τύχει να βγω από το στούντιο με τα γυαλιά ηλίου και έξω να είναι νύχτα. Τρεις φορές μάλιστα πήγα στο νοσοκομείο με υπερκόπωση. Την δεύτερη φορά είχα ολοκληρώσει 78 ώρες δουλειά, μετά από πολύ δύσκολα sessions. Έμεινα στο τόπο σε fade out σε δίσκο του Θεοδωράκη. Έκανα το fade out και μετά κατέρρευσα. Με πήγε στο νοσοκομείο ο ίδιος ο Μίκης μαζί με τον Νίκο Αντύπα. Ξύπνησα μετά από τρεις μέρες και υπήρξα παράλυτος για δέκα μέρες.
-Οι φωνές που ξεχώρισες;
Η φωνή που με τρέλανε ήταν ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο οποίος για μένα ανήκει μέσα στις τρεις καλύτερες ανδρικές φωνές στην ελληνική δισκογραφία. Μια άλλη περίπτωση ήταν η Νάνα Μούσχουρη, μια φωνή άψογα κουρδισμένη που είχε το απόλυτο tune. Και τέλος, θα αναφέρω την Ελένη Δήμου. Όχι λόγω της προσωπικής μας σχέσης. Την θαυμάζω επειδή είναι γρήγορη και απέδιδε εξαιρετικά στο στούντιο όταν δουλεύαμε μαζί. Και φαντάσου ότι πριν γνωριστούμε δεν συμπαθιόμασταν καθόλου.
-Θυμάσαι τον Τζίμη Πανούση;
Τον Τζίμη τον θυμάμαι σαν ένα ντροπαλό παιδί με overload iq. Ήταν τόσο εκτός εποχής και ταυτόχρονα τόσο σημερινός που μόνο με τον Γιάννη Μηλιώκα μπορώ να τον βάλω δίπλα δίπλα. Απλώς, ο Τζίμης ήταν πιο εκκεντρικός σε αυτά που έλεγε και έκανε. Σε προσωπικό επίπεδο δεν ήταν καθόλου εκκεντρικός ή ανατρεπτικός. Θυμάμαι, όταν ηχογραφούσαμε το Ένα Τραγούδι για τον Χειμώνα, είχε κοκκινίσει. Είχε ανασφάλεια και συστολή.
-Θα σου θέσω το εξής δίλημμα. Γιώργος Νταλάρας ή Γιάννης Πάριος;
Ο Γιάννης Πάριος είναι ένας αθλητής που μπορεί να πηδάει 2 μέτρα στη προπόνηση και είναι ευχαριστημένος αν πηδήξει 1,20. Δεν χρειάζεται να κάνει ζέσταμα για τα 2 μέτρα. Ο Νταλάρας μπορεί να πηδήξει 1,5 μέτρο στη προπόνηση αλλά όταν βγει στο στάδιο δεν έχει πηδήξει ποτέ κάτω από 2 μέτρα. Υπερβαίνει πάντα τις δυνατότητες του, είναι απόλυτος σε αυτό που θέλει να κάνει.. Αν το μυαλό του Νταλάρα υπήρχε στον Πάριο, τότε πολλοί λίγοι τραγουδιστές στον κόσμο θα μπορούσαν να τους πλησιάσουν.
-Μια ακόμη σπουδαία ερμηνεύτρια που συνεργάστηκες μαζί της ήταν η Ελένη Βιτάλη.
Τις δυνατότητες της Βιτάλη δεν τις έχουν πολλές ερμηνεύτριες. Είναι μοναδική περίπτωση.
-Πώς ήταν να δουλεύεις με τόσους πολλούς και τόσο ετερόκλητους καλλιτέχνες;
Μια χαρά ήταν. Δεν κάνω διαχωρισμούς. Για μένα δεν υπάρχουν καλά ή κακά μουσικά είδη. Υπάρχουν καλοί και κακοί εκπρόσωποι μουσικών ειδών. Για παράδειγμα, αυτό που κάνει ο Λευτέρης Πανταζής, το κάνει εξαιρετικά. Το ίδιο εξαιρετικά κινείται στο δικό του είδος ο Γιώργος Νταλάρας.
