Πέτρος Μάρκαρης: «Η πολιτική ορθότητα κατήργησε τη δημιουργική σκέψη»

Ο Πέτρος Μάρκαρης είναι ένας ακούραστος και παραγωγικός συγγραφέας. Τον συνάντησα  στην οικία του στη Κυψέλη. Αφορμή, η συζήτηση για το νέο του βιβλίο που φέρει τον τίτλο Η Απάτη είναι το Μέλλον. Για μια ακόμη φορά, ο Μάρκαρης παίρνει ως αφορμή ένα καίριο ζήτημα της κοινωνίας και οδηγεί τον αναγνώστη μέσα από το πρίσμα της αστυνομικής λογοτεχνίας να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Εδώ, συνδέει το έγκλημα με την τεχνητή νοημοσύνη και κρατά τις επιφυλάξεις του για την επίδραση της στο μέλλον του σύγχρονου ανθρώπου. Μιλήσαμε για τη Χάλκη, για τις σπουδές στο εξωτερικό, για την εγκατάσταση στην Αθήνα, για τις μεταφράσεις, για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, για την Ανατομία ενός Εγκλήματος, για τον Αστυνόμο Χαρίτο, για την πολιτική, για τη νέα γενιά και άλλα όμορφα. Σήμερα, τον φιλοξενώ στο yourearticles.

-Γεννηθήκατε στη Χάλκη. Τι θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια πόλη κοσμοπολίτικη. Έβγαλα το εξατάξιο δημοτικό σχολείο της Χάλκης. Χάρη στα ελληνικά που έμαθα κατάφερα να γίνω συγγραφέας. Όσο βρισκόμουν στη Χάλκη δεν είχα αίσθηση της μοναξιάς. Είχα τους φίλους μου απ’ το σχολείο  και περνούσα όμορφα μαζί τους. Είτε Τούρκοι, είτε Ρωμιοί, είτε Εβραίοι, όλα τα παιδιά παίζαμε μαζί. Δεν υπήρχε διαχωρισμός.  Το ίδιο συνέβαινε και με τους μεγάλους. Αν κάποιος πάθαινε κάτι, έτρεχε στο πλευρό του όλη η γειτονιά. Τη μοναξιά την αντιλήφθηκα όταν τελείωσα το δημοτικό και πήγαινα κάθε μέρα από την Χάλκη στη πόλη,  στο Αυστριακό λύκειο. Έπαιρνα το πρωί το πλοίο, έφτανα μετά από μία ώρα και είκοσι λεπτά στην πόλη και εκεί βίωνα τη κίνηση της πόλης. Κόσμος πήγαινε και ερχόταν. Τραμ και λεωφορεία. Το μεσημέρι, όταν είχαμε το μεσημβρινό διάλειμμα,  πηγαίναμε όλοι μαζί να τσιμπήσουμε σε ένα γνωστό φαγάδικο πρόχειρου φαγητού, το περίφημο Atlantic.  Όλα αυτά σταματούσαν στις τέσσερις και τέταρτο το απόγευμα όταν έπαιρνα το πλοίο και επέστρεφα στη «μοναξιά» της Χάλκης. Αυτή η μοναξιά βέβαια, ήταν τρομερά βασανιστική τα σαββατοκύριακα.  Όμως, αυτή η μοναξιά με έσπρωξε στη λογοτεχνία.

-Με ποιο τρόπο σας έσπρωξε;

Μια μέρα μπήκα, ένα γαλλοτουρκικό βιβλιοπωλείο, το περίφημο Xaset.  Αγόρασα ορισμένα τουρκικά λογοτεχνικά βιβλία και άρχισα να διαβάζω.

-Ποια ήταν τα αναγνώσματα που μελετούσατε;

Μυθιστορήματα, διηγήματα και εκ των υστέρων ποίηση. Έτσι ξεκίνησε η σχέση μου με τη λογοτεχνία και συνέχισε ως σήμερα χωρίς ποτέ να διακοπεί.

-Ήσασταν καλός μαθητής;

Ήμουν καλός καθηγητής στα μαθήματα της γλώσσας. Είχαμε έναν Αυστριακό καθηγητή ο οποίος μας ανέθετε να γράφουμε εκθέσεις Θυμάμαι πως μου έδινε συγχαρητήρια για τις εκθέσεις μου, λέγοντας πως ένα γερμανόφωνο παιδί δεν θα μπορούσε να γράψει το ίδιο καλές εκθέσεις όσο εγώ. Απ’ την άλλη στα μαθηματικά ήμουν σκράπας. Οι καθηγητές μου έβαζαν τη βάση χαριστικά για να περάσω.

-Η σχέση με τους γονείς σας;

Ήταν πολύ καλή και αρμονική.

