Ο Γιώργος Κιμούλης θεωρείται από αρκετούς ως ο καλύτερος ηθοποιός της γενιάς του. Είναι εκείνος ο ερμηνευτής που αναμετρήθηκε με σπουδαίους, δύσκολους και απαιτητικούς ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου και τα έβγαλε πέρα. Από τα πρώτα παιδικά χρόνια στον Πειραιά, τους δικηγόρους γονείς και την αγάπη για την ηθοποιία μέχρι τη πρώτη θεατρική παράσταση που είδε στα δεκαεπτά και τον μάγεψε, τον Δημήτρη Χορν και τις στιγμές στο θεατρικό σανίδι. Μιλήσαμε για όλα. Αφορμή, ήταν η Συνάντηση, το θεατρικό έργο του Stephen Belber, το οποίο σκηνοθετεί και ερμηνεύει φέτος στο θέατρο Μουσούρη. Με μεγάλη χαρά τον φιλοξενώ στο yourearticles.
-Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στον Πειραιά. Ποιες είναι οι μνήμες σας;
Θάλασσα, λιμάνι. Ένας τόπος αναχώρησης και επιστροφής. Ένα πήγαινε-έλα. Ο Πειραιάς ήταν ένας τόπος που επηρέαζε πρωτίστως τον τρόπο που σκέφτεσαι. Δεν είναι μόνο ένας τόπος διαμονής. Τον αγαπάω τον Πειραιά. Αγαπάω πολύ τη θάλασσα. Θα ήθελα, όταν αποχωρήσω από την ενεργό δράση, να επιστρέψω και να μείνω εκεί, θεωρώντας τον ως πύλη μιας άλλης αναχώρησης.
-Έχει αλλάξει στα χρόνια ο Πειραιάς;
Οι Πειραιώτες λένε ναι. Εγώ δεν μπορώ να απαντήσω σε αυτό, μιας και δεν μένω τώρα εκεί.
-Η πιο ισχυρή ανάμνηση που ανασύρετε από το νου σας;
Βόλτες στη Φρεαττύδα, στην περίφημη καφετέρια Πισίνα. Και φυσικά παιχνίδι με παλιούς συμμαθητές, με πολλούς εκ των οποίων κρατώ ακόμα και σήμερα επαφή.
-Η σχέση με τους γονείς;
Είχαμε μια κανονική σχέση. Για αυτό που τους μνημονεύω και τους ευχαριστώ είναι η συμβολή τους στην κοπή του ομφάλιου λώρου. Ήθελαν να απογαλακτιστώ.
-Πιστεύω ότι το θέλατε και εσείς.
Ναι, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Όταν είσαι νέος, θέλεις και εσύ να ανοίξεις τα φτερά σου. Αλλά κάπως απρογραμμάτιστα. Θες επειδή απλώς θες. Δεν ξέρεις όμως τον τρόπο με τον οποίο θα το πετύχεις.
-Ήταν και οι δυο τους δικηγόροι. Σας έστρεψαν προς αυτό το επάγγελμα;
Όχι, δεν λειτούργησαν έτσι. Παρόλο που μέσα τους ίσως το ήθελαν. Τότε μάλιστα κυριαρχούσε η φράση των δικηγόρων γονέων: «Έχουμε έτοιμο δικό μας γραφείο».
-Ήσασταν καλός μαθητής;
Μέτριος. Στα θεωρητικά τα πήγαινα καλά: έκθεση, αρχαία, λατινικά και ιστορία. Κάτι που το όφειλα στη σπουδαία φυσιογνωμία του καθηγητή μου, του Ληξουριώτη. Αυτός ο άνθρωπος με διαμόρφωσε πλήρως. Φαντάσου ότι τον έβλεπα πιο πολύ και από τους ίδιους μου τους γονείς μέσα στο εικοσιτετράωρο. Τον είχα καθηγητή και στο Γυμνάσιο, και στο φροντιστήριο, και σε ιδιαίτερα μαθήματα.
-Τι ξεχωριστό είχε ο τρόπος του;
Με έμαθε να διαβάζω ένα κείμενο και να μη βλέπω μόνο την «αθώα» επιφάνειά του, αλλά να προσπαθώ να βρίσκω τον «ένοχο» κάτω από τα λόγια. Αυτό μου έλεγε συνέχεια. «Δεν υπάρχει αθώα φράση. Βρες τι κρύβεται πίσω απ’ αυτήν». Αυτό το παιχνίδι με γοήτευε και το συνεχίζω μέχρι και σήμερα όταν μελετώ. Και αυτή η τεχνική ήταν η πύλη για να μπω στην υποκριτική. Εξάλλου, αυτό που κάνει ένας ηθοποιός επάνω στη σκηνή δεν έχει να κάνει μόνο με αυτό που λέει, αλλά πάνω απ’ όλα με αυτό που κρύβει. Και αυτό πρέπει να γίνεται αναγνώσιμο από τον θεατή.
