Σταμάτης Κραουνάκης: «Πόσες φορές τα τελευταία τριάντα χρόνια  έχει έρθει πρώτο πλάνο η Γάζα;»

Με τον Σταμάτη Κραουνάκη έχω μια βαθιά καλλιτεχνική σχέση, η οποία ξεκινά από την πρώιμη εφηβεία μου. Τα τραγούδια που έγραψε με την  Λίνα Νικολακοπούλου με ταρακούνησαν απ’ την πρώτη στιγμή. Με ώθησαν  να αφουγκράζομαι με άλλο αυτί την μουσική και με οδήγησαν να σκαρώνω τα πρώτα  μου στιχάκια. Με έκαναν να θέλω να γράψω και εγώ λόγια που θα ενωθούν με  μελωδίες και θα γίνουν  τραγούδια. Λόγια σαν αυτά που έγραψε και ο ίδιος ως στιχουργός, όπως  στο Τσάκισα με την Βίκυ Μοσχολιού: «Δώσαμε, κρυφά φιλιά και άγια χωρίς να κοιταχτούμε. Και βγήκαμε ναυάγια, πού να το φανταστούμε;».

Τον συνάντησα στο ησυχαστήριο του, μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο, όπου πραγματοποιήσαμε μια εντελώς συναισθηματική συνομιλία. Ήπιαμε καφέ, σιγοτραγουδήσαμε στίχους τραγουδιών του, συγκινηθήκαμε, γελάσαμε και κλάψαμε σε μια πορεία από το μακρινό παρελθόν προς το άπειρο μέλλον. Στη κουβέντα μας εμφανίστηκαν ως δια μαγείας οι άνθρωποι που αποτέλεσαν τις νησίδες του δικού του προσωπικού σύμπαντος. Στις 12 και 13 Ιουνίου η όπερα του Σταμάτη Κραουνάκη,  Λυσιστράτη, θα αποκτήσει σάρκα και οστά ενώπιον των θεατών που θα βρεθούν στα μάρμαρα του Ηρωδείου. Μια όπερα η οποία ξεκίνησε σαν ιδέα την δεκαετία του 90 και μέσα στις δεκαετίες άρχισε να σωματοποιείται, φτάνοντας στην σημερινή ολοκληρωμένη μορφή που θα παρακολουθήσουμε σε λίγο καιρό. Με μεγάλη χαρά, τον φιλοξενώ στο yourearticles.

Κατασκευή-ιστοσελίδας-e-shop-smart-web

-Σταμάτη, μίλησε μου για τα παιδικά σου χρόνια. Τι εικόνες ανασύρονται στο νου;

Βασικό πλάνο είναι ο χωματόδρομος. Η  Δοϊράνης όταν έπιανε μεγάλη βροχή γινόταν ποτάμι και δεν μπορούσες να την περάσεις. Μετά γινόταν λάσπη και την περνούσες όπως όπως. Και όταν στέγνωνε, τα αυτοκίνητα πηγαίνανε με χαμηλές ταχύτητες, γινότανε ένα μέρος γεμάτο με παιδιά που έπαιζαν. Υπήρχαν πολλές ακακίες. Μια γειτονιά με δέκα σπιτάκια  στη σειρά, αυλές, φωνές, γιορτές και  πολλή μουσική. Τα ραδιόφωνα έπαιζαν λαϊκά. Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, κάποιοι άνθρωποι που μέσα στα χρόνια που πέρασαν μείνανε πιστοί φίλοι.

-Πώς ήταν ο Αντώνης και η Αριστέα;

Οι γονείς μου; Ένα ερωτευμένο ζευγάρι  με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Δηλαδή και καυγάδες. Ιστορικοί. Η σχέση μας ήταν τέλεια. Με τη μάνα ήμουν πιο πολύ κοντά αλλά και με τον μπαμπά τα πηγαίναμε εξαιρετικά. Η φάση τους ήταν λίγο «το κορίτσι, το βεσπάκι μου και εγώ». Να προσθέσω και μια γιαγιά βασιλόφρονα, από τη πλευρά του πατέρα μου, χήρα συνταγματάρχου αλλά τρομερή γυναίκα.

-Έχεις αναφερθεί κατά καιρούς στο κόκκινο ραδιόφωνο της κουζίνας.

Τι πλάκα είχε αυτό… Όλα τα ραδιόφωνα τότε, ήταν κάτι γκουμούτσες, με το μάτι στη μέση. Το δικό μας το είχε φέρει ο μπαμπάς από το ξυλεμπορικό που δούλευε. Κάποιος του το πάσαρε.  Ήταν ένα τόσο δα πράγμα. Λευκό, με ένα κατακόκκινο ηχείο μπροστά. Το είχαμε βάλει ψηλά στην κουζίνα και ήταν πάντα συγχρονισμένο στο  Δεύτερο Πρόγραμμα. Έχω ακόμα στα αυτιά μου το Γαρίφαλο Στο Αυτί, την φωνή της Ρένας Ντορ και τον Μίμη Πλέσσα που παρουσίαζε  μια εκπομπή. Έπαιρναν τηλέφωνο οι ακροατές, ο Πλέσσας έπαιζε μια μελωδία στο πιάνο και τους ρωτούσε αν είχαν καταλάβει ποια μελωδία ήταν.

-Πιστεύεις ότι στη ζωή ερχόμαστε με μια ευλογία;

Νομίζω πως ναι. Σε μένα ήταν η τέχνη. Είδα από νωρίς πως σίγουρα θα  έκανα κάτι γύρω από αυτό.

-Αποδέχεσαι αυτό που λέμε πιο απλά κάρμα ή πιο επιστημονικά μια τελεολογική θεώρηση της ζωής κατά τον Αριστοτέλη;

Πιστεύω στη μοίρα. Κάτι μας φυσάει στο κεφάλι για  να κάνουμε μια εντεταλμένη αποστολή. Δεν έχω άλλη εξήγηση. Και δεν έχω άλλο ψώνιο, μόνο αυτή τη δουλειά. Ας την κάνω όσο καλά μπορώ. Δεν θέλω να  πω στο τέλος ότι πέρασα από αυτή τη ζωή σαν μαλάκας.

-Στη μουσική με ποια αφορμή στράφηκες;

 Στο σπίτι μου βρέθηκε ένα πιάνο και βούτηξα εκεί μέσα. Η ζωή δεν κάνει ποτέ λάθος. Και αυτά που κάποτε χρωστούσα, ήρθανε. Τα παιξίματα στην Επίδαυρο, ας πούμε. Δεν είχα υπόψιν πως θα κάνω κάτι τέτοιο. Και τώρα έφτασε επισήμως και η σκηνοθεσία.

-Με ποιο τρόπο την αντιλαμβάνεσαι;

Όλα, μεταξύ αυτών και την σκηνοθεσία που με ρωτάς, τα εξέλαβα και τα αντιμετώπισα σαν ευκαιρίες για μελέτη. Αλλά για πολλή μελέτη, Χρήστο μου. Αφορμή για να ανοίγω ξανά την εγκυκλοπαίδεια. Στον Αριστοφάνη, στον Βάρναλη, στον Ντάριο Φο. Ειδικά, στη περίπτωση της Εκατομμυριούχου του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο που ανέβηκε με την  Νόνικα Γαληνέα, τον έκανα φύλλο και φτερό τον αναρχικό παππού.