-Διάβαζαν και εκείνοι;

Ο πατέρας μου δε διάβαζε τίποτα, πέρα από εφημερίδες. Η μητέρα μου διάβαζε λαϊκά περιοδικά και μυθιστορήματα εκείνης της εποχής. Είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για την  Ιωάννα Μπουκουβάλα Αναγνώστου.

-Γνωρίζω μια ιστορία για τον παππού σας που ήταν Αρμένιος και τον αποκλήρωσαν λόγω μιας κοπέλας που ερωτεύτηκε.

Ω, μα που τη θυμηθήκατε; Πράγματι. Ο παππούς μου καταγόταν από μια πλούσια αρμενική οικογένεια. Η οικογένεια αυτή είχε μια κοπέλα από την Άνδρο που φρόντιζε την κουζίνα και μαγείρευε για την  οικογένεια. Η κοπέλα αυτή πήγε μια μέρα στον προπάππου μου και του ζήτησε την άδεια να φέρει στο σπίτι μια ανιψιά της  για να μείνει λίγο μαζί της. Ο προπάππους μου δεν είχε αντίρρηση. Ήρθε η ανιψιά. Ήταν δεκαεπτά ετών και όπως λέγεται ήταν εξαιρετικά όμορφη. Ο παππούς μου την ερωτεύτηκε με το που την είδε. Πήγε και  είπε στον πατέρα του ότι την ερωτεύτηκε και ήθελε να την παντρευτεί. Ο προπάππους μου του το έκοψε κατευθείαν και του ζήτησε να το ξεχάσει. Ο παππούς μου όμως δεν το ξέχασε, επέμενε. Ώσπου, τον απείλησε ο προπάππους μου πως αν την παντρευόταν, θα τον αποκλήρωνε. Τελικά, την παντρεύτηκε και ο πατέρας του  τον αποκλήρωσε. Εν τω μεταξύ, Ο παππούς μου είχε βγάλει το πιο αναγνωρισμένο ξένο λύκειο της Πόλης, το αμερικάνικο  Robert’s College. Βρήκε εύκολα μια δουλειά και νοίκιασε ένα διαμέρισμα με τη γυναίκα του για να μείνουν μαζί. Από εκείνη την μέρα δεν ξαναμίλησε αρμένικα. Έμαθε τη γλώσσα της γυναίκας του και μιλούσε κάτι άθλια ελληνικά. τους δυο γιους και την κόρη του σε ελληνικά σχολεία. Παντρεύτηκαν Ρωμιούς της Πόλης και η οικογένεια εξελληνίστηκε. Αυτή ήταν η πλήρης ιστορία.

-Ο πατέρας σας ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος. Είχε αυτή την επιθυμία,  που έχουν συνήθως οι γονείς, να ακολουθήσετε το δικό του επάγγελμα;

 Βεβαίως, ο πατέρας μου ήθελε να συνεχίσω το επάγγελμα. Ήθελε μάλιστα να σπουδάσω οικονομία, κάτι που εγώ σιχαινόμουν. Δε την έβλεπα με καθόλου καλό μάτι. Με είχε γράψει στο οικονομικό πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης αλλά δεν πάταγα  ποτέ το πόδι μου. Για να με δελεάσει μου πρότεινε να με στείλει για σπουδές στη Βιέννη. Εγώ δέχτηκα. Όχι για να σπουδάσω, αλλά για να γνωρίσω την Κεντρική Ευρώπη. Πράγματι, γύρισα την Κεντρική Ευρώπη αλλά τις σπουδές δεν τις τέλειωσα. 

-Το 1964 βρεθήκατε στην Αθήνα. Τι σας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση;

Μου έκαναν εντύπωση οι δύο λόφοι. Ο λόφος της Ακρόπολης και ο λόφος του Λυκαβηττού. Η Ακρόπολη εξέφραζε το μεγαλείο και τη τέχνη της αρχαιότητας. Ο λόφος του Λυκαβηττού με τη μικρή εκκλησία του Άη Γιώργη εξέφραζε τη μικροαστική και μεσοαστική Αθήνα. Αυτοί οι δύο λόφοι κοιτάζονταν 24 ώρες το εικοσιτετράωρο.

-Συναντήσατε  μια κοινωνία σε πολιτισμική άνθηση.

Μα φυσικά. Εγώ προερχόμουν από μια μεσοαστική κοινωνία και παρατήρησα τον αγώνα και την διάθεση των φτωχών για την επιβίωση. Αγωνίζονταν διαρκώς αλλά ποτέ δεν έχαναν την διάθεση τους για χιούμορ, για επικοινωνία και παραγωγή πολιτισμού. Υπήρχε άνθιση στα γράμματα, τη λογοτεχνία, τη μουσική, το σινεμά και τη ζωγραφική. Σήμερα είναι εντελώς διαφορετικά τα πράγματα. Οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν, δεν γελάνε καν. Και δεν είναι τοπικό φαινόμενο. Είναι παγκόσμιο.