-Τα πρώτα αναγνώσματα πάνω στα οποία λειτουργήσατε με τον τρόπο του καθηγητή σας;
Εκτός απ’ τα αρχαία κείμενα του γυμνασίου, απ’ την αρχή έκανα το ίδιο με κάθε θεατρικό κείμενο. Άλλωστε από πάρα πολύ μικρή ηλικία, χωρίς να ξέρω γιατί, με γοήτευε να διαβάζω τα θεατρικά έργα του Γρηγορίου Ξενόπουλου, τα οποία είχε στη βιβλιοθήκη του ο πατέρας μου. Με κέντριζαν οι διάλογοι. Μου άφηναν το περιθώριο να βρίσκω μόνος μου τι κρυβόταν πίσω από τους διαλόγους: τι αισθανόταν ο ήρωας που είπε τη συγκεκριμένη φράση, για ποιο λόγο την είπε και ούτω καθεξής.
-Η πρώτη θεατρική παράσταση που παρακολουθήσατε και σας ταρακούνησε;
Παρακολούθησα στα δεκαεπτά μου τον «Κάσπαρ» του Χάντκε, σε σκηνοθεσία του Σπύρου Ευαγγελάτου και σε ερμηνεία του Νικήτα Τσακίρογλου. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν η τρομακτική σκηνική ενέργεια του Τσακίρογλου, η δύναμη που είχε πάνω στη σκηνή. Μία φράση μου είχε εντυπωθεί από τότε. «Θα ήθελα να γίνω έτσι, όπως ήταν μια φορά κάποιος άλλος».
-Οι σκέψεις σας όταν ολοκληρώσατε τις θεατρικές σπουδές;
Δεν είχα μεγάλη αγωνία για το τι θα κάνω όταν τελειώσω, ούτε για το πού θα παίξω. Εν αντιθέσει με σήμερα, που τα παιδιά έχουν τρομερό άγχος βγαίνοντας από τις δραματικές σχολές. Τα παιδιά κυνηγάνε τη στιγμή χωρίς να βλέπουν με μεγάλη προοπτική το μέλλον τους. Εμείς τότε κάναμε ακριβώς το αντίθετο. Και πιστεύω ότι συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό στη διαδρομή του καθενός μας. Δίναμε σημασία στη διάρκεια, όχι μόνο στη στιγμή.
-Από τους ανθρώπους του θεάτρου που σας ξεχώρισε στα πρώτα σας βήματα ήταν ο Δημήτρης Χορν.
Τον Δημήτρη Χορν τον γνώρισα το 1978, όταν ήμουν 22 ετών. Τότε ακόμα η έννοια του μύθου δεν είχε περάσει στην απομυθοποίηση των πάντων, όπως συμβαίνει σήμερα. Λειτουργούσε ο απεριόριστος θαυμασμός και σεβασμός. Μου έμαθε πολλά πράγματα για την ίδια τη ζωή. Σχεδόν ποτέ δεν μου μιλούσε για το θέατρο. Και όποτε αναφερόταν σ’ αυτό, αστειευόταν. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι ο τρόπος του εμπεριείχε διδάγματα για το ίδιο το θέατρο. Είχαμε σχεδόν μια σχέση γονιού με παιδί, με τα θετικά και τα αρνητικά, τα οποία για μένα στο τέλος λειτούργησαν όλα θετικά.
-Αναφερθήκατε στο τι επικρατούσε τότε αλλά και τι επικρατεί τώρα. Για ποιο λόγο οδηγηθήκαμε σε αυτού του είδους την απομυθοποίηση;
Το βασικό πρόβλημα είναι η διαμόρφωση της κοινωνικής δικτύωσης. Τα social media έχουν τεράστια δύναμη. Δίνουν τη δυνατότητα να πιστεύουμε πως απευθυνόμαστε σ’ όλον τον κόσμο κι αυτό που γράφουμε θεωρούμε πως έχει μεγάλη σημασία για όλους. Πράγμα το οποίο δεν γίνεται να ισχύει. Οπότε εύκολα οτιδήποτε ειπωθεί δημόσια, απευθείας ανεκδοτολογείται, απομονώνεται και εργαλειοποιείται κατά το δοκούν. Και αυτό έχει οδηγήσει και στη δική μας αυτολογοκρισία. Επίσης, ο δημόσιος λόγος έχει εκπέσει πια σε μια άκρατη φλυαρία, η οποία ακουμπά τα όρια της ανούσιας λογοδιάρροιας. Επικρατεί η φαντασίωση ότι ο καθένας έχει δημόσιο λόγο, κάτι που παλαιότερα δεν υπήρχε. Αυτή είναι και η αιτία που σιωπά πια η διανόηση.
