Με τον Θανάση Νιάρχο συναντηθήκαμε στον εκδοτικό οίκο Καστανιώτη. Ολοκληρώθηκε μια συνέντευξη με έναν σπουδαίο άνθρωπο των γραμμάτων. Μια συνέντευξη που διήρκησε για δύο ώρες και αποτέλεσε ένα φωτεινό ταξίδι γεμάτο αναμνήσεις. Το απόσταγμα μου για εκείνον, πέρα της προσφοράς του στη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία, είναι πως πρόκειται για έναν δοτικό άνθρωπο που τολμάει να συγκινηθεί για αυτά που μιλάει και να μιλήσει για αυτά που τον κάνουν να συγκινείται. Αφορμή της συνάντησης μας ήταν το Αντικλείδι, το τελευταίο του βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Οδός Πανός, και αποτελεί ένα απάνθισμα από τις επιφυλλίδες που έχει δημοσιεύσει μέσα στα χρόνια. Σήμερα, τον φιλοξενώ στοyourearticles.
-Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στο Βόλο. Ποιες είναι οι μνήμες σας;
Οι παιδικές αναμνήσεις από τον Βόλο είναι εξαιρετικά θλιβερές και πένθιμες. Όταν μεγαλώνεις όμως, ευγνωμονείς τον Θεό που σου τις επιφύλαξε. Η μητέρα μου έφυγε όταν ήμουν έξι ετών. Μεγάλωσα με τρεις γυναίκες. Την γιαγιά μου, την ανιψιά του πατέρα μου και την μικρή μου αδερφή. Και οι τρεις αυτές γυναίκες ήταν πολύ αυταρχικές και καταπιεστικές. Η ζωή μου ήταν σαν να βίωνα το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα του Λόρκα. Το μόνο που ήθελα ήταν να ολοκληρώσω το σχολείο και να φύγω. Δεν ήξερα για πού. Αρκεί να φύγω.
-Η επιρροή του πατέρα σας;
Ο πατέρας μου ήταν διαρκώς παρών με τον τρόπο του. Ήταν προστατευτικός και νοιαζόταν για την οικογένεια μας. Είχε ένα καφενείο που το δούλευε πολλές ώρες. Έμεινε χήρος σε ηλικία σαράντα ετών και αρνήθηκε να μην παντρευτεί για να μην μας υποβάλλει στη διαδικασία της ύπαρξης μιας δεύτερης, άλλης γυναίκας. Αυτό, αποδεικνύει το πόσο αφοσιωμένος πατέρας ήταν. Σε όλες αυτές τις θυσίες που έκανε για εμάς, εμείς έπρεπε να ανταποκρινόμαστε με σεβασμό και πειθαρχία. Έπρεπε να είμαστε «εντάξει» ώστε να ικανοποιηθεί ο μπαμπάς. Αυτό, δημιούργησε ένα κλίμα αφόρητης καταπίεσης. Αυτό με επηρέασε σε όλη μου την ζωή. Στη ζωή μου κυριάρχησε να θέλω αυτό που «πρέπει», όχι να θέλω αυτό που «θέλω».
-Φαντάζει αποπνιχτικό και αφόρητο. Σε συνδυασμό με την απώλεια της μαμάς που στη ψυχοσύνθεση ενός μικρού παιδιού δημιουργεί έντονες ρωγμές. Έκλεισαν αυτές κάποια στιγμή;
Αυτές οι ρωγμές δεν κλείνουν ποτέ. Αντιθέτως, με την πάροδο του χρόνου διευρύνωνται. Κάθε ατυχία, κάθε δυσκολία, κάθε στενοχώρια που σου συμβαίνει την συσχετίζεις με αυτό το γεγονός. Οπότε, η επούλωση είναι κάτι το ανέφικτο.
-Η πιο κυρίαρχη ανάμνηση από τότε;
Μου άρεσε από παιδί να ξενυχτάω, να κοιμάμαι αργά. Κοιμόμουν στο ίδιο δωμάτιο με τον πατέρα μου και είχα πάντα ένα φακό μαζί μου. Επειδή όπως ανέφερα προηγουμένως ο πατέρας μου δούλευε πολλές ώρες, συνήθως εγώ ήμουν ξαπλωμένος μόνος μου στο κρεβάτι. Υπολόγιζα την ώρα που επέστρεφε από το μαγαζί και περίμενα σε ένα παράθυρο του σπιτιού να τον δω να φτάνει. Όταν αντιλαμβανόμουν την άφιξή του βλέποντας τη σκιά του, έτρεχα και χωνόμουν κάτω από τα σκεπάσματα. Εκείνος ερχόταν, άγγιζε το σεντόνι και νόμιζε ότι εγώ κοιμόμουν.