-Εργαστήκατε στα τσιμέντα ΤΙΤΑΝ.

Δεν γινόταν αλλιώς. Πολλοί λογοτέχνες ασκούσαν άλλου είδους επαγγέλματα για να ζήσουν. Όταν εγκαταστάθηκα στην Ελλάδα το μεγάλο μου όπλο ήταν η γνώση των γερμανικών, τα οποία ελάχιστοι γνώριζαν. Δούλεψα σε διάφορες εταιρείες που είχαν εμπορικές σχέσεις με γερμανικούς οίκους και έκανα τις μεταφράσεις για λογαριασμό τους. Έτσι ζούσα, με αυτό τον τρόπο βιοποριζόμουν. Ένας μακρινός συγγενής μου δούλευε στα τσιμέντα ΤΙΤΑΝ ως  αναπληρωτής διευθυντής πωλήσεων. Μου πρότεινε να με  προσλάβει στην επιχείρηση και το δέχτηκα. Ήταν μια λύση για να έχω ένα σταθερό εισόδημα.

-Δεν είχατε σχέση με το αντικείμενο, μιας και δεν είχατε τελειώσει τις οικονομικές σας σπουδές.

Σωστό, δεν τις είχα τελειώσει. Αλλά δεν ήθελαν από εμένα τις γνώσεις μου πάνω στα οικονομικά. Κέρδισα τη θέση μου επειδή  μιλούσα γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά και τούρκικα. Με έβαλαν στο τμήμα εξαγωγών στα μέσα Απριλίου του 1966 και τέλος του Απριλίου έγινα προϊστάμενος.

-Πού  αποδίδετε την γρήγορη εξέλιξη σας;

Στη ζωή ισχύει αυτό που ισχύει και στην αγορά. Όταν ένα προϊόν προσφέρεται σε πληθώρα, η τιμή του πέφτει. Όταν μια ειδικότητα  στην αγορά προσφέρεται σε πληθώρα οι μισοί πέφτουν. Τη δική μου ειδικότητα όσον αφορά τις ξένες γλώσσες  δεν την είχε κανείς. Αυτό μου άνοιξε τον δρόμο. Και εδώ, θέλω να αναφέρω την πλήρη απαξίωση που υπάρχει για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Είναι τόσο σημαντικές για τον άνθρωπο μα απαξιώνονται παραδειγματικά  αφενός από το εκπαιδευτικό σύστημα και αφετέρου από την αγορά εργασίας κατ’ επέκτασιν.

-Πώς ισορροπούσατε την  επίσημη εργασία σας με το γράψιμο;

Ήμουν συγγραφέας του σαββατοκύριακου. Και συγκεκριμένα, έγραφα από το μεσημέρι του Σαββάτου μέχρι το βράδυ της Κυριακής. Επειδή τότε, δουλεύαμε και τα Σάββατα.

-Ο λόγος που αφήσατε τη μόνιμη δουλειά σας;

Έφυγα από τον ΤΙΤΑΝΑ όταν ο διευθύνων σύμβουλος μου πρότεινε να γίνω διευθυντής. Εκείνη τη στιγμή, ήρθε η ώρα για μένα να διαλέξω. Αν θα γίνω συγγραφέας ή αν θα γίνω διευθυντής. Αν γινόμουν διευθυντής, θα είχα ένα εξαιρετικό μισθό και μια εξαιρετική σύνταξη στο μέλλον. Σε αυτή τη περίπτωση όμως, θα έπρεπε να ξεχάσω τον συγγραφέα μιας και μια τέτοια επιχείρηση θα απαιτούσε πλήρη αφοσίωση από έναν διευθυντή. Είπα μέσα μου ότι ούτε την εταιρεία  μπορούσα να κοροϊδέψω, ούτε τον εαυτό μου. Και πήρα την απόφαση μου.

-Το μετανιώσατε;

Όχι, ποτέ.

-Σας βοήθησαν και οι μεταφράσεις όσον αφορά το οικονομικό μέρος;

Οι μεταφράσεις λόγω των γερμανικών με βοήθησαν εξαιρετικά. Έκανα μεταφράσεις για το θέατρο. Η μεγάλη μου επιτυχία συνέβη όταν ο Αλέξης Μινωτής με την  Κατίνα Παξινού ανέβασαν το Μάνα Κουράγιο του Μπρεχτ. Τότε, τα δικαιώματα από τις παραστάσεις των ξένων έργων ήταν υψηλά.Επίσης, μετέφρασα έργα συγγραφέων όπως ο  Σνίτσλερ και ο Κλάις.