-Προσωπικά, θεωρώ σπουδαία στιγμή στη καριέρα σου την παραγωγή στα Ζεστά Ποτα.
Τα Ζεστά Ποτά είναι ο δίσκος που άλλαξε τον ήχο στην ελληνική δισκογραφία. Αυτό οφείλεται στον Νίκο Αντύπα, τον Γιάννη Σπάθα και σε εμένα. Αλλά όλο αυτό δεν θα είχε συμβεί χωρίς το πρωτότυπο μουσικό υλικό των αδελφών Κατσιμίχα.
-Είχες το ένστικτο ότι αυτό που άκουγες και το πίστευες, θα γινόταν επιτυχία;
Ναι, το είχα και το έχω αυτό το ένστικτο. Και είναι και πολύ έντονο μάλιστα. Και με ανθρώπους το ίδιο συνέβαινε. Πίστεψα και στήριξα στα πρώτα τους βήματα τον Χρήστο Δάντη, τον Νότη Σφακιανάκη, τον Γιάννη Γιοκαρίνη, τον Πάνο Κιάμο και τους Locomondo.
-Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σου «ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ: Η Παγκόσμια και Ελληνική δισκογραφία με τη ματιά του Άκη Γκολφίδη». Έχεις αναφέρει πως το βιβλίο προέκυψε έπειτα από την παρότρυνση των μαθητών σου. Πώς επέδρασαν σε αυτό;
Κάθε φορά που κάναμε το μάθημα παραγωγής, μοιραζόμουν μαζί τους πληροφορίες και ιστορίες που τους εξίταραν και δεν μπορούσαν να βρουν στο διαδίκτυο. Σχεδόν πάντα άκουγα την ίδια προτροπή: «Γιατί, ρε δάσκαλε, δεν γράφεις ένα βιβλίο με όλα αυτά;». Έτσι, τελικά το αποφάσισα. Το είδα σαν ένα χρέος απέναντι σε κάτι που έζησε πάνω από 100 χρόνια και στις μέρες μας, με έναν τρόπο, πέθανε.

– Με ποια διαδικασία υλοποιήθηκε η καταγραφή του;
Ξεκίνησα αδειάζοντας το κεφάλι μου σε ένα χαρτί. Στη συνέχεια, αυτό το υλικό το διάβαζα και το μετέτρεπα σε κείμενο. Το χώρισα σε τρία μέρη: 1) παγκόσμια δισκογραφία, 2) ελληνική δισκογραφία, 3) εγώ μέσα στη δισκογραφία. Έπειτα άρχισα να το στήνω σε κεφάλαια και εποχές και τόλμησα να γράψω πράγματα που συνήθως δεν λέγονται. Τέλος, με τη βοήθεια του GPT στη σύνταξη και την ορθογραφία, πήρε την τελική του μορφή ως βιβλίο.
– Τα συναισθήματά σου όταν ολοκληρώθηκε;
Ένιωσα πως έκλεισα ένα χρέος που είχα μέσα μου. Ο μουσικός πολιτισμός που φώτισε και χάρισε στιγμές σε έναν κόσμο που όλοι ζούμε και που τον θεωρούσαμε δεδομένο, τώρα υπάρχει αποτυπωμένος σε ένα βιβλίο. Μόνο ανατριχίλα και ανακούφιση.
– Αποτελεί περισσότερο μια ιστορική καταγραφή ή μια προσωπική εξομολόγηση;
Και τα δύο, δοσμένα απλά και άμεσα. Όχι αυτά που άκουσα, αλλά αυτά που έζησα.
– Τι γεύση σου άφησε ο κόσμος της δισκογραφίας;
Γλυκόξινη, αλλά με σπουδαία «οσμή», έντονη και αξέχαστη.
– Υπήρξαν καλλιτέχνες με τους οποίους δεν κατάφερες να συνεργαστείς;
Από την Ελλάδα, όχι. Με όσους θαύμασα, κατάφερα να συνεργαστώ.