-Γιατί δεν μιλά σήμερα η διανόηση;
Η διανόηση σιωπά γιατί ένιωσε ότι ουδείς την έχει ανάγκη. Μπορώ να το καταλάβω, μιας και τα τελευταία χρόνια τη θεματική του δημόσιου λόγου την καθορίζουν κάποιοι άνθρωποι που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τους έπαιρνες ποτέ στα σοβαρά.
-Με ποιο τρόπο προσεγγίζετε τον εκάστοτε ρόλο που διαλέγετε να ερμηνεύσετε;
Μεγάλη κουβέντα. Η υποκριτική, ως προς την τεχνική της, είναι ένα νεογνό. Δεν υπάρχουν βιβλία τεχνικής της υποκριτικής. Με εξαίρεση το Παράδοξο του Ντιντερό και κάποια άρθρα του Άππια και του Γκρεγκ, το πρώτο βιβλίο για την υποκριτική ήταν αυτό του Στανισλάφσκι. Οτιδήποτε γράφτηκε από τότε και μετά αναγκαστικά τον είχε ως αναφορά. Οπότε, η μέθοδος που ακολουθεί ο κάθε ηθοποιός αποτελεί μοναδικό και προσωπικό μονοπάτι, με προσθέσεις ίσως και αφαιρέσεις, με συμφωνίες και διαφωνίες, πάντα όμως πάνω σε όσα είπε ο Στανισλάφσκι, τόσο στην αρχή όσο και στη μετέπειτα ζωή του. Προσωπικά, μελέτησα διάφορους στοχαστές οι οποίοι ασχολήθηκαν με τον Στανισλάφσκι: τον Μάικλ Τσέχωφ, τη Μαρία Κνέμπελ, αλλά και τον Μάισνερ και την Άντλερ. Ενώνοντας και διαμορφώνοντας τις σκέψεις τους, κατασκεύασα το δικό μου παζλ. Συνεπώς, μια δική μου μέθοδο. Είναι η σωστή; Είναι αυτή που με βολεύει; Δεν το ξέρω. Παράλληλα, υπάρχουν και κάποιοι «κανόνες» από τους οποίους πλέον δεν μπορώ να ξεφύγω.
-Δεν μπορείτε να ξεφύγετε;
Με τίποτα. Μοιάζουν σαν να είναι κομμάτια του εαυτού μου. Κατ’ αρχάς, έχουν να κάνουν με το άρρητο, με αυτό που δε λέγεται μέσα στο θεατρικό κείμενο. Στη συνέχεια, ο μεγάλος κανόνας για μένα έχει να κάνει με το εξής: Όταν ένας ηθοποιός ερμηνεύει έναν ρόλο, δεν μπορεί να απαλλαγεί από τον τόπο και τον χρόνο μέσα στον οποίο τον ερμηνεύει. Κάθε στιγμή κατανόησης είναι προϊόν της εποχής, των προκαταλήψεων και του ορίζοντα του αναγνώστη-ερμηνευτή. Η ερμηνεία πάντα εξαρτάται από την ιστορικότητα του ερμηνευτή. Δεν αναπαράγει το παρελθόν, αλλά το επανενεργοποιεί στο παρόν, δημιουργώντας νέο νόημα. Αυτό είναι κάτι από το οποίο κανείς ηθοποιός δεν μπορεί να ξεφύγει.
-Προσπαθείτε να ταυτιστείτε με τον ρόλο; Να εντοπίσετε στοιχεία που σας συνδέουν;
Όχι. Δεν ταυτίζομαι ποτέ με τον ρόλο. Ταυτίζομαι με το κείμενο του συγγραφέα, προσπαθώντας να το ερμηνεύσω όσο καλύτερα μπορώ. Όσον αφορά τον ρόλο, προτιμώ να εντοπίσω αν υπάρχουν τυχόν κοινά στοιχεία με μένα παρά να ταυτιστώ μαζί του. Και όχι μέσω των πράξεων που επιδερμικά τον χαρακτηρίζουν, αλλά μέσα από τις λεπτομέρειες και τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν τις πράξεις του. Λεπτομέρειες που αν τις αντιληφθεί κάποιος θα τον οδηγήσουν σε ένα άλλο ξέφωτο.