-Το 1965 αποτελεί μια κομβική χρονιά για εσάς καθώς κυκλοφόρησε Η Ιστορία του Αλή Ρέτζο.

Πράγματι. Το ευχάριστο είναι πως όταν δημοσιεύτηκε ο Αλή Ρέτζο στο περιοδικό Θέατρο, μετά από δύο χρόνια, ο θίασος κάποιων νέων ηθοποιών αποφάσισε να το ανεβάσει στο Θέατρο Καλουτά. Το έργο ανέβηκε το 1971, μέσα στη Χούντα. Όταν στείλαμε το έργο στη λογοκρισία φοβόμασταν για το τι θα μας επιστραφεί. Όταν λάβαμε το έργο πίσω, δεν υπήρχε καμία περικοπή.

-Πώς το εξηγείτε;

Οι λογοκριτές θεώρησαν ότι το έργο μιλούσε άσχημα για τη Τουρκία και το εισέπραξαν σαν έργο εθνικής αφύπνισης. Στη συνέχεια, όταν κατάλαβαν ότι  το έργο στόχευε το Καθεστώς ήταν αργά για να το κατεβάσουν.  Ήταν τέτοια η επιτυχία που δεν τόλμησαν να το σταματήσουν.

-Χάριν της παράστασης γνωρίσατε και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Ένα βράδυ είχε έρθει να δει τη παράσταση. Συμπτωματικά, βρισκόμουν και εγώ εκεί. Μου τον σύστησαν και αρχίσαμε να μιλάμε. Κατευθείαν, μου ζήτησε να συνεργαστούμε στο σενάριο της δεύτερης ταινίας που ετοίμαζε. Επρόκειτο για τη ταινία Οι  Μέρες του 36. Δέχτηκα αμέσως. Από εκεί και έπειτα, ξεκίνησε μια συνεργασία-σχέση ζωής με τον Θόδωρο. Συνεργαστήκαμε σε αρκετές ταινίες. Από τις πρώτες μέχρι και  τις τελευταίες του.

-Πώς αναλογίζεστε τη συνεργασία μαζί του;

Κοιτάξτε. Όταν εγώ διαφωνούσα μαζί του και εκείνος επέμενε σε αυτό που είχε στο μυαλό του, εγώ του έλεγα το εξής: «Θόδωρε, είμαι βέβαιος πως μπορείς να βρεις μια λύση. Θα περιμένω να τη βρεις». Έφευγα, έκοβα την επαφή και περίμενα. Περνούσαν πέντε μέρες με μία βδομάδα. Μετά το διάστημα αυτό, στις εφτά το πρωί χτυπούσε το τηλέφωνο. Η μητέρα μου ζούσε ακόμα, και φώναζε από τη κρεβατοκάμαρα: «Πέτρο, ο Αγγελόπουλος». Σήκωνα το ακουστικό και μου έλεγε. «Εξακολουθώ να μην συμφωνώ μαζί σου αλλά έχω μια ιδέα». Αυτή η ικανότητα του Θόδωρου να ξεπερνά κάθε πρόβλημα με μια καινούργια ιδέα  θα μου μείνει αξέχαστη.

-Υπάρχει κάποιο περιστατικό που το αναπολείτε;

Όταν έφτανε σε αδιέξοδο μαζί μου, μου έλεγε: «Συνεργαστήκαμε σε τόσα σενάρια μαζί. Εσύ από εμένα για το σινεμά δεν έμαθες τίποτα». Η τελευταία φορά που κάναμε από κοινού μια συζήτηση ήταν στο τμήμα ελληνικών σπουδών, στο Πανεπιστήμιο της Βενετίας. Πάνω στη συζήτηση, ανέφερα αυτό που είχε πει ο Θόδωρος. Συμπληρώνοντας όμως το εξής προς το κοινό: «Αυτό που λέει ο Θόδωρος δεν είναι αλήθεια. Αν διαβάσετε  με προσοχή τα κεφάλαια στα μυθιστορήματα μου θα διαπιστώσετε ότι δεν είναι κεφάλαια με τη λογοτεχνική έννοια του όρου αλλά  πλάνα σεκάνς». Παραδέχομαι ότι τη τεχνική του πλάνου σεκάνς την έμαθα από τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.

-Η ταινία που δημιουργήσατε μαζί και την θαυμάζετε περισσότερο;

Το Βλέμμα του Οδυσσέα. Ήταν μια εκπληκτική ταινία.

