Νικήτας Τσακίρογλου: «Ο ηθοποιός οφείλει να ξεπερνάει κάθε εμπόδιο»

Ο Νικήτας Τσακίρογλου είναι παλαιάς κοπής και στόφας ηθοποιός. Από τους σπουδαιότερους που διαθέτουμε. Με μια διαδρομή άνω των εξήντα ετών στο θέατρο το οποίο υπηρέτησε υποδειγματικά, αλλά και με σημαντική παρουσία στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Αξέχαστος στα Χρώματα της Ίριδος και τους Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας του Νίκου Παναγιωτόπουλου, λατρεμένος στο οικογενειακό Εκμέκ Παγωτό του Βασίλη Νεμέα. Προσωπικά, όσον αφορά το σινεμά, τον θαύμασα μαζί με τον Ηλία Λογοθέτη στον Ρεπόρτερ του Ανδρέα Θωμόπουλου. Σήμερα, τον φιλοξενώ στο yourearticles.

-Πώς  θυμάστε τα παιδικά σας χρόνια;

Τα παιδικά μου χρόνια δεν ήταν άνετα. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην οδό Αγχιάλου 34, κάτω απ’ τον λόφο Σκουζέ. Μεγάλωσα με την οικογένεια μου σε μια αυλή, μαζί με άλλους μας συγγενείς, όπου μοιραζόμαστε  τα δωμάτια. Θυμάμαι έντονα δυο εκκλησίες στις οποίες πήγαινα και κοινωνούσα όταν ήμουν μικρό παιδί. Τον Άγιο  Αιμιλιανό και του Άγιο Μελέτιο. Ένιωθα μια καθαρότητα από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

-Με τους γονείς σας τι σχέση είχατε;

Είχαμε μια καλή σχέση, αλλά εμπεριείχε δυσκολίες λόγω κάποιων συνθηκών της εποχής. Η μητέρα μου ήταν πολιτική εξόριστη και απουσίαζε για αρκετό καιρό. Φαντάσου ότι όταν επέστρεψε και την αντάμωσα, σχεδόν δεν την γνώρισα. Ο πατέρας μου, ο οποίος υπηρέτησε στο Αλβανικό μέτωπο, στάθηκε  δίπλα μου σαν βράχος.

-Τι σας οδήγησε στην ηθοποιία;

Οι μεταμορφώσεις μου μέσα από τους ρόλους που έπαιζα στις παιδικές παραστάσεις. Με γοήτευε η διαδικασία του να υποδυθώ ένα χαρακτήρα, να παίξω έναν ρόλο και να ανακαλύψω τα γνωρίσματά του.

-Πραγματοποιήσατε σπουδές στο Εθνικό Θέατρο. Ποιους είχατε καθηγητές;

Στη δραματική σχολή μπήκα το 1958. Είχα καθηγητή τον Αιμίλιο Χουρμούζιο, τον Στέλιο Βόκοβιτς, τον  Άγγελο Τερζάκη, τον Ζώρα, την Ελένη Χαλκούση και τον Νίκο Παρασκευά. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν ό,τι καλύτερο υπήρχε στο θέατρο. Εξαιρετικές προσωπικότητες. Ήταν πρόθυμοι να μοιραστούν και να μεταλαμπαδεύσουν σε μας τις γνώσεις τους.

-Μετά το τέλος των σπουδών;

Τελείωσα με άριστα τη δραματική Σχολή. Το  Εθνικό Θέατρο όμως, βάση ενός όρου που υπήρχε, όφειλε να με κρατήσει, να με προσλάβει δηλαδή. Εγώ, ανήσυχος και με διάθεση αναζήτησης, πήγα σε μια οντισιόν στο Θέατρο Πορεία. Εκεί, ο Αλέξης Δαμιανός ανέβαζε τα Κόκκινα Φανάρια του Αλέκου Γαλανού και έψαχνε ηθοποιούς. Πέρασα την οντισιόν και πραγματοποίησα την πρώτη μου επίσημη θεατρική εμφάνιση. Ήταν το μακρινό 1962.