– Αν μπορούσες να διαλέξεις μια παγκόσμια φυσιογνωμία της μουσικής για να δουλέψετε στο στούντιο, ποια θα ήταν;
Alan Parsons, Daniel Lanois, Bob Clearmountain, Prince.
-Έζησες τη χρυσή εποχή της δισκογραφίας. Πως κρίνεις τα πράγματα σήμερα;
Θα σου πω την εικόνα που έχω σχηματίσει για τη δισκογραφία μετά από τόσα χρόνια. Η δισκογραφία είναι ένας κουβάς με σκατά που από πάνω έχει μέλι. Όταν ξεκινάς και τρως, συνηθίζεις στο μέλι, γλυκαίνεσαι. Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι το μέλι έχει τελειώσει και τρως σκατά. Εκείνη τη στιγμή, προσπάθησε να βρεις ψήγματα μελιού. Για τη σημερινή κατάσταση θα στο παραλληλίσω με τη κατάσταση που επικρατεί στη πολιτική. Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Υπάρχει μια μεγάλη κρίση. Αλλά πιστεύω ότι κάποια στιγμή, ίσως να μην ζω για να το δω, θα συμβεί ένα restart.
-Πώς επέδρασε το διαδίκτυο στη διάδοση της μουσικής;
Το διαδίκτυο έχει κάτι που ταυτόχρονα αποτελεί και πλεονέκτημα και μειονέκτημα. Μπορείς να πεις οτιδήποτε θες. Είτε είναι σπουδαίο, είτε είναι μαλακία. Απλά, όσο περισσότερο ακούγονται οι μαλακίες, τόσο πιο σπουδαίες θεωρούνται και χαίρουν αποδοχής.
-Σήμερα, είναι πιο δύσκολο για έναν ανερχόμενο καλλιτέχνη να επικοινωνήσει το μουσικό του έργο;
Όχι, απλά είναι διαφορετικό το πλαίσιο. Τότε, αν το έργο ενός δημιουργού ήταν καλό, η δυσκολία υπήρχε στο να το επικοινωνήσει και να το φτάσει εκεί που έπρεπε. Σήμερα, είτε κάποιος γράψει κάτι σπουδαίο είτε κάτι αδιάφορο, θα πρέπει να βρει την κατάλληλη στιγμή για να το κυκλοφορήσει. Πια, είναι όλα θέμα timing. Είναι σαν κάποιος να έχει συμπληρώσει τους τυχερούς αριθμούς σε ένα δελτίο τζόκερ αλλά να πάει να το ρίξει την επόμενη μέρα της κλήρωσης.
-Για πολλά χρόνια διοργανώνεις σεμινάρια ηχοληψίας διδάσκοντας σε νέους μαθητές. Τι κερδίζεις από τη διαδικασία αυτή;
Τα νέα παιδιά με κάνουν να αισθάνομαι σαν έφηβος. Αν είχα σταματήσει να διδάσκω, θα είχα μάθει πολύ λιγότερα πράγματα. Από όλα τα παιδιά μαθαίνω διαρκώς. Και νιώθω μεγάλη ευθύνη απέναντι τους. Αν δεν καταλάβουν κάτι έχει να κάνει με μένα. Αναλαμβάνω πάντα την ευθύνη.
-Πώς αντιλαμβάνεσαι τη νέα γενιά;
Είναι μια απίστευτη γενιά. Παιδιά με όνειρα και προβληματισμούς. Αλλά τους έχουν ορμήξει όλοι καταπάνω τους. Θα αναφέρω κάτι που μου είχε πει ο Μάνος Χατζιδάκις για τη γενιά του Πολυτεχνείου, κάτι που τότε δεν το είχα ασπαστεί αλλά το κατάλαβα χρόνια μετά. «Χειρότερη γενιά ήταν η γενιά των λουλουδιών. Ήταν λουλούδια και μαράθηκαν. Αν ήταν καρποί θα είχαν βγάλει ρίζες και θα είχαν ανθίσει». Η νέα γενιά είναι καρπός. Απλά πρέπει να αντισταθεί.
-Τι σημαίνει για σένα η Ελένη Δήμου.