-Τι σκέψεις σας γέννησε ο τραγικός του θάνατος;

Ήταν και είναι ένα μεγάλο χτύπημα για μένα. Το έμαθα όταν βρισκόμουν στο Μόναχο για τη παρουσίαση ενός μυθιστορήματος μου. Κάποια στιγμή στο διάλειμμα της παρουσίασης με κάλεσε στο κινητό ένας φίλος μου, καθηγητής νεοελληνικών στη Γερμανία, και μου μετέφερε την είδηση. Πάγωσα.  Μπήκα στην αίθουσα και ανέφερα στο κοινό ότι δεν γινόταν να συνεχίσω. Κατευθείαν, άλλαξα το εισιτήριο μου για να επιστρέψω στην Ελλάδα ώστε να παρευρεθώ στη κηδεία του. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα έμαθα τον τρόπο που πέθανε. Εκεί και αν σοκαρίστηκα… Ο Θόδωρος λείπει.

-Προσωπικά, πριν ακόμα διαβάσω τα αστυνομικά σας βιβλία, σας γνώρισα ως σεναριογράφο μέσα από τα επεισόδια της Ανατομίας ενός εγκλήματος.

Η Ανατομία ενός Εγκλήματος ήταν η αρχή της αστυνομικής λογοτεχνίας για εμένα. Η πρόταση έγινε από τον Πάνο Κοκκινόπουλο με τον οποίο είχαμε μια φιλία. Μου ζήτησε να γράψω τα σενάρια αληθινών και αυτοτελών ιστοριών εγκλήματος. Η σειρά ήταν άκρως επιτυχημένη και αρκετά πρωτοποριακή για τα τότε ελληνικά δεδομένα.

-Το αγαπημένο σας επεισόδιο που γράψατε για τη σειρά;

Το επεισόδιο με τον Χρήστο Βαλαβανίδη που περιέγραφε τη δολοφονία του Κώστα Ταχτσή.

-Από τότε ως σήμερα έχετε αφοσιωθεί στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Πως το προσεγγίσατε;

Εγώ ανήκω στο μεσογειακό αστυνομικό μυθιστόρημα. Το είδος αυτό έχει την ιδιαιτερότητα ότι πρόκειται για ένα  πολιτικοκοινωνικό μυθιστόρημα. Δεν είναι όπως τα Σκανδιναβικά μυθιστορήματα για παράδειγμα. Προσωπικά, δεν με ενδιέφερε ποτέ να γράψω πάνω σε ένα θέμα που έχει εξελιχθεί, έχει αναλυθεί και έχει τελειώσει. Με απασχολούσε να γράφω πάνω σε ένα ζήτημα που ακόμα «τρέχει» και είναι ζωντανό, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να γεννάει τις δικές του  σκέψεις και τους δικούς του προβληματισμούς, Αυτό με τη σειρά του να μπορεί να τον  μεταμορφώνει σε έναν συναφηγητή. Για το  λόγο αυτό όταν γράφω ένα μυθιστόρημα δε ξέρω ποτέ πως τελειώνει. Το ανακαλύπτω στη πορεία. Επίσης, πάντοτε με απασχολεί  το εξής ερώτημα: «Γιατί αυτός ο άνθρωπος γίνεται δολοφόνος; Τι τον οδηγεί στο έγκλημα;».

-Πώς γεννήθηκε ο Αστυνόμος Χαρίτος;

Στην αρχή της τρίτης περιόδου της σειράς  και ενώ έγραφα σενάριο, ένα πρωί είδα δίπλα στον υπολογιστή μου μια τριμελή οικογένεια. Έναν άνδρα, μια γυναίκα και ένα παιδί. Ήταν μια τυπική μικροαστική οικογένεια. Η πρώτη μου εντύπωση όμως ήταν τελείως αρνητική. Έλεγα από μέσα μου: «Τόσους μικροαστούς δημιούργησες. Πάλι με αυτούς θα ασχοληθείς;». Ο άνδρας όμως ήταν πεισματάρης. Κάθε πρωί τον έβλεπα μπροστά μου. Και αυτό εξελίχθηκε σε ένα βασανιστήριο,  τόσο πολύ ώστε να με επηρεάζει στο σενάριο. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ να γράψω. Μια μέρα λοιπόν, είπα στον εαυτό μου: «Για να με βασανίζει με τέτοιο τρόπο αυτός, είτε μπάτσος είναι, είτε οδοντίατρος». Τελικά, κατέληξα στο πρώτο. Αμέσως μόλις το είπα, έμαθα για εκείνον ότι τον λένε Κώστα Χαρίτο, τη γυναίκα του Ανδριανή και την κόρη του Κατερίνα. Αυτή ήταν η γέννηση του Αστυνόμου Χαρίτου.