-Είστε αυστηρός με τον εαυτό σας πάνω στη σκηνή;
Προσπαθώ να είμαι συνεπής και πολλές φορές η συνέπεια αποκτά ένα είδος αυστηρότητας.
-Είστε και τελειομανής;
Η τελειομανία είναι μια έννοια που δεν μπορώ να την καταλάβω, γιατί ενέχει ένα στοιχείο αρνητικό. Ζούμε στην εποχή της συμπύκνωσης και της διευκόλυνσης. Εκεί μας έσπρωξε η τεχνολογία, στερώντας μας πολλά, ενώ εμείς νομίζουμε ότι μας έλυσε τα χέρια. Οδήγησε τους καλλιτέχνες να γλιστρήσουν στην ευκολία. Όταν είσαι επαγγελματίας και ζητάς τα αυτονόητα, κάποιοι σε χαρακτηρίζουν ως τελειομανή. Η τέχνη όμως βασίζεται στη λεπτομέρεια. Αν δεν είσαι λάτρης της λεπτομέρειας, δεν μπορεί να είσαι καλλιτέχνης.
-Αυτό που μου λέτε έρχεται σε συνάρτηση με κάτι που είχατε αναφέρει σε μια παλαιότερη συνέντευξη σας για τον Γιώργο Χειμωνά. Κάτι που θεωρώ πως ισχύει γενικότερα για τη σημερινή κατάσταση: «Φθίνουν οι άνθρωποι που ήταν ταγμένοι στην αφοσίωση».
Έρχεται σε απόλυτη συνάρτηση. Και χαίρομαι πολύ που μου το υπενθύμισες. Όσο περνάει ο καιρός, τόσο φθίνουν οι ταγμένοι άνθρωποι. Δυστυχώς.
-«Ταλέντο, τύχη και αντοχή στη χυδαιότητα των άλλων». Σύμφωνα με εσάς, αυτά συνιστούν έναν καλό ηθοποιό;
Ναι, και είναι ισοζυγή. Απλά με μια προσοχή στο τρίτο. Μήπως από την πολλή αντοχή γίνεις και εσύ χυδαίος.
-Έχουν σημασία για εσάς τα θεατρικά βραβεία;
Προσωπικά, θεωρώ ότι στο θέατρο τη πρώτη και την τελευταία κουβέντα την έχει το κοινό. Ασυζητητί. Όσον αφορά τα βραβεία, στο εξωτερικό αποτελούν μια γιορτή του ίδιου του θεατρικού χώρου. Αν δει κάποιος τα βραβεία σε άλλες χώρες, θα παρατηρήσει μια μεγάλη, κλειστή γιορτή, μια στιγμή αυτοαναφορικότητας με μεγάλη εμπορευματική αξία. Στη χώρα μας δεν συμβαίνει το ίδιο.
-Είναι ίδιον ορισμένων ηθοποιών να χρησιμοποιούν μανιέρα στο παίξιμό τους. Πώς το κρίνετε;
Η μανιέρα είναι μια έννοια παρεξηγημένη. Απλά έχει επικρατήσει να την μπερδεύουμε με ορισμένα τρικάκια επανάληψης, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιεί ένας ηθοποιός εμπλουτίζοντας τον ρόλο του. Κατ’ ουσίαν δεν έχει τίποτα το αρνητικό. Αποτελεί τον προσωπικό τρόπο με τον οποίο κινείται ο ηθοποιός. Μακάρι όλοι να μπορούσαν να αποκτήσουν τη δική τους μανιέρα, τον δικό τους τρόπο.
-Έχετε ερμηνεύσει μια μεγάλη γκάμα ρεπερτορίου. Νιώθετε πληρότητα;
Η έννοια της πληρότητας σχετίζεται με κάτι που μπορεί να τελεσφορήσει. Η τέχνη και ειδικά η υποκριτική στηρίζεται στο ατελέσφορο. Ο ηθοποιός ανεβαίνει στη σκηνή κάθε μέρα επειδή νιώθει ότι δεν ολοκλήρωσε κάτι την προηγούμενη, έχοντας την ελπίδα ότι θα το ολοκληρώσει την επόμενη. Έστω και αν γνωρίζει ότι αυτό ποτέ δεν θα ολοκληρωθεί. Δεν υπάρχει λοιπόν ζήτημα πληρότητας. Αυτό ίσως να ακούγεται βουλιμικό. Δεν είναι όμως. Την τέχνη μας τη συνιστά η επίγνωση του ατελέσφορου.