-Δεν υπήρχε θέμα με το Εθνικό;

Ναι, μετά την συνεργασία με τον Δαμιανό έπρεπε να επιστρέψω στο Εθνικό Θέατρο όπως και το έκανα. Στο Εθνικό, εκείνα τα χρόνια, οι νέοι ηθοποιοί δοκιμάζονταν και συμμετείχαν στις τραγωδίες, αλλά στον χορό. Θυμάμαι έπρεπε να κρατάμε στο χέρι και κάτι κοντάρια. Αλλά εμένα δε μου άρεσε αυτή η συνθήκη. Είχα στο μυαλό μου. Πήγα λοιπόν μια μέρα στον Χουρμούζιο που όπως σου είπα τον είχα και καθηγητή και του ζήτησα να αποχωρήσω, να λύσουμε τη συνεργασία μας. Εκείνος προσπάθησε να με μεταπείσει αλλά εγώ ήμουν ανένδοτος.

-Μεγάλο βήμα να θέλετε να εγκαταλείψετε τη «σιγουριά» του Εθνικού.

Βέβαια. Υπήρχε αφενός  η σιγουριά των συνεργασιών λόγω των παραστάσεων που ανέβαιναν αλλά και αφετέρου υπήρχε και το οικονομικό ζήτημα. Εκείνη τη περίοδο ο μισθός του εθνικού θεάτρου ήταν εξαιρετικός, δεν ήταν αμελητέος.

-Και αφήσατε το Εθνικό χωρίς να υπάρχει τίποτα στον ορίζοντα;

Τίποτα απολύτως. Ήμουν νέος και τολμηρός με βάρκα την ελπίδα. Πίστευα όμως ότι θα τον βρω τον δρόμο μου.

-Από τις πρώτες σας συνεργασίες τις οποίες έχετε μνημονεύσει  είναι με τον Μάνο Κατράκη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη.

Με τον Μάνο Κατράκη συνεργαστήκαμε στον Ιούλιο Καίσαρα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία του Μίνου Βολανάκη. Με τον Αλέκο Αλεξανδράκη παίξαμε μαζί στο Σινικό τείχος του Μαξ Φρις, σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Αυτό που μου μένει σαν απόσταγμα από εκείνα τα χρόνια, είναι πως τότε ήταν πιο αγνά τα πράγματα. Δεν υπήρχε η τηλεόραση με όλα τα παρελκόμενα. Υπήρχε μόνο το θέατρο. Αν οι πιο μεγάλοι ηθοποιοί διέκριναν ταλέντο στους νεότερους, τους στήριζαν και τους βοηθούσαν.

 -Αναφέρατε τον Μίνω Βολανάκη. Έναν πραγματικό θεατράνθρωπο.

Ο Μίνως ήταν ένα σκηνοθέτης με ευρωπαϊκό αέρα. Δεν σου έλεγε πως να παίξεις. Σου έδειχνε μια κίνηση και σε άφηνε να απελευθερωθείς εσύ, να κάνεις τον ρόλο δικό σου.

-Ποιους άλλους σκηνοθέτες με τους οποίους συνεργαστήκατε ξεχωρίζετε;

Πέρα από τον Μίνω Βολανάκη θα αναφέρω τον Σπύρο Ευαγγελάτο με τον οποίο υπήρξαμε και φίλοι και στάθηκε αρκετές φορές δίπλα μου. Και φυσικά τον Αλέξη Μινωτή.

-Δύο πραγματικοί ογκόλιθοι του θεάτρου. Πότε συνεργαστήκατε με τον Ευαγγελάτο για πρώτη φορά;

Το 1968 συνεργάστηκα με τον Σπύρο Ευαγγελάτο.  Ήταν μόλις που είχε έρθει από τις σπουδές στη Βιέννη της Γερμανίας. Έπαιξα την Πείνα και τη Δίψα του Ιονέσκο και τον Κάσπαρ του Χάντκε. Με τον Κάσπαρ συνέβη θεατρικός «σεισμός». Ήταν μια πρωτοποριακή παράσταση για τα δεδομένα της εποχής, κάτι  που οφείλεται στον Σπύρο Ευαγγελάτο. Το μοτίβο και ο πυρήνας της παράστασης εμπεριέχεται στο εξής νόημα: «Θα ήθελα να είμαι κάποιος άλλος».

-Με τον Αλέξη Μινωτή;

Με τον Μινωτή συνεργαστήκαμε στο Τέλος του Παιχνιδιού του Μπέκετ. Καθόμουν και θαύμαζα πως ένας ηθοποιός παλιάς σχολής που έχει παίξει στις πιο σπουδαίες τραγωδίες, δόθηκε κυριολεκτικά  με τόση αφοσίωση και αυταπάρνηση στον ρόλο του Χαμ. 

-Γνωρίζω πως ο  Μινωτής δείχνοντας σας στον Κωνσταντίνο Καραμανλή ανέφερε το εξής: «Σε αυτόν παραδίδω τους ρόλους μου».