-Τα στοιχεία που οδήγησαν στην καθιέρωση του;

Πιστεύω ότι το κυριότερο στοιχείο είναι πως παρουσίασα έναν κοινό και μικροαστό Έλληνα. Αυτό που είχε μεγάλη επιρροή ήταν η οικογένεια, είχε γυναίκα και παιδί. Συνήθως, στα περισσότερα μυθιστορήματα οι αστυνομικοί είναι μοναχικοί και περιθωριακοί άνθρωποι, συνήθως χωρίς οικογένεια. Και αν έχουν οικογένεια,  είναι διαλυμένη. Οι περισσότεροι αναγνώστες και ειδικά οι αναγνώστριες ταυτίστηκαν με την οικογένεια του Χαρίτου. Όχι μόνο με τον Χαρίτο αλλά και με την Ανδριανή. Φαντάσου ότι όπως αποστομώνει η Ανδριανή τον Χαρίτο, έτσι έκανε και η μητέρα μου στον πατέρα μου. Ακόμα και τα γεμιστά της Ανδριανής από τη μητέρα μου τα πήρα και τα πρόσθεσα.

-Νιώθω ότι η παράλληλα με τον Χαρίτο, εξελισσόσαστε και εσείς. Σα να ζούσατε βίους παράλληλους.  Ισχύει;

Έχετε απόλυτο δίκιο. Θεωρώ ότι η εξέλιξη μου, ηλικιακά και θεματικά, βοήθησε στην εξέλιξη του Χαρίτου και στον τρόπο που επιλύει τις υποθέσεις του.

-Έχετε κοινά με τον Χαρίτο;

Κοινά με τον Χαρίτο έχω στο επίπεδο της οικογένειας. Κατασκεύασα μια οικογένεια η οποία έχει κοινά σημεία με τη δική μου. Η απόλυτη ταύτιση δε, είναι της Ανδριανής με τη μητέρα μου.

-Το βιβλίο με τον Χαρίτο που κρατάτε πιο κοντά στη καρδιά σας;

Το Παλιά, Πολύ Παλιά. Εκεί, είχα να κάνω με τις προσωπικές μου μνήμες. Και ήταν ένα μαρτύριο για να ολοκληρώσω αυτό το βιβλίο. Κάθε φορά που το δούλευα, έπεφταν οι μνήμες πάνω μου και με διέλυαν.

-Έχτε γνωρίσει αστυνομικούς που να προσιδιάζουν στη φυσιογνωμία και τον χαρακτήρα του Χαρίτου;

Βεβαίως. Πολλούς. Έχω μάλιστα και έναν φίλο αστυνομικό που είναι ακριβώς ίδιος με τον Χαρίτο. Ένας  άψογος αστυνομικός και ένας καλός οικογενειάρχης.

-Τι εικόνα έχετε για την αστυνομία;

Δυστυχώς, ζούμε σε μια χώρα όπου τα λάθη της Κυβέρνησης τα φορτώνεται η αστυνομία. Έτσι, έχει δημιουργηθεί  μια αρνητική σχέση με ένα σώμα δημοσίων υπαλλήλων που είναι απαραίτητο σε όλες τις κοινωνίες. Σαφέστατα, υπάρχουν κακοί αστυνομικοί. Όπως υπάρχουν κακοί εφοριακοί, κακοί γιατροί και κακοί δικηγόροι. Αλλά υπάρχουν και πολλοί καλοί αστυνομικοί.  Απλούστατα,  αυτή η καθημερινή τριβή με τον κόσμο και η άσκηση βίας δημιούργησε προκαταλήψεις εις βάρος της αστυνομίας. Όταν όμως κάποιος βρεθεί στο δρόμο, τον πρώτο που θα βρει για να του φταίξει, θα είναι ο αστυνομικός. Και ας εκτελεί εντολές προϊστάμενων και ιεραρχικά ανώτερων του αυτός ο αστυνομικός. Αυτός θα τα πληρώσει .

-Με ποιο τρόπο γράφετε τα βιβλία σας;

Υπάρχει μια ραχοκοκαλιά. Ακόμα και σήμερα. Και πάντα, αυτή η ραχοκοκαλιά  αφορά το κοινωνικό πλαίσιο του μυθιστορήματος. Και φυσικά, πάντα έχω μια αφετηρία από την οποία ξεκινώ. Κάθε φορά που τελειώνω ένα κεφάλαιο, προσπαθώ να μπω στη ψυχοσύνθεση του Χαρίτου. Να δω πως θα λειτουργήσει, τι θα σκεφτεί. Και με τον τρόπο αυτό εξελίσσω το μυθιστόρημα.

-Γράφετε με συγκεκριμένο πρόγραμμα;

Γράφω 10 με 2 το μεσημέρι και 4.30 με 7.30 το απόγευμα. Αυτός είναι ο πιστός μου κανόνας. Και με αφορμή την ερώτηση σας, θέλω να το επισημάνω προς τους νέους συγγραφείς.  Ο συγγραφέας οφείλει να είναι πειθαρχημένος, να έχει ωράριο  και να μάθει να αγαπάει  τη μοναξιά του.