-Μοναδική περίπτωση δημιουργού ο Μπέρναρντ Σο.

Μιλάμε για τεράστια  μούρη. Έχουν μείνει σελίδες με τα τσιτάτα του. Ήταν ετοιμοθάνατος. Του πήγαν τον παπά για να μεταλάβει και επειδή ήταν άθεος, σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και τον κυνήγησε σε όλο το κτήμα μέχρι να τον φτάσει στην εξώπορτα.

-Είσαι ένας μουσικός κόσμος με αρκετές νησίδες. Από τις πρώτες που ξεπροβάλουν, το 1977, είναι ο Μάνος Χατζιδάκις.

Δεν είχαμε μεγάλη σχέση με τον Χατζιδάκι. Ήταν σίγουρα καθοριστική. Καρμική θα έλεγα. Ο Χατζιδάκις εκείνη την εποχή δούλευε στο στούντιο την Αθανασία. Ένα παιδί, ο Φίλιππος, που ήταν βοηθός ηχολήπτη εκεί που ηχογραφούσε ο Χατζιδάκις, συμπτωματικά μου νοίκιασε τα μηχανήματα για τη συναυλία μου. Του πρότεινε να έρθει και να με δει. Εγώ βρήκα το τηλέφωνο του Χατζιδάκι, τον κάλεσα και του είπα: «Κύριε Χατζιδάκι, ο λόγος που κάνω αυτή τη συναυλία, είναι για να έρθετε και να την ακούσετε». Και ήρθε.Υπήρξα τυχερός Χρήστο.

-Ο Χατζιδάκις, ήταν και από τους ανθρώπους που δεν έκλεινε πόρτες και  έδινε ευκαιρίες, ειδικά στους νέους.

Ισχύει αυτό που λες. Έβγαλε πολύ κόσμο. Στήριξε πολλά νέα παιδιά.

-Διακρίνω να έχεις  μια αρκετά βαθιά μουσική οικειότητα με τον Χατζιδάκι. Θυμάμαι, σε μια παλαιότερη συνέντευξη σου στο Δίφωνο πριν από 20 χρόνια,  που είχες αναφέρει ότι η εισαγωγή από το Είμαι Αητός Χωρίς Φτερά σε ενέπνευσε και σε επηρέασε σε εισαγωγές δικών σου τραγουδιών.

Καλά πού το θυμάσαι αυτό ρε παιδί μου;

-Ε, ήρθα διαβασμένος.

Το βλέπω. Κοίταξε, μιλάμε για ένα τεράστιο τραγούδι. Η εισαγωγή αυτή είναι εξαιρετική. Αποτελεί από μόνη της ένα ανεξάρτητο έργο, ένα μεμονωμένο μουσικό κατασκεύασμα. Ενδεχομένως, να αποτελεί και αυτοσχεδιασμό, κανείς δεν ξέρει. Όσον αφορά εμένα, γενικά τις παιδεύω τις εισαγωγές και τις γέφυρες των τραγουδιών που γράφω. Εκείνη τη στιγμή που γεννάω, τα αφήνω όλα πίσω μου και βυθίζομαι στη μουσική. Χάνομαι. Εκ των υστέρων διακρίνω τις επιρροές μου.

-Ποια τραγούδια σου επηρεάστηκαν από αυτή την εισαγωγή;

Βάση της κουβέντας που κάνουμε θα σου πω το Αυτή η Νύχτα Μένει, τη  Βαλίτσα και το Ζωή Νταλίκα Κόκκινη.

-Το 1979 συνεργάζεσαι με τον Μίκη Θεοδωράκη, σαν βοηθός του  στους Ιππείς.

Συνεργασία αριστούργημα. Ήταν η περίοδος που ο Μίκης είχε ήδη γυρίσει από το Παρίσι μετά τη χούντα και ήταν στα πολύ πάνω του. Συνέθετε διαρκώς. Ο Γιώργος Αρμένης με έφερε στο Θέατρο Τέχνης. Ήταν μάλιστα η πρώτη  σκηνοθεσία του Λαζάνη στην Επίδαυρο και είχε αρκετό άγχος. Η μετάφραση του Γιώργου Σκούρτη ήταν χείμαρρος και ο Μίκης μελοποίησε όλο το έργο. Ερχόταν στις πρόβες και μας δίδασκε τα χορικά. Είχε κάτι δίφωνες παρτιτούρες, πολύ κακογραμμένες. Εγώ ήμουν 24, μπεμπέ. Βρέθηκα με έναν μεγάλο όγκο δουλειάς, μου ήρθε τρέλα. Και ήθελα να τον βγάλω καλά. Και βγήκε!  Ήταν μαγεία η όλη διαδικασία. Δεν φαντάζεσαι.

-Πώς φάνταζε στα μάτια σου ο Θεοδωράκης;

Ένας γίγαντας. Ένας ποταμός που ο Θεός του είχε ρίξει στο κεφάλι πολύ ταλέντο και τρέλα.

-Χατζιδάκις και Θεοδωράκης. Πήρες το πράσινο φως από νωρίς.

Αν με ρωτάς γιατί συνέβη, ίσως η ψυχή μου το καλούσε.

-Σιγά σιγά, βγήκαν οι δύο πρώτοι δίσκοι σου. Το Σπίτι του Αγαμέμνονα και Το Όνειρο του Βασίλη. Ώσπου, το 1981 κυκλοφόρησαν τα Σκουριασμένα Χείλια με τη Βίκυ Μοσχολιού. Πώς γεννήθηκε αυτός ο δίσκος;

Πίσω από αυτό το δίσκο βρισκόταν ο Γιώργος Μακράκης. Μου έφερνε στίχους του Κώστα Τριπολίτη. Πολλούς στίχους.  Είχα γράψει γύρω στα πενήντα τραγούδια πάνω σε λόγια του… Εκείνη τη περίοδο ο Τριπολίτης είχε δώσει  στίχους στον Θεοδωράκη και στον Μούτση. Εν τω μεταξύ, υπάρχει μια ιστορία που δεν είναι γνωστή. Όταν πήγε στη LYRA η πρώτη κασέτα με τα τραγούδια για την Μοσχολιού, την άκουσε ο Πατσιφάς και ρώτησε ποιανού ήταν. Όταν έμαθε ότι τα είχα γράψει εγώ, δεν  ήθελε να βγουν. Φάγαμε πακέτο. Ώσπου, μια μέρα μετά από καιρό, του  πήγε ο Μακράκης  την ίδια κασέτα με άλλη σειρά στα τραγούδια και του λέει: «Κύριε Αλέκο, Ακούστε και αυτό». Τα άκουσε και στη συνέχεια τη ρώτησε: «Ποιος τα έγραψε αυτά». «Ένας Χαλκίδης κύριε Αλέκο». «Ωραία είναι, μου αρέσουν. Πάμε να τα κάνουμε». Και έτσι, ένα βράδυ πήγαμε με την Μοσχολιού, τον Μακράκη και τον Νίκο Λαβράνο στο σπίτι του Πατσιφά. Ζούσε και η Αιμιλία η γυναίκα του. Τα έπαιξα στο πιάνο, κάτι ευλογήθηκε εκείνη την  ώρα και αποφασίσαμε να τα προχωρήσουμε στο στούντιο. Μονόχορδη παρτιτούρα  και αυτοσχεδιασμός με πέντε μουσικούς. Κανάλι…