-Πώς αναλογίζεστε τα χρόνια που πέρασαν στο σανίδι;
Ένα βασικό στοιχείο σχετικά με την αντίληψη της έννοιας του χρόνου είναι η συμφιλίωση με την έννοια του θανάτου. Καθετί που λέμε, τη στιγμή που το λέμε, πεθαίνει. Αυτό σε συμφιλιώνει με τον θάνατο και σου δίνει τη δυνατότητα μιας νέας γέννησης. Αυτή η κυκλική σκέψη σε κουρδίζει να αντιμετωπίζεις αυτό που κάνεις σαν μια τρομακτική ανάγκη να βιώσεις τον παρόντα χρόνο. Άλλωστε, η υποκριτική είναι η προσπάθεια να κάνεις καλλιτεχνικό έργο τον παρόντα χρόνο. Και ο παρόντας χρόνος κουβαλά και τον παρελθόντα και τον μέλλοντα χρόνο, αλλά σε μια συμπύκνωση. Ο ηθοποιός παίζει κάτι τώρα, μπροστά σε ανθρώπους που τον βλέπουν τώρα. Οπότε δεν μπορώ να αναλογιστώ τα χρόνια που πέρασαν. Λειτουργώ στο τώρα μου, με μια λειτουργία βιωματική.
-Ας πάμε στο τώρα λοιπόν. Φέτος ανεβάζετε τη Συνάντηση, το θεατρικό έργο του Stephen Belber στο Θέατρο Μουσούρη. Πώς αντιλαμβάνεστε το έργο αυτό μέσα από τη προσέγγισή σας;
Τη Συνάντηση σαν ολοκληρωμένο έργο την αντιλαμβάνομαι με μια φράση του Σαίξπηρ από την Τρικυμία: «Το παρελθόν είναι πρόλογος». Είμαστε το σύνολο όλων όσων ζήσαμε στο παρελθόν και όσων φανταζόμαστε πως θα ζήσουμε στο μέλλον, αλλά τα ζούμε μόνο στον παρόντα χρόνο. Το λάθος είναι να προσπαθούμε στον μέλλοντα χρόνο να διορθώσουμε πράξεις του παρελθόντος. Ο μέλλοντας χρόνος δεν είναι συνεργείο. Και αυτό εξάγεται έντονα μέσα από το έργο και την εξέλιξη της πλοκής.
-Ποια είναι η τελευταία σας σκέψη πριν βγείτε στη σκηνή;
Η προσπάθεια της ελαφρότητας. Και της δικής μου και του ρόλου που παίζω. Στην τέχνη η ελαφρότητα είναι αναγκαία και δεν πρέπει να συγχέεται με την έννοια της επιπολαιότητας.
-Μεταξύ πολλών ζητημάτων που θίγει το θεατρικό έργο είναι η μοναξιά και η απομόνωση του σύγχρονου ανθρώπου. Γνωρίζω ότι σας έχει απασχολήσει το φαινόμενο αυτό.
Βέβαια. Και σε αυτό βοήθησε πολύ η πανδημία, στο γεγονός ότι η απομόνωση μας ήταν μια επιλογή που οφείλαμε να διαλέξουμε εμείς οι ίδιοι. Αναγκαστήκαμε να μετατρέψουμε τη μοναξιά σε μοναχικότητα. Όσο και αν ακούγεται συνομωσιολογικό, το σύστημα λειτουργεί πανέξυπνα, παίζει μαζί μας και δείχνει να μας κερδίζει. Το πόσο αντιστέκεται ο καθένας έχει να κάνει με τη προσωπική του δυνατότητα και δεινότητα. Και το αναφέρω γιατί η αντίσταση δεν μπορεί να έχει αποτελέσματα αν δεν είναι συλλογική.