Είναι το καλύτερο μου φιλαράκι. Είναι μάνα μου, κόρη μου και τυχαίνει να είναι γυναίκα μου. Είναι μέρος του ίδιου μου του εαυτού.
-Στο στούντιο πως τα πάτε;
Πολλές φορές διαφωνούμε στο στούντιο. Στο δρόμο για το σπίτι τσακωνόμαστε. Μπορεί να πάρει καμιά βδομάδα για να τα βρούμε. Αλλά τα βρίσκουμε πάντα. Και να ξέρεις, μάγκας σε μια σχέση είναι αυτός που ξέρει πότε να κάνει και πότε να μην κάνει πίσω.
-Αναλογίζεσαι τον χρόνο που περνάει;
Μου αρέσει. Νιώθω ήρεμα με τη ροή του χρόνου. Με τα χρόνια αντιλαμβάνομαι ότι δεν κατάφερα να κάνω όλα όσα ήθελα. Μεγαλώνοντας και βλέποντας αλλιώς τα πράγματα, πιστεύω πως ξέρω λιγότερα. Προσπαθώ όμως να ανακαλύψω τα άγνωστα. Όταν ήμουν νέος ήθελα να κατακτήσω τον κόσμο. Και δεν κατέκτησα ούτε ένα σπίτι. Ζω στο νοίκι. Αλλά είμαι χαρούμενος.
-Νιώθεις πλήρης για όσα έχεις κάνει στη ζωή σου.
Ναι. Όχι από αυτά που έκανα, αλλά από τα αποτελέσματα των πράξεων μου. Για παράδειγμα, αν κάποιος μαθητής μου προχωρήσει και πετύχει εγώ θα νιώσω χαρά για την επιτυχία του. Θα έχω κερδίσει περισσότερα από αυτόν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Κώστας Καλημέρης, ένας ολοκληρωμένος και επιτυχημένος ηχολήπτης για πολλές δεκαετίες, ο οποίος υπήρξε μαθητής μου. Καμαρώνω για τη πορεία του Κώστα.
-Τι άνθρωπος είναι ο Άκης Γκολφίδης;
Ένας ρομαντικός έφηβος που από συνήθεια διαφωνεί ακόμα και με τον εαυτό του. Αλλά πριν πέσει να κοιμηθεί καταλαβαίνει τον λόγο που διαφωνεί. Και δεν συμμετέχει στο έγκλημα.
-Αν γυρνούσες τον χρόνο πίσω θα άλλαζες κάτι;
Πιστεύω θα τα έκανα χειρότερα.
-Το προσωπικό σου καταφύγιο όταν όλα σκοτεινιάζουν;
Η μουσική και ειδικά το θέμα από τον Τελευταίο των Μοικανών.
-Ο μεγάλος σου φόβος;
Η εγκατάλειψη.
-Αν ναυαγούσες σε ένα ερημικό νησί, υπάρχει κάποιο αντικείμενο που θα ήθελες να έχεις μαζί ώστε να σου κρατήσει συντροφιά;
Ένα καλάμι που να βγάζει ήχο.
-Τα όνειρα σου για το μέλλον;
Θα αναφέρω τον στίχο της Μαριανίνας Κριεζή από ένα τραγούδι της Ελένης. Δώς΄μου το μέλλον γεμάτο φιλιά, έτσι όπως ήταν παλιά.
-Η συμβουλή που θα έδινες σε ένα νέο άνθρωπο για να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα;
Να πιστεύει στον εαυτό του. Και να αντιληφθεί πολύ περισσότερο αυτά που μισεί παρά από αυτά που αγαπάει. Τότε θα καταλάβει τον λόγο που αγαπάει αυτά που αγαπάει.
-Τι σου έρχεται στο μυαλό όταν λες το όνομα Άκης Γκολφίδης;
Ένας ονειροπόλος που δεν έθεσε υψηλά όνειρα για να κατακτήσει.
-Άκη σε ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.
Εγώ σε ευχαριστώ.
Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο
Τα τραγούδια λένε πάντα την αλήθεια | Άκης Γκολφίδης
Διαβάστε περισσότερες συνεντεύξεις: εδώ