-Πρόκειται για έναν σπουδαίο δίσκο. Από που να πρωταρχίσω; Από το εξώφυλλο που θυμίζει ταινία του Φελίνι;

Τι μου θύμισες… Πήρα τηλέφωνο τον Πατσιφά να του πω για το εξώφυλλο και μου λέει με τον δικό του μοναδικό τρόπο: «Είναι πολύ ωραία η φωτογραφία! Δεν θέλω να βάλω ονόματα μπροστά γιατί αν βάλω, είστε τρεις οι στιχουργοί και πρέπει να σας βάλω όλους». Του λέω: «Και μας βάλατε από πίσω; Μέσα στο καφέ;» Και μου απαντάει το εξής θεϊκό: «Αν είναι να σε μάθουν, θα σε μάθουν».

-Στα ίσια ε;

Ε, ναι. Σοφία. Ο Αλέκος Πατσιφάς και ο Τάκης Λαμπρόπουλος είναι το ελληνικό τραγούδι.

-Να ξέρεις, τον αγαπώ πολύ αυτόν τον δίσκο. Έχω ξενυχτήσει και έχω πιει για νταλκάδες μου πολλά καλοκαιρινά βράδια ακούγοντας το Σε Θέλω, το  Έξω Οι Φωνές και το Πώς Έφυγες.

Αλήθεια λες; Όνειρο! Αγαπήθηκε πολύ αυτός ο δίσκος. Και αυτή είναι η χαρά μου Χρήστο. Να περνάνε τα χρόνια και τα τραγούδια να γεμίζουν τις ζωές των ανθρώπων.

-Και φυσικά, δε θα αφήσω απέξω το «άρμα» αυτών των τραγουδιών που λέγεται Βίκυ Μοσχολιού.

Η Βίκυ ήταν το top μου. Όταν ήρθε με τον Μακράκη στο σπίτι για να της παίξω τα τραγούδια, ντρεπόμουν. Η Βίκυ Μοσχολιού απογείωσε ολόκληρο τον δίσκο. Είχε μεγάλη ύλη μέσα της σαν τραγουδίστρια. Άντεχε να πει οτιδήποτε. Και δουλέψαμε και τα επόμενα χρόνια σε άλλους δυο  δίσκους. Στην Εφημερία και στο Καινούργιο Πράγμα. Και με μια guest συμμετοχή στο Δεν Έχω Ιδέα που τραγούδησε το Σήκω Παιδί Μου.

-Υπάρχει μια αντίστοιχη φωνή σήμερα; Ένα τέτοιο μέταλλο;

Αντίστοιχης δύναμης και ενέργειας με τη Βίκυ; Δεν ξέρω. Αυτό το πράγμα που η φωνή  εγκαθίσταται με το στέρνο και με το διάφραγμα, δεν το έχω εντοπίσει.

-Έκανε πωλήσεις ο δίσκος;

Δεν έκανε πωλήσεις αλλά έκανε εντύπωση. Παιζόταν πολύ τα βράδια στα μπαρ. Θυμάμαι, είχε γράψει ένα άρθρο στην Ελευθεροτυπία ο Γιάννης Ξανθούλης με τίτλο: Το Ερωτικό Ευαγγέλιο του Κραουνάκη. Και έγινε θέμα κατευθείαν.

-Ο Ζαμπέτας πώς προέκυψε στο Επεμβαίνεις;

Εγώ λύσσαξα για να μπει ο Ζαμπέτας. Εξάλλου, ήταν τραγούδι που χρειαζόταν ανδρική φωνή  λόγω θεματολογίας. Ήταν και η Μοσχολιού Ζαμπετοτραγουδίστρια. Έδεσε. Και έτσι γνωρίστηκα με αυτόν τον πολύ μεγάλο λαϊκό συνθέτη. Πολύ μεγάλος συνθέτης. Μακράν. Μελωδός υψηλός. Σπάνιος.

-Στο δίσκο συμμετείχε στιχουργικά με ένα τραγούδι, το πρώτο της συγκεκριμένα,  η Λίνα Νικολακοπούλου. Μάλιστα το τραγούδι αυτό έδωσε και το όνομα του δίσκου. Γράψατε μουσικά χιλιόμετρα μαζί στα χρόνια που ήρθαν.

Πάντα τον σπόρο για το «παραπέρα» μας τον έβαζε η Λίνα. Δεν εφησύχαζε ποτέ. Δεν βολεύτηκε στην επιτυχία. Και στη πορεία, άνοιξε πολύ την βεντάλια της. Δοκίμασε και δοκιμάστηκε. Συνεργάστηκε με τον Θάνο Μικρούτσικο, με τον Νίκο Αντύπα. Η Λίνα είναι ένα κράμα μυαλού και καρδιάς. Και μετά από τόσα χρόνια την έχω τοποθετήσει στα εικονίσματα.

-Μετά τη Μοσχολιού και μαζί με τη Λίνα Νικολακοπούλου συνάντησες τη Χριστιάνα. Σαριμπιντάμ θα πει τρελαίνομαι;

Εντελώς! Η Χριστιάνα ήταν ένα παλαβό και υπέροχο πλάσμα. Ένα πανέμορφο κουκλί. Θυμάμαι φορούσε ένα καλοκαιρινό σορτσάκι. Ερχόταν και καθόταν στα σκαλιά, σε ένα σπίτι στην Νηρηίδων που έμενα στο Φάληρο και με περίμενε να έρθω.

-Από πού;

Έλα ντε; Υπήρχε περίοδος που δεν θυμόμουν σε ποιο σπίτι ξυπνούσα.  Έχω αλητέψει πολύ σου λέω. Τρέλα, καύλα και αλητεία. Έπαιρνα το παπάκι και χανόμουν στο δρόμο. Όμως, νιώθω τυχερός που ανήκω σε μια  γενιά που έζησε χωρίς ενοχές. Στο λέω αλήθεια.

-Είναι ντεκαυλέ  τα πράγματα σήμερα;

Νομίζω αρκετά, ρε γαμώτο. Κάπου το έχω γράψει και στη Λυσιστράτη. «Καινούργιος νόμος το ντεκαυλέ».

-Πάμε πάλι στη Χριστιάνα. Ήθελε πολύ να δουλέψετε και να κάνετε δίσκο;

Ναι. Αποφασίσαμε να συνεργαστούμε. Με τις ευλογίες  και τη στήριξη του Μακράκη ενώ ο Πατσιφάς ψιλογκρίνιαζε όταν το έμαθε. Όχι σοβαρά, μην φανταστείς. Έτσι, στα αστεία.