-Μιας και το αναφέρατε, πώς θυμάστε τα χρόνια της πανδημίας και των lockdowns;
Η περίοδος της πανδημίας με επηρέασε άσχημα. Το πρώτο που θυμάμαι, το πιο σκληρό, είναι ότι η τέχνη του θεάτρου πέθανε. Κατ’ αρχάς, οτιδήποτε μέσα στο οποίο ο άνθρωπος δεν παρήγαγε σημαντική χρηματική αξία έκλεισε. Αντιθέτως, οτιδήποτε μέσα στο οποίο παραγόταν μεγάλο κέρδος και χρήμα παρέμεινε ανοικτό. Παράλληλα, αυτό το «μη μου άπτου», «μη με αγγίζεις, μη με ακουμπάς» την περίοδο του COVID ήταν κάτι που ξεκίνησε και θα το δούμε σε πολύ γρήγορο χρονικό διάστημα σαν μια απόλυτη μεταστροφή του ανθρωπολογικού τύπου. Από homo ludens, ο άνθρωπος μετατράπηκε σε ένα απόλυτα μοναχικό homo habitus. Από τον άνθρωπο-παιχνίδι περάσαμε στον άνθρωπο που συνηθίζει τα πάντα. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από την πανδημία εκτινάχθηκε το ζήτημα της πολιτικής ορθότητας.
-Τι σας προβληματίζει στη σημερινή εποχή;
Δεν συνειδητοποιούμε ότι βιώνουμε μια θολή εποχή. Και όταν δεν το αντιλαμβάνεται κανείς, πιστεύει ότι τα πράγματα που βλέπει είναι καθαρά. Αλλά δεν είναι. Επικρατεί μια αιθαλομίχλη. Φοβάμαι ότι το πρώτο πράγμα αυτής της ασύδοτης φιλελεύθερης λειτουργίας θα οδηγήσει τις επόμενες γενιές σε μια συντηρητικοποίηση, σαν μια αντίσταση σε αυτό το «χύμα στο κύμα». Αυτό, με τη σειρά του, θα δυναμώσει την ανάγκη για αποιδεολογικοποίηση, για τον θάνατο κάθε ιδεολογίας. Και εδώ φέρει τεράστιες ευθύνες η γενιά μου που σιώπησε. Δεν τόλμησε, όταν έπρεπε, να βγει και να πει φωναχτά ότι δεν έφταιγαν οι ιδεολογίες αλλά εμείς οι ίδιοι που δεν κατορθώσαμε να τις κάνουμε πράξη. Και αναφέρομαι στα λάθη της αριστεράς. Για να αντέξει την ήττα της, έψαξε με μανία να βρει τα λάθη στις ιδέες της. Δεν εννοώ πως δεν υπήρξαν και λάθη, αλλά η περίοδος της αυτομαστίγωσης ήταν, και είναι, πολύ μεγάλη.
-Φαντάζομαι ότι θα είστε αρκετά προβληματισμένος και με το σημερινό πολιτικό σκηνικό;
Είμαστε θύματα μιας προσπάθειας να δημιουργηθούν νέοι αυστηροί κανόνες στην ανοιχτότητα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, την οποία οι οπαδοί της ευαγγελίζονταν στην αρχή. Η εμφανής σύγκρουση Δύσης και Ανατολής έχει απόλυτη σχέση με αυτό. Η Δύση νιώθει πως η ισορροπία στα κέρδη χάνεται και τρέχει τώρα να βάλει κανόνες με κάθε τρόπο. Η δυτική προπαγάνδα είναι αδιανόητη. Δημιουργεί συνειδητά αυτό το θολό τοπίο, που ανέφερα πριν, και δεν μας επιτρέπει να δούμε τη μεγάλη εικόνα. Αρκεί κάποιος να παρατηρήσει τι γίνεται στην Ουκρανία. Μιλάμε για τον πόλεμο εκεί και θέτουμε ως αφετηρία για να αναλύσουμε τα γεγονότα την ημέρα που εισέβαλε η Ρωσία. Ούτε καν έχουμε ασχοληθεί με το τι συνέβη τις τέσσερις προηγούμενες μέρες. Δεν βλέπουμε ότι μια βδομάδα πριν τον πόλεμο ο Ζελένσκι μίλησε στο Μόναχο για την απόσυρση της υπογραφής του από τη Σύμβαση της Βουδαπέστης. Πολύ δε περισσότερο δεν θυμόμαστε, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την επανένωση της Γερμανίας, τη φράση “ούτε μία ίντσα”, που αναφερόταν στην επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά. Όσο για τον τρόπο της ανατροπής του πολιτεύματος εκεί, τους εμφύλιους βομβαρδισμούς και τις δολοφονίες, δεν γίνεται λόγος. Σαν να μη θέλουμε να δούμε την αλήθεια. Σαν να επιμένουμε να ξαναγράψουμε την Ιστορία.