Που το θυμήθηκες αυτό; Ναι, πράγματι. Το είχε αναφέρει.

-Με ποιον τρόπο προσεγγίζατε τους ρόλους που ερμηνεύατε;

Διάβαζα το έργο σε βάθος. Βυθιζόμουν στα νοήματα του, προσπαθούσα να αντιληφθώ τον χώρο και τον χρόνο που γράφτηκε. Να ξέρεις, ότι στο θέατρο τον πρώτο λόγο τον έχει ο συγγραφέας. Ο ηθοποιός οδηγείται στα μονοπάτια του κειμένου και ψηλαφίζει τα νοήματα του συγγραφέα.

-Τα στοιχεία που καθιστούν  έναν καλό ηθοποιό;

Η αγάπη και η αυταπάρνηση που έχει για την ηθοποιία. Να έχει έρωτα με το θέατρο. Ο ηθοποιός οφείλει να ξεπερνάει κάθε εμπόδιο  που ξεφυτρώνει. Και σίγουρα θα συναντήσει αρκετά στη διαδρομή του.

-Μετράτε μια θεατρική άνω των εξήντα ετών. Νιώθετε πληρότητα;

Είμαι πλήρης και ώριμος με όσα έχω κάνει. Και νιώθω ευγνώμων για όσα έζησα.

-Έχετε βραβευτεί ως ηθοποιός. Σημαίνουν κάτι τα βραβεία για εσάς;

Έχω πάρει βραβεία. Ήρθαν και αυτά στη πορεία μου αλλά τα ξέχασα. Ξέρεις, δεν είναι αυτοσκοπός η κατάκτηση ενός βραβείου. Είναι ηλίθιο να το πιστεύει κάποιος αυτό. Η πραγματική επιβράβευση για έναν ηθοποιό είναι το κοινό που τον παρακολουθεί και τον αποδέχεται.

-Σπουδαία στιγμή στη καριέρα σας αποτελεί  το ότι υπήρξατε καλλιτεχνικός διευθυντής στο ΚΘΒΕ για μια πενταετία.

Ήταν μια τιμή που μου έκανε ο Κώστας Καραμανλής επί πρωθυπουργίας του. Με επέλεξε λόγω της διαδρομής μου αλλά και του ότι είχα βρεθεί παλαιότερα σαν ηθοποιός για 7 χρόνια στο ΚΘΒΕ. Ανέλαβα τεράστιες ευθύνες στη πλάτη μου και μάλιστα σε μια δύσκολη περίοδο. Από το 2004 έως το 2009. Ήταν μια θέση με ευθύνες και τρέξιμο. Δεν βρέθηκα σαν σωτήρας καθώς δεν υπάρχουν σωτήρες. Να φανταστείς πως είχα 400 άτομα προσωπικό να διαχειριστώ. Το ΚΘΒΕ έχει στο σύνολο του πολλές σκηνές.

-Συγκρουστήκατε με κάποιους ανθρώπους λόγω της θέσης σας;

Ναι, συγκρούστηκα. Πάντα υπάρχουν ανταγωνισμοί και μικροπρέπειες με τους οποίους πρέπει να έρθεις αντιμέτωπος. Όσο μπορούσα να τα αντιμετωπίσω, τα αντιμετώπισα αυτά τα φαινόμενα.

-Με τη πρόσφατη  απώλεια του Διονύση Σαββόπουλου, μου ήρθαν στο νου Τα Χρώματα της Ίριδος του Νίκου Παναγιωτόπουλου.

Τι όμορφη ταινία… Με τον Σαββόπουλο είχαμε μια σύντομη μα όμορφη συνεργασία. Ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Αν είσαι βαθιά καλλιτέχνης και ουσιαστικά σπουδαίος, όπως ήταν ο Διονύσης, είναι δυνατόν να μην είσαι φωτεινή προσωπικότητα; Είχε τη θεία χάρη. Άνθρωποι σαν τον Σαββόπουλο αποτελούν πρότυπο. Και όποιος δεν το έχει καταλάβει αυτό, έχει χάσει πολλά. Το αναφέρω γιατί λιθοβολήθηκε τα τελευταία χρόνια.

-Μιλήστε μου για τον άνθρωπο της ζωής σας, την Χρυσούλα Διαβάτη.