-Γιατί;

Ε, σου λέει. Ξεκινήσαμε με τη Μοσχολιού, πάμε να παίξουμε άλλη μπάλα. Πώς

του ήρθε του Κραουνάκη να γράψει για τη Χριστιάνα; Αλλά εμείς δεν καταλαβαίναμε. Δεν μασάγαμε καθόλου. Τον κάναμε και τον χαρήκαμε τον δίσκο.

-Πήγε καλύτερα αυτός απ’ τα Σκουριασμένα Χείλια;

Δεν πούλησε. Σε σχέση με αυτά που πουλούσε η Χριστιάνα μέχρι τότε, δηλαδή. Αλλά έκανε και αυτός εντύπωση, έγινε σούσουρο.

-Φτάνουμε στον Αστερισμό της Μέδουσας και του Γιώργου Μαρίνου.

Ο Γιώργος με είχε «καψουρευτεί» καλλιτεχνικά από τα Σκουριασμένα. Συνηθίζαμε να βρισκόμαστε σε ένα μπαράκι στη Δράκου, στη Μακρυγιάννη. Εκείνη τη περίοδο έγραφα μουσική για τη Δίκη που ανέβαζε ο Ζακόπουλος στο Θέατρο Μπέλλος, στη Πλάκα. Είχα βρεθεί στο στούντιο του Κοσμά στο Σύνταγμα με την Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου για να πει τα κομμάτια της Δίκης κατόπιν δικής μου απαίτησης.  Όταν τελείωσε η ηχοληψία μου πρότεινε η Λιλάντα να πάμε να δούμε τον Γιώργο Μαρίνο που έκανε πρόβες στη Μέδουσα. Όταν φτάσαμε και μπήκαμε μέσα, μας πήρε χαμπάρι ο Μαρίνος. Κατευθείαν σταματά τη πρόβα και μας λέει το απίστευτο: « Έλα αγάπη μου, σε περίμενα μια ζωή! Λιλάντα μου, τί ωραίο είναι αυτό που φοράς; Φαντάζομαι ότι αγόρασες όλο το τόπι!».(Γέλια)

-Ήταν απίστευτος…

Δεν φαντάζεσαι. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η περίοδος με τον  Γιώργο που είναι μια  γεμάτη περίοδος. Ρίξαμε πολύ γέλιο. Στη δουλειά ήταν σκυλί, βαθιά πειθαρχημένος. Αλλά όταν τέλειωνε η δουλειά, άστο… Κατούρημα. Μπορώ να διηγούμαι για ώρες, μέρες και χρόνια ιστορίες με τον Γιώργο.

-Θεωρώ πως ήταν αναντικατάστατος σε αυτό που έκανε.

Όπως το λες. Μέγας καλλιτέχνης. Ακόμα δεν έχει βρεθεί  ο επόμενος Γιώργος Μαρίνος. Αναφέρομαι στο υψηλό επίπεδο συνδυασμού θεατρικής και μουσικής ερμηνείας. Ο Γιώργος έβγαινε και έκανε τη σκηνή δική του.

-Πικράθηκες με την απώλειά του;

Τελευταία έπεσαν απανωτοί θάνατοι. Ένα θα σου πω, όμως. Για την μάνα μου δεν έκλαψα, για την Σύλβα δεν έκλαψα. Ε, για τον Γιώργο έκλαψα. Τον πόνεσα πολύ.

-Η πρώτη καθαρόαιμη ανδρική λαϊκή φωνή που συνεργάστηκες ήταν ο Μανώλης Μητσιάς.

Ο γλυκός μου… Και για αυτόν δεν έχουμε αντικαταστάτη. Ο Μανώλης ανήκει σε εκείνη τη κατηγορία ερμηνευτών, μέσα στην οποία άνηκε και η Μοσχολιού. Ήταν εκείνες οι φωνές που τις ήθελαν οι συνθέτες. Και ξέρεις γιατί, Χρήστο; Ήταν οι ταχυδρόμοι που μπορούσαν να ταξιδέψουν το γράμμα. Ο  Μανώλης συνδύαζε το βυζαντινό και το λαϊκό στοιχείο μοναδικά και διαθέτει ως σήμερα ένα τεράστιο ήθος. Ο Μητσιάς πέρα από ένας σπουδαίος τραγουδιστής είναι ένα καλό παιδί.

-Πρώτα με το Εξ’ Αδιαιρέτου και μετά από είκοσι χρόνια τα Ισόβια, τα οποία τα αγαπώ λίγο παραπάνω.

Τα λατρεύω τα Ισόβια. Είναι και η τελευταία ολοκληρωμένη δουλειά που κάναμε με την Λίνα. Μουσική δική μου, στίχοι όλοι δικοί της. Είχε το Βαρύ το Βήμα Μου, την Οδό, τη Λάμπα Θυέλλης, το Ποιος Αντέχει Απόψε Μόνος.

-Το Εξ’ Αδιαιρέτου βγήκε το 1984. Ίδια χρονιά με το Κανονικά.

Τρομερή Δήμητρα Γαλάνη και  τρομερός Κώστας Γανωσέλης στην ενορχήστρωση. Τον χάσαμε και αυτόν ρε  γαμώτο… Με βάλανε σε φοβερό τριπάκι οι δυο τους. Και φυσικά, ο υπέροχος  Πάνος Δράκος στο στούντιο-σπίτι της Φιλοθέης. Όσοι βρεθήκαμε εκεί και το ζήσαμε, ξέρουμε. Άλλος μάγος και αυτός. Τον ίδιο καιρό με το Κανονικά δούλευα και τη μουσική για τον Κοριό του Μαγιακόφσκι που θα ανέβαινε στο θέατρο. Ένας πανικός. Όσον αφορά τη Δήμητρα, της  οφείλουμε πολλά. Η Δήμητρα ήταν ανήσυχη και ψαχνότανε πολύ με τους συνεργάτες της. Όπως και τώρα. Δεν αλλάζει ο άνθρωπος…

-Πρέπει να περνάτε υπέροχα στις πρόβες για τη Λυσιστράτη.

Δεν φαντάζεσαι. Θυμόμαστε τα παλιά, γίνονται και καινούργια σκηνικά και πέφτουν τρελά γέλια μεταξύ μας. Την βλέπω στη πρόβα και τη θαυμάζω. Δουλεύει πιστά. Εν τω μεταξύ, η φωνή της είναι καλύτερη τώρα από ποτέ. Δεν υπάρχει η Δήμητρα.

-Το 1985 επανεμφανίζεται και η παλιά σου γειτόνισσα.

Η Άλκηστις λες; Το παλιόπαιδο!  Έμενε τρία στενά παραπάνω από το σπίτι μου. Είχε ένα ποδήλατο και μας το νοίκιαζε ένα πενηνταράκι την βόλτα. Το 1985 βγήκε το Κυκλοφορώ και Οπλοφορώ. Αγαπημένος δίσκος. And the rest is history…

-Πραγματικά history. Έγραψε ιστορία. Κάπου είχα διαβάσει ότι έγινε πέντε φορές πλατινένιος και θεωρείται κλασικός.