-Αναφερθήκατε παραπάνω στα λάθη της αριστεράς. Πού τα εντοπίζετε;
Η αριστερά, μη παίρνοντας τόσα χρόνια την εξουσία στα χέρια της μέσω δημοκρατικών διαδικασιών, απέκτησε την πολυτέλεια να συζητά επί παντός του επιστητού. Εντός της αριστεράς ανέπτυσσε ο καθένας, χωρίς να το καταλαβαίνει, μια κτητική σχέση με τη σκέψη του. Δεν υπάρχει συνεννόηση και προσπάθεια ανταλλαγής σκέψεων. Σαφέστατα, η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν ένα μεγάλο τραύμα. Και η αριστερά βρέθηκε για πολλά χρόνια στο «νοσοκομείο», φτάνοντας να μην έχει ένα θεωρητικό εργαλείο για να προχωρήσει και να πάει παρακάτω. Το δυσάρεστο είναι ότι ακόμα και σήμερα η αριστερά δεν προσπαθεί να ανασύρει νέες λέξεις για να μιλήσει στη κοινωνία.
-Γνωρίζω τη στήριξή σας στο ΚΚΕ. Τι σημαίνει για εσάς;
Έχει από εμένα έναν βαθύ σεβασμό στην ιστορία του, η οποία ελπίζω να μετατραπεί σε μια ελπίδα για το μέλλον. Την ίδια στιγμή πιστεύω ότι δικαίωμα στην ελπίδα έχει ο γνώστης του απέλπιδου.
-Ζούμε την εποχή της πολιτικής ορθότητας. Σας απασχολεί;
Ο τρόπος που η woke agenda μεταλλάσσεται αντανακλά την προσπάθεια του συστήματος να οικειοποιηθεί οποιοδήποτε κίνημα θεωρεί επικίνδυνο με σκοπό να το χειραγωγήσει. Για τους δικούς του λόγους. Παλαιότερα το σύστημα χρησιμοποιούσε για κάθε κινηματική προσπάθεια άλλες τακτικές. Στην αρχή υπήρχε η βίαιη φίμωση. Στη συνέχεια επήλθε η διακωμώδηση. Τώρα βιώνουμε την οικειοποίηση με σκοπό την τάχα αφύπνιση του πληθυσμού. Στην ουσία, αυτό που συμβαίνει είναι να διαγράφεται η ταξική προέλευση αυτών των κινημάτων και να εντάσσονται ταχύτατα στον χώρο μιας ακραίας δήθεν φιλελεύθερης πολιτικής ορθότητας.
-Κάτι που μου έχει κάνει εντύπωση στη διαδρομή σας είναι ότι υπήρξατε φειδωλός στο σινεμά.
Έτυχε. Τη δεκαετία του ’80 και μετέπειτα στο σινεμά λειτουργούσαν περισσότερο οι παρέες. Αν δεν ήσουν μέλος σε κάποια παρέα, δεν σε φώναζαν οι κινηματογραφιστές στις ταινίες τους. Τόσο απλό.
-Θα αναφέρω μία ταινία που συμμετείχατε και την ξεχωρίζω, τη Λούφα και Παραλλαγή. Πώς την θυμάστε;
Ως ένα αστείο εκείνης της παρέας στην οποία συμμετείχα.
-Παρακολουθείτε ξανά τις ταινίες σας μέσα στα χρόνια;
Όχι, δεν τις βλέπω. Δεν μου αρέσει να με βλέπω. Ίσως επειδή βλέπω τα λάθη μου. Ποιος ξέρει;
-Μείνατε ικανοποιημένος με τη δική σας ερμηνεία σε κάποια από αυτές;
Με τον εαυτό μου; Σε καμία.
-Ξεχωρίσατε κάποιον σκηνοθέτη με τον οποίο συνεργαστήκατε;
Αυτόν που αγάπησα σαν κινηματογραφιστή, δημιουργό και φίλο ήταν ο Παύλος Τάσιος. Ένας άνθρωπος που γνώριζε το σινεμά πάρα πολύ καλά, όντας σε αρκετές ταινίες της Φίνος Φιλμ βοηθός σκηνοθέτη. Παράλληλα, με συγκίνησε η επιθυμία του να οργανώσει αυτό το άναρχο στοιχείο που κουβαλούσε. Τον Παύλο τον έβλεπα σαν έναν άνθρωπο που καταλάβαινα το αδιέξοδό του και ήθελα να είμαι δίπλα του σε αυτή την εναγώνια προσπάθεια οργάνωσης του άναρχου κόσμου του. Έφυγε από τη ζωή, και μάλιστα λυπημένα. Προσπαθήσαμε να κάνουμε μια ταινία μαζί, με θέμα τη σχέση ενός πατέρα με τη κόρη του, που τη βοηθούσε να ξεφύγει από τα ναρκωτικά. Μια αυτοβιογραφική ταινία. Ξεκινήσαμε κάποια γυρίσματα αλλά σταματήσαμε για οικονομικούς λόγους.