-Έχετε αναφέρει ότι επιζητούσατε από μικρός την φυγή και την ελευθερία. Καταφέρατε να αγκυροβολήσατε στη στεριά της ελευθερίας ή την αναζητάτε ακόμα;
Αισθάνομαι ότι όσον αφορά την έννοια της ελευθερίας, δεν έχω κάνει ακόμα ούτε ένα βήμα. Η ελευθερία, είτε μιλάμε για την υπαρξιακή, είτε για την πολιτική, θεωρώ ότι πρόκειται για μια λέξη που έχει επινοηθεί για να συμφωνούμε σε κάτι που δεν θα το κατορθώσουμε ποτέ.
-Σημάδι προσωπική σας ελευθερίας δεν αποτελεί η φυγή από τον Βόλο και οι σπουδές στην Αθήνα και το Παρίσι;
Όσον αφορά το Παρίσι, θυμάμαι πως το 1975 είχα τελειώσει τη στρατιωτική μου θητεία. Έγραφα σε δύο περιοδικά του Τερζόπουλου, την Γυναίκα και το Φαντάζιο. Τότε, ο Αντώνης Φωστιέρης με τον οποίο γνωριζόμουν και συνεργαστήκαμε στενά μέσα στα χρόνια, αποφάσισε να πάει στο Παρίσι για να πραγματοποιήσει ένα μεταπτυχιακό του πάνω στα νομικά. Με την αφορμή αυτή, θυμήθηκα ότι και εγώ ήθελα να κάνω ένα μεταπτυχιακό. Έτσι, πήραμε την απόφαση να πάμε στο Παρίσι. Πήγαμε μαζί και μείναμε εκεί πέντε χρόνια, τα οποία ήταν πανέμορφα.
-Ήταν ομαλή η μετάβαση στην Αθήνα;
Όταν ήρθα στην Αθήνα το 1963, ήμουν τόσο ευτυχής και ζαλισμένος που είχα καταφέρει να φύγω από τον Βόλο, που όλα όσα μου συνέβαιναν τα αντιλαμβανόμουν εντελώς αποκαλυπτικά. Από το πιο απλό ως το πιο σπουδαίο γεγονός. Όλα πίστευα ότι γίνονταν για έναν λόγο
-Τι αποκομίσατε από τις σπουδές σας;
Αποκόμισα τη γνωριμία μου με τους καθηγητές μου. Αναφέρομαι για την Πάντειο. Ουσιαστικά, σπούδασα για να σπουδάσω. Και να μην σπούδαζα δεν θα άλλαζε κάτι. Είχα όμως σπουδαίους καθηγητές. Τον Θεοδωρακόπουλο, τον Στασινόπουλο και τον Γεωργάκη μεταξύ άλλων.
-Η πρώτη σκέψη μετά το πέρας των σπουδών;
Αυτό που ήξερα μέσα μου ήταν ότι επρόκειτο να ζήσω από αυτό που αγαπώ το οποίο όμως δε θα μπορούσε να λογαριαστεί σαν επάγγελμα. Και αναφέρομαι στο γράψιμο. Ακόμα και το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση, με το γράψιμο είχαν να κάνουν.
-Γιατί στραφήκατε στο γράψιμο;
Αισθανόμουν ότι οι υπόλοιποι συμμαθητές μου είχαν διεξόδους και εναλλακτικές λύσεις για να εκφραστούν. Εγώ, λόγω του ότι οι διέξοδοι μου σε σχέση με τους άλλους δεν πήγαν ποτέ καλά, στράφηκα προς τον εαυτό μου. Και ανακάλυψα αρχικά το διάβασμα και εν συνεχεία γράψιμο.
-Το 1964 εμφανιστήκατε σε ηλικία 19 ετών ως ποιητής στη Νέα Εστία. Μετράτε μια διαδρομή στα γράμματα για παραπάνω από εξήντα χρόνια. Τα αναλογίζεστε;
Θα σας πω. Δεν αναλογίζομαι αυτά που έχω γράψει. Αναλογίζομαι τους ανθρώπους μέσα από αυτά που έχω γράψει.