-Αποκτήσατε τη δυνατότητα να βιοπορίζεστε από τα γραπτά σας, πράγμα δύσκολο για τους νέους συγγραφείς.

Σήμερα, τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα από τα παλαιότερα χρόνια. Αφενός, σε αυτό συντελεί ο τρόπος  που εξελίσσονται οι εκδόσεις. Από τη μια πληθαίνουν και από την άλλη περιορίζουν την εμβέλεια των εκδόσεων τους. Αφετέρου, από τη πλευρά των νέων συγγραφέων, παρατηρείται η μεγάλη αυτοαναφορικότητα τους, κάτι που δεν μπορεί να κερδίσει το κοινό και αποδεικνύει τη δυσκολία τους να πλάσουν ιστορίες.

-Μπήκατε ηλικιακά μεγαλύτερος στη λογοτεχνία. Σας φόβισε αυτό; Αν θα τα καταφέρετε;

Δεν είχα κανένα άγχος και κανένα φόβο. Εκείνη την εποχή έγραφα τα σενάρια, έκανα και τις μεταφράσεις. Οπότε μπορούσα να βιοπορίζομαι. Έγραψα το πρώτο βιβλίο και το έστειλα στον εκδοτικό οίκο. Αν τους ενδιέφερε, καλώς. Αν δεν τους ενδιέφερε, δε θα το έπαιρνα βαριά.  Εδώ όμως θα σας επισημάνω κάτι. Αν κάποιος είναι  συγγραφέας μιας μικρής γλώσσας, χρειάζεται και τύχη. Και εγώ την είχα. Ο Γιάννης Μαρής δεν την είχε. Σας βεβαιώ πως αν ο Γιάννης Μαρής είχε τη δική μου τύχη σήμερα θα  βρισκόταν ισάξιος δίπλα στον Ζορζ Σιμενόν.

-Τα βιβλία σας εκτός από την ελληνική τηλεόραση,  έχουν μεταφερθεί και στην  ιταλική τηλεόραση. Σας χαροποιεί αυτό;

Πάρα πολύ. Είναι ιδιαίτερα τιμητικό. Ήταν εξαιρετικός ο Μηνάς Χατζησάββας στον ρόλο του Χαρίτου αλλά και ο Ιταλός ηθοποιός είναι εξίσου καλός. Του πάει περισσότερο φυσιογνωμικά ο ρόλος.

-Θέλω τη γνώμη σας για την πολιτική ορθότητα.

Η πολιτική ορθότητα κατήργησε τη δημιουργική σκέψη. Δεν μπορώ να σας πω τίποτα άλλο.

-Στο τελευταίο σας βιβλίο πραγματεύεστε τη τεχνητή νοημοσύνη. Σας προβληματίζει;

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι μια σπουδαία εφεύρεση. Αυτό που δεν θέλει να καταλάβει ο κόσμος είναι ότι όλες οι σπουδαίες εφευρέσεις έχουν και τα αρνητικά τους. Θα σας αναφέρω αυτό που πρόλαβα εγώ με τη διάσπαση του ατόμου. Τότε, πανηγύριζαν όλοι. Ποια εικόνα και ποια ενέργεια έμεινε όμως; Η Χιροσίμα, το Ναγκασάκι και τα πυρηνικά. Αυτό έφερε τον Ψυχρό Πόλεμο όπου μέχρι και σήμερα  η μια υπερδύναμη απειλεί την άλλη για ενδεχόμενη χρήση πυρηνικών όπλων μαζικής καταστροφής. Σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, ανησυχώ πολύ για τις αρνητικές επιπτώσεις που θα φέρει στην ανθρώπινη ζωή, την επικοινωνία και την  αλληλεπίδραση. Είναι εξέλιξη και πρόοδος αυτό που βλέπω στα καφέ της γειτονιάς μου, με νέους ανθρώπους να πατάνε κουμπιά και να μιλάνε με το chat gpt;

-Πώς κρίνετε τη νέα γενιά;

Υπάρχουν πολλοί νέοι που διαβάζουν και έχουν προβληματισμούς. Το κακό είναι πως ζουν σε ένα κόσμο όπου τα ενδιαφέροντα τους  σιγά σιγά εξαφανίζονται. Οι προηγούμενες γενιές μεγάλωσαν σε ένα σύστημα αξιών. Τα νέα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα πλαίσιο όπου η μοναδική αξία είναι το χρήμα. Αυτό δημιουργεί μια τομή στη κοινωνία. Μεταξύ ισχυρών και κερδισμένων,  μεταξύ αδυνάτων και χαμένων

-Φέρει ευθύνες το εκπαιδευτικό σύστημα;

Φέρει τεράστιες ευθύνες με τον εξοβελισμό των ανθρωπιστικών επιστημών. Η μόρφωση δεν είναι θέση εργασίας. Είναι παιδεία, συμπεριφορά και αισθητική.