Ούτε που ξέρω. Δεν τα μετρούσα αυτά. Αρκεί Χρήστο μου που τα τραγούδια απ’ το Κυκλοφορώ τραγουδιούνται ακόμα. Η Σωτηρία της Ψυχής

-Τα  βρήκατε με την Άλκηστη;

 Μωρέ δεν τα χάσαμε ποτέ. Απλά εκείνη την ώρα έγινε μια μαλακία. Όλα καλά πια.

-Τί είναι για σένα  η Άλκηστις;

Οικογένειά μου. Αδερφή μου.

-Κάνατε σπουδαίους δίσκους με την Πρωτοψάλτη  εκείνα τα χρόνια. Μετέπειτα ανοίξατε δρόμο για τη νυχτερινή ζωή στο Γκάζι.

Έχει μεγάλη πλάκα. Ένας συνεχής πυρετός. Και σε αυτή τη περίπτωση το βασικό μυαλό ήταν η  Λίνα η οποία μας ξεσήκωσε από το ZOOM όπου σπάγαν οι πόρτες μέχρι του Αγίου Κωνσταντίνου. Είναι  1993. Γράφαμε στο στούντιο  το Ανθρώπων Έργα. Μιλάω στο τηλέφωνο με τον Μαροσούλη ο οποίος είχε μείνει από βενζίνη στο τέλος της Ερμού. Πηγαίνουμε με το τζιπ μου να πάρουμε ένα μπιτόνι βενζίνη από ένα βενζινάδικο στην Ιερά Οδό, στο ύψος που είναι το NOX. Περνάμε μπροστά από το συνεργείο στο Γκάζι που είχε τη Mercedes του. Κάτι του κάνει κλικ. Μέχρι να πάμε να πάρουμε την βενζίνη και να γυρίσουμε, είχε βρει τον ιδιοκτήτη και είχε κανονίσει το σχήμα. Άλλο τέρας ο Μαροσούλης. Απίστευτος!  Το βράδυ μας είπε να πάμε  μετά το στούντιο να δούμε τον χώρο.  Μπήκαμε μέσα, έβγαλε η Λίνα την κολώνια της, έκανε ένα σταυρό και είπε: «Εδώ, θα γίνει η σκηνή». Αυτό ήταν.

-Ποιοι αποτελούσαν το πρώτο σχήμα;

Ήταν η Άλκηστις, ο Κώστας Μακεδόνας, ο Δημήτρης Μπάσης κι εγώ για πρώτη φορά, για πρώτη παγκόσμια εμφάνιση(Γέλια).

-Πανικός έ;

Σου λέω τρέχαμε για  το Ανθρώπων Έργα και τρέχαμε και για το πρόγραμμα στο μαγαζί το βράδυ. Εγώ με την Άλκηστη ξυπνούσαμε νωρίς το πρωί και επειδή δεν προλαβαίναμε, φτιάξαμε μαζί  την αφίσα από το εξώφυλλο με την αχιβάδα στο μάτι της και όσοι τη βλέπανε λέγανε: «Καλέ, τί έπαθε η Άλκηστις;»

-Αλήθεια τώρα, πες μου. Τί δίσκος ήταν το Μαμά Γερνάω;

Ένας μαγικός δίσκος. Τί να  σου πω τώρα; Μια Τάνια Τσανακλίδου απίστευτη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το κλάμα που ρίξαμε στο στούντιο  όταν γράφαμε το υστερόγραφο της Τάνιας. Ήταν και ο Γαβρίλης ο Παντζής μαζί μας. Ηχολήπτης της σχολής Σμυρναίου. Ο οποίος ήταν μούσκεμα τα μάτια του. Γυρνάει κάποια στιγμή και μου λέει: «Για τον πατέρα γράψατε τίποτα;»

-Βοήθησες και πολύ κόσμο. Έψαχνες, άκουγες φωνές. Εσύ είσαι που έβγαλες τον Κώστα Μακεδόνα και τον Δημήτρη Μπάση που τους ανέφερες και πιο πάνω.

Ξέρεις τί γινότανε; Δεν είχα αντρική φωνή και μου τους έφερνε μπροστά η ζωή.

-Γιατί δεν συνεργάστηκες με κάποιον φτασμένο; Δεν ήταν μόνο ο Μητσιάς.

Προτιμούσα να βρω τον καινούργιο, τον άφθαρτο.  Δεν ήθελα να δουλέψω με άλλους μεγάλους. Όχι ότι δεν υπήρχαν. Υπήρχαν και ήταν   σπουδαίοι.

-Όπως ο Πάριος.

Ναι, εννοείται. Τεράστιος ο Γιάννης. Ίσως, δεν ήταν η στιγμή μας τότε. Συναντηθήκαμε χρόνια μετά. Του έγραψα τραγούδια.

-Για πες μου, πώς έγινε η γνωριμία με τον Μακεδόνα.

Ήμουν επιτροπή στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με πρόεδρο τη Λιλάντα.  Ήταν και η Αλέκα Κανελλίδου μαζί. Που λες, πήρε βραβείο ένα παιδί που στο τραγούδι του είχε γράψει στίχους η Σάσα Μανέτα. Τέλειωσε η βραδιά του Φεστιβάλ και μάθαμε πού τραγουδούσε. Σε ένα μαγαζί στη Νεάπολη. Εκεί δούλευε και η Σοφία Χρήστου, την οποία την ήξερα από τον Γιώργο Μαρίνο. Μου  λέει, ότι υπάρχει ένας πιτσιρικάς τρομερός. Και βγαίνει στις τρεις το πρωί ο Μακεδόνας και λέει το Ήλιε Μου Σε Παρακαλώ. Και το λέει συγκλονιστικά. Γνωρίστηκα  με τον Νίκο Κυριαζίδη που  είχε το μαγαζί με τον οποίο ήμασταν φίλοι μέχρι που έφυγε απ’ τη ζωή. Του λέω να με γνωρίσει με τον Κώστα. Συστηθήκαμε και έτσι τον πήρα μαζί μου.

-Ισχύει ότι εσύ τον βάφτισες Μακεδόνα;

Άκου εδώ ιστορία. Του λέω: «Πάκας δεν είναι επώνυμο. Κάτι πρέπει να κάνουμε».  Είμαστε ώρες με τη Λίνα στο τηλέφωνο, ένα μεσημέρι όπως και τώρα που καθόμαστε, και προσπαθούμε να βρούμε ένα επώνυμο. Κάποια στιγμή της λέω : «Ρε συ Λίνα, δεν είχαμε ένα τεχνικό στα μηχανήματα που τον λέγανε Δημήτρη Μακεδόνα; Ε,να! Μακεδόνα θα τον πούμε». Και έτσι, βαφτίστηκε.

-Ήταν ωραία η συνεργασία σας. Άφησε υλικό.

Κάναμε ωραίους δίσκους. Δεν Έχω Ιδέα, Μόνο Μια Φορά, Έπεσε Έρωτας. Και εξελίχτηκε και γερά στα χρόνια σαν φωνή ο Κώστας. Θυμάμαι ένα άλλο περιστατικό μαζί του. Πιο προσωπικό. Έπαιζα στη Μονή Λαζαριστών ένα βραδύ μετά από ένα θεματάκι που είχε προκύψει και βρισκόμουν στο νοσοκομείο. Με πήγε το ΕΚΑΒ στο Τατόι. Και από εκεί με  παίρνει ο Κώστας με το αεροπλανάκι. Μπαίνω μέσα. Χέζομαι. Και με πάει στη Θεσσαλονίκη τζάμι μέσα σε μισή ώρα. Μιλάμε, Θεός!

-Δικό σου brainchild ήταν και η Σπείρα Σπείρα. Πώς προέκυψε;

Ήταν να φύγω για την Αμερική. Είχα βαρεθεί.

-Είχες σπαστεί με κάτι;

Μου τη πέφτανε όλοι Χρήστο. Έφαγα πολύ ξύλο. Είχα κάνει προηγουμένως  μια θητεία στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας. Και εκεί άλλα προβλήματα.. Σε αυτή η φάση κατάλαβα την καταστροφή που είχε κάνει το ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα.

-Και μετά;

 Είχα πει από μέσα μου ότι θα φύγω. Μιλούσα  με τη Σπυράτου και μου λέει: «Μέχρι να φύγεις, δεν έρχεσαι να κάνουμε τίποτα σεμινάρια;». Πήγα στο χώρο της στο Γκάζι. Πάλι και εκεί μπροστά μου το Γκάζι. Μοίρα μου.. Ανέλαβα την ερμηνεία τραγουδιού. Και σκάνε μύτη τετρακόσια παιδιά. Έγινε μια πρώτη διαλογή, φτάσαμε στα εξήντα και στο τέλος μείνανε είκοσι παιδιά. Αποφάσισα να κάνουμε ένα μουσικό θέαμα που να είναι όλοι ντυμένοι στα μαύρα και ξυπόλητοι. Με τον Χρίστο Θεοδώρου στο πιάνο. Διάλεξα δύσκολο κομμάτι, την πάροδο από τις Όρνιθες του Μάνου. Και γεννιέται το Όλοι Μαύρα και Ένα Πιάνο. Στη πρώτη βερσιόν, στον πάνω χώρο της Σοφίας, κάλεσα τους πάντες που ήξερα για να δούνε τα παιδιά και να βρούνε δουλειά.

-Πήγε καλά;

Σκατά. Κανείς δεν βρήκε δουλειά! Κατά τον Σεπτέμβρη ο Αντώνης Κοκολάκης μου ρίχνει την ιδέα να μιλήσω με τον Μιχάλη Μητρούση και με την Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου που είχαν ανοίξει ένα θέατρο στην Ιερά Οδό. Πήγα εκεί και είδα ένα υπόστεγο. Έμπαζε από παντού. Με τη βοήθεια ενός φίλου  συνθέτη, του Τάσου  Λένη, το μπαλώσαμε και κλείσαμε τη μεριά που έμπαινε η βροχή. Και τέλη Οκτώβρη ξεκινάμε να το παίζουμε. Και τι βλέπω; Σταματάνε τα ταξί και έρχεται να μας δει όλη η Αθήνα. Και εκεί που ήταν να παίξουμε δέκα μέρες, παίξαμε για τρεις μήνες. Μετά πήγαμε στο Θέατρο Χώρα, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Το έργο σκότωσε. Πήγε για δυο χρόνια. Κάναμε και το cd στον Σείριο. Έτσι στήθηκε η Σπείρα Σπείρα. Και μετά βέβαια συναντήθηκα με την Μαριλένα Μαμιδάκη και πήγαμε στην Αθηναίδα. Θα σου πω ειλικρινά. Μόλις μπήκα μέσα και είδα το υπόγειο, αντίκρυσα μια καρέκλα στη μέση. Εκεί, είδα τον εαυτό μου γέρο…Δεν έχω λόγια να στο εξηγήσω. Ένιωσα ότι εκεί θα βγάλω ρίζα. Από τη Σπείρα Σπείρα πέρασαν καλλιτεχνάρες.

-Λατρεύω την Κλασσική Συνταγή, που ηχογραφήθηκε κιόλας.

Την άκουγα προχτές και αναρωτιόμουν… Τι κάναμε οι αθεόφοβοι;

-Ώρα για Λυσιστράτη. Πρώτα πάμε σε αυτή του  1986. Με Ανδρέα Βουτσινά, Λάκη Λαζόπουλο και Λίνα Νικολακοπούλου.

Λάκης με επιθεώρηση στο Βέμπο. Ο Λάκης στα μεγάλα του ντουζένια. Ανακοινώνει η Αλίκη ότι θα ανεβάσει Λυσιστράτη σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Ο Λάκης τότε, να την λέει εθνική αποκοιμίστρια. Μπαίνει στο καμαρίνι και μου λέει: «Αυτή θα κάνει Λυσιστράτη». Εγώ, με τον απλό τρόπο που έχω όταν πρηζώνω κόσμο του απαντώ: « Ωραία. Τράβα στο Παρίσι και φέρε τον Βουτσινά μήπως κάνουμε και εμείς τίποτα. Εγώ δεν τον ξέρω τον Βουτσινά. Μου αρέσει όμως αυτό που βλέπω».

-‘Ησουν και εσύ ένα φυτίλι…

Δεν έχεις ιδέα. Εμένα με ενδιέφερε να γίνει η δουλειά, να περάσουμε καλά. Και πάει που λες ο Λάκης και φέρνει τον Βουτσινά. Και αρχίζουν τα δράματα. Εξώφυλλα, άρθρα και συνεντεύξεις. Περάσαμε ένα μαγικό καλοκαίρι με πρόβες στο Λαμπέτη. Το πρωί να γράφω νότες, μετά να κάνω πρόβα και να τρέχω και στο Sound Studio του Ταχιάτη. Κοιμόμουν για καμιά ώρα κάτω απ’ το πιάνο με ένα σεντόνι τυλιγμένος. Ερχόταν ο Βουτσινάς με τον θίασο και γράφαμε φωνές. Και ξανά το ίδιο. Μέχρι που έφτασε η πρεμιέρα.

-Σε ποια πόλη κάνατε πρεμιέρα;

Στη Καβάλα, που ήταν το γούρι του Ανδρέα. Μου λέει η Νινέτα Λεμπέση: «Βρε Σταματούλη μου, είναι έτοιμα τα προγράμματα. Δεν τα φέρνεις ανεβαίνοντας;». Τότε λειτουργούσε το αεροδρόμιο της Χρυσούπολης. Και φτάνοντας από τη πτήση  πάω και παίρνω δυο γεμάτες τσάντες με δυο χιλιάδες προγράμματα. Και όπως είμαι, ανοίγουν και πέφτουν όλα κάτω. Και λέω «ρε πούστη, δεν πειράζει. Γούρι». Και έγινε χαμός στην πρεμιέρα. Δεν θα ξεχάσω που είχα αφήσει δώδεκα λεπτά ουρά στη μουσική για να γίνουν οι υποκλίσεις και να κατεβούμε απ’ τη σκηνή. Να  φύγει και ο κόσμος ενώ παράλληλα θα παίζει μουσική. Το τέλος του tape μας πέτυχε στη δέκατη υπόκλιση. Απίστευτο. Έκανε τρομερή αίσθηση η παράσταση. Ακολούθησε ένα καλοκαίρι θριάμβου και ύβρεων. Φάγαμε ξύλο από τους κριτικούς. Αλλά έμεινε η αίσθηση.

-Κα πώς σου ήρθε να προσεγγίσεις με τον δικό σου τρόπο την  Λυσιστράτη που θα παρουσιαστεί φέτος;

Κάπου μέσα στο 1990 βρισκόμουν και περνούσα τα Χριστούγεννα στο Λονδίνο. Μου καρφώθηκε να  την κάνω όπερα. Τη δούλευα μέσα στα χρόνια. Το πρώτο μου λιμπρέτο ήταν 350 σελίδες χειρόγραφες. Ολόκληρο βιβλίο. Μέσα στην καραντίνα έκατσα και το πέρασα στο κομπιούτερ όπου έκανα τα πρώτα μαζέματα. Το έστειλα στην Μαριλένα Μόσχου, ένα αγαπημένο παιδί από το Θέατρο Τέχνης, με την οποία κάνουμε μαζί το στήσιμο. Στη πρόβα έκανα ένα κλάδεμα και έμειναν 87 σελίδες. Μέχρι και χτες, διόρθωνα! Ό,τι ακούω, όποια λέξη δεν ταιριάζει με το τραγούδι, φεύγει και μπαίνει άλλη. Με τρελαίνει που έχουν πρηζώσει όλοι, το έχουν πάρει προσωπικά. Καταπληκτικοί συνεργάτες και τους ευχαριστώ όλους που είναι δίπλα μου. Με έχει συγκινήσει το δόσιμό τους.

-Τα έχεις πάει καλά με τον Αριστοφάνη και παλαιότερα.

Έχω ασκηθεί πολύ στον Αριστοφάνη μέσα στα χρόνια. Έχω και μια ευκολία στα αρχαία. Καταλαβαίνω τις χροιές του κειμένου, τις αλλαγές των διαλέκτων. Ο λόγος του Αριστοφάνη είναι παρτιτούρα για κάποιον που ξέρει να διαβάζει αρχαία. Δε με δυσκόλεψε. Και αν αναλογιστείς ότι σκηνοθετούσε ενώ ταυτόχρονα έγραφε και τη μουσική για το έργο, καταλαβαίνεις γιατί είναι παρτιτούρα. Από το 1990 και μετά πλακώθηκα να γράφω το λιμπρέτο.

-Και πώς το κύλησες;

 Μου ήρθε η φλασιά και έβαλα την Λυσιστράτη πολύ γριά να έρχεται να παραλάβει   στην Αθήνα του τώρα ένα βραβείο. Συναντά τον Απόλλωνα όπως φτάνει. Του ζητάει να την πάει στο σπίτι της στον τομέα 5 και τυπικά ξεκινάει το κανονικό έργο στον 5ο αιώνα περιμένοντας να έλθουν οι υπόλοιπες γυναίκες. Έρχεται κάθε καρυδιάς καρύδι. Μια Ρωσίδα, μια Ινδή, κάτι άλλες τρελές, κάτι βλάχες απ’ την Θήβα… Στη πρώτη σκηνή έχω και τους άνδρες ντυμένους γυναικεία. Έχω βάλει να υπάρχει κάτι προσωπικό μεταξύ της Λυσιστράτης και του Πρόβουλου, κάτι που αφορά τη μεταξύ τους σχέση. Δεν θα πω παραπάνω. Τα υπόλοιπα θα τα δείτε στο Ηρώδειο στις 12 και στις 13 Ιουνίου.  Εν τω μεταξύ, η Ελένη Ουζουνίδου.. Δεν υπάρχει αυτό το πλάσμα. Ηθοποιάρα και φωνάρα.

-Ποια στοιχεία καθιστούν την Λυσιστράτη διαχρονική στο σήμερα;

Το έργο είναι σε απόλυτη αντιστοιχία με το τώρα που ζούμε. Τι πολιτικό κλίμα επικρατούσε τότε; Μια εξαναγκαστική μικρή τυραννία για να συνέλθει η πόλη. Μια κάπως δεξιούλα κυβέρνηση για να σφίξουν οι κώλοι. Βέβαια, η τυραννία δεν είχε το νόημα που έχει τώρα. Και μέσα σε αυτό το τοπίο ο Αριστοφάνης γράφει τη Λυσιστράτη. Είχε ήδη γράψει τους Αχαρνείς και τους Ιππείς. Το έργο τα σπάει με τον Κινησία και την Μυρίνη, που είναι μια αστεία σκηνή.

-Το πήγες παραπέρα το έργο;

Εγώ έχω τραβήξει από το αρχαίο κείμενο πράγματα  που έχουν τεράστια δύναμη. Έβαλα και καινούργια. Προσπάθησα να εξηγήσω ποια είναι η Λυσιστράτη. Ποιο είναι το κίνητρό της. Γιατί δεν τη γουστάρουν οι άνδρες. Δεν μπορώ να πω παραπάνω.

-Και πώς νιώθεις;

Είμαι στη φάση που το βλέπω να υλοποιείται και να παίρνει την μορφή που πρέπει. Και γουστάρω πολύ.

-Διεθνώς πώς τα βλέπεις τα πράγματα;

Πάνε να φάνε πληθυσμούς για να μεγαλώσει το μερίδιο. Πόσες φορές τα τελευταία τριάντα χρόνια  έχει έρθει πρώτο πλάνο η Γάζα;

-Εδώ, στα δικά μας; Τι γίνεται;

Η Νέα Δημοκρατία ήταν πάντα αυτό το μαγαζί που βλέπεις. Αν εξαιρέσω κάπως την περίοδο Κώστα Καραμανλή που δεν πείραζε τους αριστερούς.

-Με τα χρόνια, η αποχή του εκλογικού σώματος αυξάνεται. Πώς το κρίνεις;

Αυτό είναι το μεγάλο θέμα. Και χαίρομαι που το θέτεις. Πρέπει να κινητοποιηθεί ο κόσμος της αποχής. Γιατί αν γίνει αυτό, θα χάσουν τον ύπνο τους. Ο κόσμος αυτός που δεν πηγαίνει να ψηφίσει είναι άνθρωποι που σιχάθηκαν τους πολιτικούς. Δεν είναι τάχα μου απολιτικ ούτε  τύποι που πάνε για μπάνιο στις παραλίες. Και όλες αυτές τις ηττοπάθειες και τις βλακείες που γράφουν τα trolls. 

-Θα αλλάξει το πλάνο;

Η ανάγκη θα τα γεννήσει όλα. Και να δίνουμε εμπιστοσύνη στην νεότητα. Μας γράφουν στα αρχίδια τους όλα τα παιδάκια και πολύ καλά κάνουν.

-Τι είναι για σένα αριστερά;

Αριστερά είναι ο τρόπος που ζεις. Και το τοποθετώ προς όλους μας.

-Υπάρχει κάτι που σε ενοχλεί εκεί έξω;

Η αναισθησία.