-Συναντήσατε δυσκολίες στα πρώτα σας βήματα;
Όχι. Είχα την ύψιστη τύχη σε ηλικία 19 ετών να γνωρίσω έναν σπουδαίο άνθρωπο των γραμμάτων, τον Κώστα Τσιρόπουλο. Μόλις είχα βγάλει το πρώτο μου βιβλίο, το Λόγους Περί των Παθών. Ήταν ένας ισχυρός και αυστηρός άνθρωπος αλλά με καλές προθέσεις. Για να βοηθήσει λειτουργούσε έτσι. Ήθελα να κάνω ορισμένα πράγματα αλλά δεν τα κυνήγησα. Και σε αυτά τα πράγματα να ξέρετε, το ένα φέρνει το άλλο.
-Οι κριτικοί σας στήριξαν;
Ναι. Θυμάμαι κριτικές του Καραντώνη, του Φουριώτη και του Χατζίνη που ήταν θετικές προς τα πρώτα έργα μου.
-Υπάρχει συγκεκριμένη ώρα την οποία επιλέγετε να γράφετε;
Παλαιότερα λάτρευα την νύχτα. Από τις δέκα το βράδυ μέχρι τις πέντε το πρωί. Πια, δεν μπορώ τέτοιες ώρες ούτε να διαβάσω. Μπορώ να δω μόνο πολιτικές εκπομπές στην τηλεόραση. Τώρα, θεωρώ τις καλύτερες ώρες από τις εννιά το πρωί ως τις πέντε το απόγευμα.
-Πιστεύετε στην έμπνευση;
Η έμπνευση ούτε προεξοφλείται, ούτε προετοιμάζεται. Χωρίς το οποιοδήποτε ερέθισμα μπορεί να σου έρθει η πιο φωτεινή ιδέα. Και μπορεί να παρατηρείς κάτι συγκλονιστικό και να μη σου συμβεί τίποτα.
-Εσείς πρώτα ζούσατε και μετά γράφατε;
Έτσι ακριβώς. Με αυτή τη σειρά.
-Με ποιο τρόπο θέλετε να σας θυμούνται οι επόμενες γενιές που θα σας ανακαλύψουν;
Σαν έναν άνθρωπο που συνομίλησε με κάποιους άλλους και τις συνομιλίες αυτές τις θυμούνται κάποιοι τρίτοι. Εξάλλου, τι είμαστε όλοι μας; Ένας αέρας που για κάποιες στιγμές αποκτάει φωνή. Πιστεύει κάποιος πως θα ριζώσει για πάντα;
-Αναφερθήκατε παραπάνω στον Αντώνη Φωστιέρη. Ήταν καίρια η γνωριμία σας, μέσα από την οποία προέκυψε μεταξύ άλλων και το περιοδικό Η Λέξη.
Χωρίς τον Αντώνη Φωστιέρη Η Λέξη δεν θα υπήρχε. Ο Αντώνης ήταν ένα συγκροτημένο άτομο. Ένα μοναδικό ποιητικό ταλέντο. Αυστηρός με τους άλλους αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Ήταν ακριβής και μεθοδικός. Μου έκανε εντύπωση η αφιέρωση του στην Λέξη. Παρότι θα μπορούσε μόνο με τα της ποίησης και τα γραπτά του, δόθηκε στο περιοδικό αυτό.
-Σήμαινε πολλά για εσάς Η Λέξη;
Η Λέξη είναι ένα κομμάτι της ζωής μου τόσο ανεξαγόραστο, τόσο ιερά κατοχυρωμένο μέσα μου. Θα μπορούσα να μιλάω ώρες.
-Ο λόγος που σταμάτησε το περιοδικού;
Το περιοδικό σταμάτησε το 2011 γιατί δεν μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε τα δυσεπίλυτα προβλήματα που προέκυπταν σταδιακά σε σχέση με την εφορία. Ενώ το περιοδικό είχε αρκετά καλή κυκλοφορία, είχαν αρχίσει να αυξάνονται δυσανάλογα τα έξοδα. Βέβαια, παρηγορηθήκαμε και εγώ και ο Αντώνης από τις αντιδράσεις των αναγνωστών αλλά και από τις αναφορές σε βιβλιογραφίες που συναντούσαμε. Η Λέξη άφησε ένα κενό αναντικατάστατο.