-Τι σας ενοχλεί στη σύγχρονη κοινωνία;

Με ενοχλεί η κατάρρευση της οικογένειας. Σήμερα, δεν μπορούν να σταθούν οικογένειες. Τόσο ηθικά όσο και οικονομικά. Δεν υπάρχει ένα σύστημα αξιών που να δέσει μια οικογένεια. Και φυσικά, ποιος μπορεί οικονομικά να συντηρήσει μια οικογένεια;

-Διεθνώς πως αντιλαμβάνεστε την πολιτική κατάσταση;

Θα σας πω για αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ. Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι η χειρότερη μορφή επιχειρηματία που έγινε πολιτικός. Η κάθε στου σκέψη είναι στυγνή, ωμή και επιχειρηματική. Όλα τα βλέπει σαν μια ευκαιρία για επενδύσεις.

-Σας προβληματίζει η κατάσταση της ελληνικής αριστεράς;

Η καταστροφή της αριστεράς έγκειται στο  ότι θέλησε να γίνει συστημική και να κυβερνήσει. Το σύστημα θα σου επιβάλλει τους κανόνες του. Και αυτό είναι αναπόφευκτο. Δείτε εδώ τις συνεχείς διασπάσεις και τις μικροκομματικές διαφορές της ελληνικής αριστεράς.

-Πως κρίνετε το κυβερνητικό έργο του Μητσοτάκη;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δημιουργεί γύρω του ένα είδος φιγούρας. Το ζήτημα είναι ότι έχει βρει τι ιδανικές συνθήκες για να κάνει ό,τι θέλει. Δεν υφίσταται αξιωματική αντιπολίτευση. Οι υπόλοιποι δεν μπορούν να του αντιπαρατεθούν. Το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να τον βρίζουν. Είναι αυτό κοινοβουλευτική δημοκρατία;

-Τι άνθρωπος είναι ο Πέτρος Μάρκαρης;

Αυτός που βλέπετε. Μόνο ένα θα σας πω. Πάντοτε φρόντισα να αποφύγω να πάρουν τα μυαλά μου αέρα.

-Έχετε μετανιώσει για κάτι στη ζωή σας;

Όχι. Και δεν το λέω με έπαρση. Απλώς, φρόντισα πάντοτε να λειτουργώ με συνέπεια. Χωρίς να παραιτηθώ από αυτά που αγαπούσα, το γράψιμο στη προκειμένη περίοδο  και χωρίς να κάνω κακό σε κάποιον.

-Αν μπορούσατε να γυρίσετε τον χρόνο πίσω υπάρχει κάποιος άνθρωπος που θα θέλατε να συναντήσετε;

Τον Δημήτρη Δεσποτίδη. Θα ήθελα να τον συναντήσω. Ήταν ένας άνθρωπος ο  οποίος είχε μια τραγική ζωή λόγω πολλών συνθηκών. Πέρασε πολλά δύσκολα και ταλαιπωρήθηκε.

-Νιώθετε ευτυχισμένος;

Νιώθω ευτυχισμένος που έχω μια κόρη  την οποία καμαρώνω επειδή έμαθε στη ζωή της να παλεύει και να μη περιμένει τίποτα στα χέρια.

-Υπάρχει κάτι που φοβάστε;

Το μόνο που φοβάμαι είναι η κάθετη πτώση της κοινωνίας με ένα μέλλον δυσανάγνωστο για τους νέους που δεν ξέρω που μπορεί να τους οδηγήσει.

-Το καταφύγιο σας;

Η κόρη μου, το διάβασμα και η σχέση μου με τη πραγματικότητα από την οποία ποτέ δεν ξέφυγα.

-Η συμβουλή που θα δίνατε σε έναν νέο άνθρωπο;

Να μάθει να παλεύει. Να μη το βάζει κάτω. Να μη τα περιμένει όλα στο πιάτο.

-Τι σας έρχεται στο νου όταν λέτε το όνομα Πέτρος Μάρκαρης;

Ο Πετράκης από τη Χάλκη.

-Κύριε Μάρκαρη σας ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.

 Και εγώ σε ευχαριστώ.

Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο

Πέτρος Μάρκαρης – Βιογραφικό: εδώ

Διαβάστε περισσότερες απόψεις για βιβλία και συνεντεύξεις συγγραφέων: εδώ

Αποτυχημένος φοιτητής Κοινωνικής Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποτυχημένος φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός και αρθρογράφος. Συλλέκτης βινυλίων, κόμικς και βιβλίων. Λάτρης της ινδικής κουζίνας και του κόκκινου κρασιού. Με το γράψιμο έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Όταν γράφω θέλω η σκέψη που ξεκινάει από εμένα να ολοκληρώνεται από τον αναγνώστη...