-Τι άνθρωπος είναι ο Σταμάτης Κραουνάκης;

Ένα αξιοπρεπέστατο βούρλο. Συγχρόνως, ένας περαστικός με οξεία αντίληψη.

-Έχεις διαγράψει μια μεγάλη διαδρομή. Το αντιλαμβάνεσαι;

Καλέ τι λές; Je suis bebe!

-Δεν έχεις κάνει απολογισμό του έργου σου; Αυτά που έχεις παράξει;

Σιχαίνομαι τους απολογισμούς. Μακριά από εμένα αυτά. Να τα βρούνε οι κληρονόμοι(Γέλια).

-Θα μείνω σε κάτι. Είχες την τύχη να γράψεις τον τελευταίο δίσκο του Δημήτρη Μητροπάνου.

Ήθελα να κάνω έναν ακόμη δίσκο με τον Δημήτρη. Στο Εδώ Είμαστε τον γνώρισα. Ήθελα όμως άλλη μια ακόμη δουλειά που να τον ξέρω. Τον κατάλαβα και με αγάπησε ο Δημήτρης.

-Πώς ήταν να βλέπεις τον  Μητροπάνο να ηχογραφεί στο στούντιο;

Δεν πήγε ποτέ μέσα στο στούντιο. ‘Όλο τον δίσκο τον έγραψε από τη κονσόλα με ακουστικά. Πώς καθόμαστε εμείς τώρα; Έτσι το κάναμε.

-Τον λιώνω αυτόν τον δίσκο στο αμάξι, θέλω να  ξέρεις. Τι μπλουζιά είναι το Να Σβήσει Αυτό Το Φως;

Το έγραψα για την Κάτια Δανδουλάκη, για το θεατρικό των Αλέξανδρου Ρήγα και Δημήτρη Αποστόλου Παρακαλώ Ας Μείνει Μεταξύ Μας.  Αυτό το τραγούδι και Το Ταξίδι, το ποίημα του Κωστή Παλαμά, είναι τα πρώτα που του έβαλα να ακούσει στο καμαρίνι του στη Θεσσαλονίκη.

-Και το Υποβρύχιο μεγάλη στιγμή. Με κοινωνικό στίχο που πια δεν γράφεται. «Χόρτασαν αίμα τα καρτέλ κι οι τράπεζες τα φτύνουν».

Αγαπώ! Τον καμαρώνω τον δίσκο αυτό. Και τον άνθρωπο που τον τραγούδησε, που ήταν ένας άνθρωπος με συνείδηση.

-Νιώθω ότι ο Μητροπάνος δεν έχει φύγει.

Όχι, βέβαια. Το είχα γράψει και τότε σε ένα κείμενο στην Athens Voice.

-Ακριβώς το ίδιο νιώθω και για την Μαρινέλλα.

Κολώνα. Όταν δουλέψαμε για το Ύστερα Ήρθαν Οι Μέλισσες αντίκρυσα την τεχνίτρια. Η Μαρινέλλα ήταν η απόλυτη τεχνίτρια. Στο τραγούδι της Σουέζ έβαλα στοιχεία από τον εαυτό της. Το κατάλαβε και μου είπε: «Σταμάτη, σε παρακαλώ. Το Είσαι Θεά, να το λένε οι άλλοι». Ήταν και τρομερό gay icon.

-Μίλησε μου για την Ελεωνόρα Ζουγανέλη.

Λατρεία. Εξαιρετική τραγουδίστρια. Είναι τρελό αυτό το κορίτσι αλλά το αγαπώ. Δεν ακούει κανέναν. Και για αυτό τον δίσκο καμαρώνω, επίσης. Τον παράξενο, ιδιαίτερο, πολυλογάδικο. Την αντιμετώπισα σαν ηθοποιό την Ελεωνόρα. Και είχα δίκιο. Δεν της έγραψα τραγούδια, της έγραψα μονολόγους. Ανταπεξήλθε. Εύχομαι κάποια στιγμή να συναντηθούμε στο θέατρο σε κάτι όμορφο.

-Έχεις μετανιώσει για πράγματα για τα οποία      

Για πολλά, αλλά δεν έχει σημασία. Ίσως, αυτά για τα οποία μετάνιωσα, να μου έδωσαν την κλωτσιά για να προχωρήσω. Το λάθος δεν το καταλαβαίνεις ποτέ την ώρα που το κάνεις. Και εγώ ειδικά που είμαι και παρόρμα, το κάνω το λάθος με τουπέ.

-Πίκρανες ανθρώπους;

Πιθανόν.

-Σε έχουν πικράνει;

Ναι, αλλά πια δεν κάθομαι να ασχοληθώ. Λέω άντε γαμήσου. Ξέρεις τι έχω καταλάβει τώρα στα εβδομήντα μου Χρήστο; Δεν έχουμε καιρό για καυγά. Και στο λέω εγώ που έχω ρίξει καυγάδες…

-Τι είναι για σένα ο έρωτας;

Ο έρωτας έρχεται σε ανύποπτο χρόνο, αρκεί να μπορείς να τον δεις. Δεν οριοθετείται.

-Φοβάσαι κάτι;

Αλήθεια θες να πω; Να μην γλιστρήσω και πέσω κάτω, δεν μπορέσω να σηκωθώ και δεν υπάρχει και κανείς να με σηκώσει.

-Τον θάνατο;

Όχι. Δεν πιστεύω στον θάνατο. Πιστεύω στην μετάβαση.

-Σου λείπει μια ολοκληρωμένη οικογένεια;

Με τίποτα. Θα τους ταλαιπωρούσα με τον χαρακτήρα που έχω. Και σαν σύζυγος και σαν πατέρας.

-Νιώθεις ευτυχισμένος;

Υπό την έννοια ότι κουμαντάρω το «αυτοκίνητό» μου, ναι, νιώθω.

-Πότε έκλαψες τελευταία φορά;

Κλαίω εύκολα.

-Το καταφύγιο σου ποιο είναι;

Αυτό εδώ…(Μου δείχνει το πιάνο και χαϊδεύει τα πλήκτρα του).

-Η συμβουλή που θα έδινες σε ένα νέο παιδί για να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα;

Να απελευθερωθεί από όσα τον πνίγουν.

Τι σου έρχεται στο νου όταν λες το όνομα Σταμάτης Κραουνάκης;

Δεν θέλω νταραβέρι καθόλου με αυτόν τον τύπο. Τον έχω βαρεθεί να τον βλέπω μπροστά μου.

-Σταμάτη σε ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.

Εγώ σε ευχαριστώ Χρήστο.

Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο

*Γεράσιμος Δομήνικος, φωτογραφια από LIFO


Διαβάστε περισσότερες συνεντεύξεις: εδώ

Σταμάτης Κραουνάκης – βιογραφικό: εδώ


Αποτυχημένος φοιτητής Κοινωνικής Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποτυχημένος φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός και αρθρογράφος. Συλλέκτης βινυλίων, κόμικς και βιβλίων. Λάτρης της ινδικής κουζίνας και του κόκκινου κρασιού. Με το γράψιμο έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Όταν γράφω θέλω η σκέψη που ξεκινάει από εμένα να ολοκληρώνεται από τον αναγνώστη...