-Τι άνθρωπος είναι ο Γιώργος Κιμούλης;
Θέλω να πιστεύω ότι αν με χαρακτηρίζει κάτι είναι η έννοια της εμμένειας. Με αφορούν οι αρχές μου και ο αξιακός κώδικας που ακολουθώ. Περιβάλλομαι από κόκκινες γραμμές, τις οποίες σέβομαι.
-Πώς θα χαρακτηρίζατε τη σχέση με την κόρη σας;
Είμαι ένας φίλος που δεν μπορεί όμως να είναι φίλος, γιατί είναι πατέρας. Είναι ένα είδος σχοινοβασίας. Έχουμε μία, όσο μπορεί να υπάρξει, υγιή σχέση γονιού με παιδί. Μια τέτοια σχέση δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχει δημιουργήσει τραύματα. Με χαροποιεί και το αναγνωρίζω στην κόρη μου, ότι είναι καλύτερη από εμένα στην ηλικία που βρίσκεται, συγκρίνοντας την με εμένα όταν βρισκόμουν στην ίδια ηλικία με εκείνη.
-Διακρίνατε να κουβαλά η κόρη σας κάποιο άγχος; Κάποια εσωτερική ανάγκη να σας ξεπεράσει;
Αυτό το άγχος, όπως το περιγράφεις, δεν το βλέπω αρνητικά. Εγώ δεν το βίωσα με τον δικό μου φυσικό πατέρα. Δεν υπήρξα δικηγόρος, όπως ήταν εκείνος. Βρήκα όμως, στο πρόσωπο του Χορν έναν «άλλον πατέρα». Ασυνείδητα, ήθελα να τον ξεπεράσω. Εύχομαι αυτή η οιδιπόδεια συνθήκη που όλοι λίγο πολύ έχουμε ζήσει, να μην τη βιώνει η κόρη μου ως άγχος.
-Διαχειριστήκατε καλά τον έρωτα;
Τον έρωτα δεν τον διαχειρίζεσαι. Εκείνος σε διαχειρίζεται.
-Είστε ευτυχισμένος;
Δεν έχουμε έρθει σε αυτή τη ζωή για να είμαστε ευτυχισμένοι. Ούτε και δυστυχισμένοι. Έχουμε έρθει για να ζήσουμε.
-Ο μεγάλος σας φόβος;
Το πως θα αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι που με αγαπάνε τον θάνατό μου όταν αυτός συμβεί.
-Το καταφύγιο σας όταν όλα σκοτεινιάζουν;
Η περίοδος που αναλύω και προσεγγίζω ένα νέο θεατρικό έργο. Το λίγο πριν από την πραγμάτωση του. Και η πραγμάτωση ξεκινά από τις πρόβες.
-Τα όνειρα σας για το μέλλον;
Να είμαι υγιής, όσο κοινότοπο και αν ακούγεται. Και να διαθέτω την απαιτούμενη σκηνική ενέργεια ώστε να μπορώ να ανέβω στη σκηνή. Αν δεν τη διαθέτω, να πάρω την απόφαση να μην ανέβω ξανά. Κι αν δεν καταφέρω να πάρω μόνος μου την απόφαση αυτή, να με βοηθήσουν οι δικοί μου άνθρωποι να το κάνω.
-Η συμβουλή που θα δίνατε σε έναν νέο άνθρωπο για να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα;
Να ξέρει ότι ουδείς θα επενδύσει στο όνειρό του. Εκείνος πρέπει να επενδύσει σε αυτό.
-Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν λέτε το όνομα Γιώργος Κιμούλης;
Μέσα στο Κιμούλης δεν ανήκει ο Γιώργος. Ίσως ανήκει ένα πολύ μικρό μέρος του. Το επίθετό μας είναι το σύνολο των γνωμών που έχουν οι άλλοι για εμάς.
-Κύριε Κιμούλη σας ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.
Εγώ σε ευχαριστώ.
Γιώργος Κιμούλης – Βιογραφικό: εδώ
Διαβάστε περισσότερες συνεντεύξεις: εδώ
Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο
