Γράφει η Ρένια Γαλιώτη
«Κατερίνα Γώγου – Το γαμώτο που δεν έζησα»
Την Παρασκευή, στη νεοσύστατη σκηνή «Brecht 2510», μια πόρτα άνοιξε για πρώτη φορά. Όχι απλώς ενός θεάτρου, αλλά μιας μνήμης. Η πρεμιέρα της σκηνής συνέπεσε με την επέτειο θανάτου της Κατερίνας Γώγου, στις 3 Οκτωβρίου 1993 -και ήταν αφιερωμένη εξ ολοκλήρου σε εκείνη, αυτή η ημέρα, αλλά κι η παράσταση: «Κατερίνα Γώγου – Το γαμώτο που δεν έζησα». Τιμητική βραδιά, στη μνήμη της: ένα βιογραφικό, θεατρικό έργο, σε σενάριο & σκηνοθεσία Ανδρέα Ζαφείρη, που κράτησε κάτι περισσότερο από μια ώρα, αλλά άφησε μέσα μας την αίσθηση μιας ολόκληρης ζωής: της ζωής που δεν πρόλαβε να ζήσει.
Η Κατερίνα Γώγου υπήρξε μια από τις πιο ανατρεπτικές και ειλικρινείς φωνές της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Αρχικά, ήταν γνωστή ως ηθοποιός που γνώρισε μεγάλη δημοφιλία στον ελληνικό κινηματογράφο των ’60s και ’70s, αλλά κατέληξε η ποιήτρια των δρόμων, της εξέγερσης, της αντισυμβιβατικότητας, της μοναξιάς. Με ποιητικές συλλογές, σαν το «Τρία κλικ αριστερά» και το «Ιδιώνυμο», μίλησε για την οργή, την απελπισία, τη φθορά, αλλά και για τη βαθιά πίστη στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μια φωνή ωμή, χωρίς φίλτρα, που πλήρωσε ακριβά μέχρι τέλους την αλήθεια της.

Κριτική
Η παράσταση δεν ακολούθησε την εύκολη διαδρομή μιας απλής βιογραφίας. Ήταν μια ζωντανή ανασύνθεση της ζωής της μέσα από τις ίδιες της τις λέξεις, με τον θεατή να βυθίζεται σταδιακά στο μυαλό και την ψυχή της. Ξεκίνησε από τα εφηβικά της χρόνια -με αναφορές στα παιδικά της- και τα πρώτα της βήματα στον κινηματογράφο, τη φήμη, τον έρωτα, τη μητρότητα, μέχρι τη σκοτεινή ενήλικη περίοδο: τη μοναξιά, την αντίσταση, την παρακμή έως την αυτοκαταστροφή. Με ελάχιστα σκηνικά μέσα, γρήγορες εναλλαγές ρόλων και κλίματος, οι δημιουργοί άφησαν τον λόγο της να κυριαρχήσει. Και ήταν αρκετός. Γιατί, όπως έλεγε η ίδια:
«Μην ψάχνετε για ήρωες.
Κατερίνα Γώγου – 32 χρόνια χωρίς τη θλιμμένη ποιήτρια
Δεν υπάρχουν πια.
Μόνο κάτι μικρές καθημερινές εκρήξεις αξιοπρέπειας»
Η ερμηνεία της πρωταγωνίστριας, Μαρίας Ανδρίτσου, στάθηκε καθηλωτική και συγκλονιστικά αληθινή. Δεν υποδύθηκε τη Γώγου, την κουβάλησε μέσα της και φαινόταν. Οι κινήσεις της, οι εκρήξεις, η κόπωση, οι σιωπές, όλα έμοιαζαν με εκείνο το «γαμώτο» που έδωσε και τον τίτλο στην παράσταση. Δεν υπήρχε τίποτα περιττό, τίποτα επιτηδευμένο. Μόνο μια γυναίκα που πάλευε να χωρέσει τον κόσμο μέσα σε λίγες λέξεις. Κάτι που αποτυπώθηκε πλήρως, στους θεατές. Γύρω της, δύο ηθοποιοί, η Χαρά Νικολάου και ο Χάρης Γεωργιάδης, μεταμορφώνονταν διαρκώς σε όλους τους ανθρώπους που σημάδεψαν τη ζωή της: γονείς, σύζυγο, φίλους, κόρη, συναδέλφους, φαντάσματα, ακόμη και την ίδια τη φωνή της κοινωνίας που την έπνιγε. Ήταν εξαιρετικοί, με ακρίβεια και συναισθηματική ευαισθησία, χτίζοντας ένα σκηνικό σύμπαν ζωντανό και πολυεπίπεδο.
Εκείνοι, δεν ήταν απλώς δευτερεύουσες παρουσίες. Ήταν οι αντηχήσεις της Γώγου. Οι ρόλοι τους λειτουργούσαν σαν καθρέφτες, άλλοτε συμπονετικοί, άλλοτε απειλητικοί, άλλοτε γεμάτοι ειρωνεία. Χάρη στη χημεία τους και την υποκριτική τους δύναμη, κάθε σκηνή αποκτούσε ρυθμό, ένταση και αντιθέσεις. Εκεί όπου η πρωταγωνίστρια παρέδιδε τον εσωτερικό της κόσμο, εκείνοι έδιναν υπόσταση στον εξωτερικό: την κοινωνία που δεν τη χώρεσε ποτέ.
Η χρήση των ποιημάτων της, εντός της παράστασης, λειτουργούσαν σαν παύσεις – αναπνοές μέσα στο χρονικό της ζωής της. Το κοινό βυθίστηκε στη σιωπή. Και αυτή η σιωπή, ίσως πιο δυνατή κι από κάθε χειροκρότημα, ήταν η απόδειξη ότι η παράσταση δούλεψε πραγματικά. Δεν προσπαθούσε να ωραιοποιήσει ή να εξηγήσει τη Γώγου, απλώς την άφησε να είναι και να θυμόμαστε ή και κάποιοι να μαθαίνουν για πρώτη φορά, αυτό που όντως ήταν.
Κι αν κάτι μένει από αυτή την παράσταση, είναι η ανάγκη να τη δεις. Όχι για να μάθεις τη ζωή της, αυτή μπορείς και να τη διαβάσεις. Αλλά για να τη νιώσεις. Για να θυμηθείς πως υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν με συνέπεια απέναντι στα «όχι» τους, και καλλιτέχνες που τολμούν ακόμα να το πουν δυνατά.
Αν αγαπάς το θέατρο που μιλάει για το τώρα μέσα από το παρελθόν, αν θες να δεις ερμηνείες, που σε ταρακουνήσουν, χωρίς να κραυγάζουν, τότε πρέπει να δεις αυτό το θέαμα. Αυτή η παράσταση δεν αναβιώνει απλώς τη Γώγου, τη φέρνει ξανά κοντά μας, με όλο το φως και το σκοτάδι της.
Διαβάστε περισσότερα άρθρα: εδώ