-Οι κύκλοι πρέπει να κλείνουν κάποια στιγμή;
Αναπόφευκτα και μοιραία. Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Μου ήρθε συνειρμικά στο νου ένα ποίημα του Γιάννη Λώλου που έφερε τον τίτλο Το Πάντα και η Κατάντια του.
-Στενή ήταν και η σχέση σας με τον Βασίλη Βασιλικό.
Ο Βασίλης Βασιλικός ήταν ένα μεγάλο κεφάλαιο, όχι μόνο της ελληνικής λογοτεχνίας αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας. Ανέτρεψε όλα τα δεδομένα με τα βιβλία του και άλλαξε το πρότυπο του πνευματικού ανθρώπου. Ήταν πολυγραφότατος, αφήνοντας 120 βιβλία για παρακαταθήκη. Το παράξενο ήταν, όταν παρατηρούσες την καθημερινότητα του, πότε προλάβαινε να γράψει όλα αυτά τα βιβλία. Ήταν πρώτος στην έξοδο, πρώτος στη συνεστίαση, πρώτος στη διασκέδαση. Σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής. Και βέβαια, ήταν πολύ γενναιόδωρος με τους άλλους.
-Ποια ανάγκη γέννησε το Επιτέλους Μόνος;
Η ανάγκη να καταγραφούν κάποια στιγμή ορισμένα γεγονότα από ένα υλικό 150 ημερολογιακών μου τετραδίων. Βέβαια, υπήρχε μια δοκιμασία δημοσίευσης δέκα ετών από λογοτεχνικά περιοδικά. Και έβλεπα ότι υπήρχε ένα ενδιαφέρον από τους αναγνώστες των περιοδικών. Κάπως έτσι, αποφάσισα να τα συγκεντρώσω.
-Γιατί κρατούσατε ημερολόγιο;
Δεν ήθελα να χαθούν οι ιστορίες των άλλων.
-Σας λείπουν οι άνθρωποι που έχουν φύγει από τη ζωή και που αναφέρετε στο βιβλίο σας;
Από το 2014 έχασα αγαπημένους μου ανθρώπους . Τον Μένη Κουμανταρέα, τον Γιάννη Κοντό, τον Μάνο Ελευθερίου και τον Χριστόφορο Λιοντάκη. Ήταν οι άνθρωποι που μοιραζόμαστε μια καθημερινότητα για πάρα πολλά χρόνια. Υπήρχε μια σχέση βαθιά και απελευθερωμένη. Σαφέστατα, μου λείπουν πολύ.
-Πρόσφατα, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδός Πανός το τελευταίο σας βιβλίο που φέρει τον τίτλο Αντικλείδι, ένα απάνθισμα από τις επιφυλλίδες που έχετε δημοσιεύσει κατά καιρούς στην εφημερίδα που αρθογραφείτε.
Η ζωή μου, από τα 15 μου χρόνια, έχει ζυμωθεί με αυτό το θαυμαστό μέσο ενημέρωσης που λέγεται εφημερίδα. Μετά από 65 χρόνια, δεν μπορώ να καταλάβω ποιον κορόιδεψα και με δεχτήκανε για να γράφω! Να μπορώ δηλαδή να δημοσιεύω τις σκέψεις μου και τα όσα πιστεύω. Στο Αντικλείδι προσπάθησα μέσα από έναν ωκεανό επιφυλλίδων να κάνω μια διαλογή. Ανέσυρα σκέψεις που έκανα για τη ζωή, για την πολιτική, για την τέχνη.
-Με ποιο τρόπο δρούσατε στη συγγραφή των επιφυλλίδων;
Λειτούργησα συμφώνα με αυτό που έλεγε ο Πικάσο: «Δεν ψάχνω, βρίσκω».
Τα συμβάντα που κατέγραψα δε τα κυνήγησα. Ερχόντουσαν από μόνα τους και εγώ έθετα τη δική μου λοξή ματιά περιγράφοντας τα. Συχνά, προσπαθούσα να βρω τη κοινή σχέση που υπήρχε ανάμεσα σε ανόμοιους ανθρώπους. Το πόσο διαφορετικά, για παράδειγμα, επηρέαζε το ίδιο γεγονός, δυο ανθρώπους που μπορεί να μην συναντιόντουσαν ποτέ μεταξύ τους.