Η Χρυσούλα είναι ένας χαρισματικός άνθρωπος, ένα πολυτάλαντο πλάσμα. Έχει μια γνησιότητα και μια ευκολία να εναλλάσσεται στα είδη του θεάτρου. Παίζει, τραγουδάει, χορεύει. Τη θαυμάζω για αυτό. Εγώ δεν μπορώ να το κάνω. Αυτό τον καιρό η Χρυσούλα περνάει μια προσωπική δοκιμασία με ένα αυτοάνοσο θέμα υγείας. Πιστεύω ότι ο Θεός θα τη βοηθήσει να το ξεπεράσει. Στη ζωή αυτή εξάλλου ήρθαμε για να δοκιμαστούμε. Και μαζί με τη Χρυσούλα δοκιμαστήκαμε πολλές φορές στα χρόνια που ζούμε μαζί. Τίποτα δεν μας ήρθε εύκολο. Η σχέση μας δομήθηκε πάνω στον σεβασμό και την αγάπη. Και στα εύκολα και στα δύσκολα.

-Τι σας ενοχλεί στην κοινωνία;

Με ενοχλεί που δεν υπάρχει αγάπη. Δεν αγαπάμε τον διπλανό μας, δεν αγαπάμε αυτά που κάνουμε. Όλα λειτουργούν  με το δούναι και το λαβείν.

-Πιστεύετε στον Θεό;

Ναι. Είναι ένα απάγκιο για τον άνθρωπο. Προσωπικά, πιστεύω σε μια ανώτερη δύναμη επειδή δεν νιώθω εγώ δυνατός. Η πίστη είναι ένας τρόπος να απλώσουμε το χέρι στον διπλανό μας.

-Θεωρείτε ότι ο δογματισμός δημιουργεί προβλήματα;

Μεγάλα. Κάθε δόγμα κάνει κακό. Και στη θρησκεία σαφέστατα. Γεννηθήκαμε για να συνυπάρξουμε, να επικοινωνήσουμε και να καταλάβουμε ο ένας τη διαφορετικότητα του άλλου. Ο δογματισμός όλα αυτά τα αποτρέπει.

-Σας απασχολεί το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης;

Με απασχολεί. Προσπαθώ να καταλάβω τα όρια της, μέχρι που θα φτάσει.

-Πώς θέλετε να σας θυμούνται οι επόμενες γενιές;

Αγαπώ πολύ τη νέα γενιά. Και πιστεύω στους νέους ανθρώπους. Θα ήθελα να με θυμούνται σαν έναν ήρεμο άνθρωπο που δεν ενόχλησε ποτέ κανέναν.

-Αν μπορούσατε να γυρίσετε το χρόνο πίσω υπάρχει κάτι που θα επιθυμούσατε να αλλάξετε;

Δεν θα άλλαζα τίποτα. Χάρη στη  διαδρομή που έκανα, βρέθηκα εδώ. Και είμαι χαρούμενος που βρίσκομαι εδώ.

-Πώς φαντάζεστε τη τελευταία σας μέρα στη Γη;

Θα ήθελα να πεθάνω όμορφα και τιμημένα.

-Τι φοβάστε;

Φοβάμαι την αρρώστια. Η αρρώστια σου αφαιρεί την αξιοπρέπεια.

-Το καταφύγιο σας ποιο είναι;

Το σπίτι μου στην Επίδαυρο. Το έφτιαξα με κόπο και αγάπη. Και συνδέεται με τα νεανικά μου χρόνια.

-Τι ονειρεύεστε για το μέλλον;

Να ζήσουν καλύτερα από εμένα τα εγγόνια μου.

-Η συμβουλή που θα δίνατε σε ένα νέο άνθρωπο για να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα;

Να αγαπάει αυτό που κάνει. Αλλιώς να μην το κάνει. Θα δυστυχήσει.

-Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν λέτε το όνομα Νικήτας Τσακίρογλου;

Ένας ηθοποιός που παιδεύτηκε κάνοντας αυτό που αγαπούσε.

-Κύριε Τσακίρογλου σας ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.

Εγώ σε ευχαριστώ.

Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο

Νικήτας Τσακίρογλου – Βιογραφικό: εδώ

Διαβάστε περισσότερες συνεντεύξεις: εδώ

Αποτυχημένος φοιτητής Κοινωνικής Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποτυχημένος φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός και αρθρογράφος. Συλλέκτης βινυλίων, κόμικς και βιβλίων. Λάτρης της ινδικής κουζίνας και του κόκκινου κρασιού. Με το γράψιμο έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Όταν γράφω θέλω η σκέψη που ξεκινάει από εμένα να ολοκληρώνεται από τον αναγνώστη...