-Το βιβλίο εμπεριέχει αρκετές επιφυλλίδες, η καθεμία από τις οποίες ξετυλίγει και μια μοναδική ιστορία. Υπάρχει κάποια επιφυλλίδα που κατέχει μια θέση στη καρδιά σας λόγω της ξεχωριστής της ιστορίας που περιγράφει;
Η επιφυλλίδα για τη Βελούδο Μπίρμπα. Πρόκειται για ένα περιστατικό που το έμαθα το 1996 και είχε συμβεί δεκαπέντε χρόνια πριν το μάθω. Όταν πληροφορήθηκα την ιστορία της γυναίκας αυτής, που πουλούσε λαχεία στην Ομόνοια και δεν είχε κανέναν στον κόσμο, συγκινήθηκα βαθύτατα. Τόσο που δε φαντάζεστε. Αισθάνθηκα ότι ήρθα στο κόσμο για να μη σβήσει η μνήμη αυτής της γυναίκας. Ειλικρινά σας μιλάω.
–Οι επιφυλλίδες σας, στο σύνολο τους παίρνουν ως αφορμή τις ιστορίες απλών και καθημερινών ανθρώπων. Το απόσταγμα που έχετε εξάγει μέσα από τις επιφυλλίδες αυτές;
Αποτελούν ένα ισχυρό αντίβαρο, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τις αναπόφευκτες και εντελώς πληκτικές σχέσεις που αναγκαστικά κρατώ με κάποιους ανθρώπους, που από τον πολύ κόσμο θεωρούνται σπουδαίοι. Άνθρωποι που αν και είναι γνωστοί, πολλές φορές δεν έχουν να σου δώσουν τίποτα. Μέσα από την επαφή με τους απλούς ανθρώπους, των οποίων οι προσωπικές τους ιστορίες είναι διδάγματα, βιώνω τη δική μου κάθαρση.
-Πώς κρίνετε τη σημερινή κοινωνία;
Ένα μπέρδεμα, μια σύγχυση, μια ακαταστασία. Η πολιτική που ασκείται συνολικά στα χρόνια ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την ανεμάρτιστη συμπεριφορά των πολιτών. Δυστυχώς, οι άνθρωποι δεν είμαστε τόσο ισχυρές προσωπικότητες και καθοριζόμαστε βάση αυτού που εκπέμπεται από την πολιτική. Φυσικά, έχουμε και εμείς τις ευθύνες μας. Το τανγκό, ξέρετε, είναι ένας χορός που χορεύεται από δύο.
-Επικρατεί μια κρίση αξιών. Μπορεί να αντιμετωπιστεί;
Θέτετε ένα εύστοχο ερώτημα που αγγίζει την ρίζα του προβλήματος. Αν αυτή η κρίση ήταν δυνατό να την αντιμετωπίσει κάποιος τόσα χρόνια με τους καθιερωμένους και γνωστούς τρόπους, δεν θα το είχε πράξει; Τόσοι άνθρωποι γράφουνε, μιλάνε, αναλύουν… Προφανώς, δεν γίνεται κάτι ουσιαστικό επί της ουσίας. Και είναι λυπηρό.
-Είναι αρκετά παρούσα στο τρέχων πολιτικό πεδίο η Αριστερά;
Η Αριστερά, ακόμα και αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να την επινοήσουμε. Είναι η μόνη ιδεολογία που θα μπορούσε να βάλει τα πράγματα σε σειρά. Δεν υπάρχει όμως Αριστερά σήμερα. Και σας το λέω εγώ που δεν έχω ψηφίσει ποτέ αστικό κόμμα.
-Σας απασχολεί η άνοδος της ακροδεξιάς;
Όχι. Με όλα της τα προβλήματα έχει προχωρήσει κάπως η ανθρωπότητα. Η ακροδεξιά θα παραμένει πάντοτε για τους εχέφρονες ανθρώπους μια ιδεολογία στιγματισμένη. Αυτό όμως δημιουργεί την ανάγκη να εξελιχθούμε πνευματικά και διαρκώς να την περιορίζουμε από την διάδοση της.
-Υπάρχουν πνευματικοί άνθρωποι σήμερα;
Βεβαιότατα. Απλά, δεν τους ξέρουμε. Και καλύτερα. Έτσι, ασκούν με περισσότερη αφοσίωση το αντικείμενο τους.
-Ο λόγος που δεν θέλουν να εμπλέκονται με την πολιτική;
Δεν εμπλέκονται γιατί ανησυχούν ότι η ζημία θα είναι περισσότερη από το όφελος.
-Έρχεστε σε επαφή με τη νέα γενιά;
Με μεγάλη χαρά. Μένω κατάπληκτος από το μυαλό και την σκέψη τους. Υπάρχουν νέα παιδιά που είναι διαμάντια.
-Τι άνθρωπος είναι ο Θανάσης Νιάρχος.
Μακάρι να’ ξερα. Η Κική Δημούλα έλεγε: «Αίνιγμα έδωσα, αίνιγμα πήρα».
-Σας έχουν αδικήσει στη ζωή αυτή;
Πολύ λιγότερο από όσο θα έπρεπε. Και το λέω με γνώση αυτό. Ξέρετε πόσοι άνθρωποι με μεγαλύτερο ταλέντο από το δικό μου έχουν αδικηθεί περισσότερο;
-Εσείς έχετε αδικήσει;
Συνειδητά όχι, άθελα μου ναι.
-Μελαγχολείτε;
Δεν προλαβαίνω να μελαγχολήσω, δεν έχω τον χρόνο. Πάντα έχω κάτι να κάνω και η μελαγχολία δεν μου επιτρέπεται.
-Στιγμές που αναπολείτε υπάρχουν;
Αναπόφευκτα. Και ανακαλύπτω ότι με την αναπόληση μπορώ να περάσω το ίδιο όμορφα και με την ενεργή ζωή.
-Έχετε διαγράψει μια γεμάτη ζωή. Νιώθετε πλήρης;
Πάντα ήθελα να κάνω πράγματα τα οποία να με κάνουν να περνάω όμορφα. Δεν είναι αυτοσκοπός η πληρότητα. Και φυσικά, δεν είναι λίγο πράγμα του ότι έχω φτάσει 83 ετών και κάνω αυτά που αγαπώ.
-Αν γυρίζατε το χρόνο πίσω υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε;
Ή θα τα άλλαζα όλα ή θα τα άφηνα όπως είναι. Όλα ή τίποτα.
-Πως λειτουργούσατε στον έρωτα;
Έπεφτα με τα μούτρα. Και όταν πέφτεις με τα μούτρα στο τέλος τα σπας.
-Το καταφύγιο σας;
Η αγάπη που έχω για τα βαφτιστήρια μου, τον Βασίλη και τον Θοδωρή. Αυτά τα δύο παιδιά έμαθαν σε όλους μας στην οικογένεια να γίνουμε και να παραμείνουμε άνθρωποι.
-Πιστεύετε στον Θεό;
Ναι, πιστεύω. Με άκουσε όταν τον χρειάστηκα.
-Έχετε φανταστεί την τελευταία σας μέρα στη γη;
Θα ήθελα να έχω επίγνωση. Παλιά, λέγανε ορισμένοι σε συζητήσεις που είχε τύχει να συμμετάσχω και εγώ: «Α, τυχερός αυτός. Έφυγε στον ύπνο του ήσυχος» Ξέρετε όμως, στη ζωή αυτή δεν ήρθαμε για να φύγουμε σαν κλέφτες. Μας έχει δοθεί η χάρη να ζήσουμε. Για ποιο λόγο να μην αντιληφθούμε και τον θάνατό μας; Θα μου πείτε βέβαια, που θα ωφελήσει η γνώση αυτή; Η πείρα του θανάτου θα είναι αμεταβίβαστη. Δεν πειράζει. Ας την αποκτήσουμε και αυτή.
-Τι ονειρεύεστε για το μέλλον;
Να είναι καλά τα βαφτιστήρια μου και να μπορώ να συνομιλώ με τους ανθρώπους. Όπως μιλήσαμε εμείς οι δυο μαζί.
-Η συμβουλή που θα δίνατε σε έναν άνθρωπο για να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα;
Να τα κάνει πραγματικότητα χωρίς να τα κυνηγήσει. Θα γίνουν από μόνα τους.
-Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν λέτε το όνομα Θανάσης Νιάρχος;
Τα καταφέραμε!
-Κύριε Νιάρχο σας ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.
Εγώ σας ευχαριστώ.
Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο
Θανάσης Νιάρχος – Βιογραφικό: εδώ
Διαβάστε περισσότερες συνεντεύξεις: εδώ
