Μάνος Τσιλιμίδης: «Καμιά φορά η γεύση από την δυστυχία του κόσμου με επηρεάζει»

Ο  Μάνος Τσιλιμίδης είναι εδώ και πάρα πολλά χρόνια  για τους μεταμεσονύκτιους ακροατές ο  Άγρυπνος. Με τη Ραδιοβάρκα του σαλπάρει και  ταξιδεύει με τραγούδια, προβληματισμούς, σκέψεις, εξομολογήσεις και ποιήματα. Αποτελεί μία εκ των πιο χαρακτηριστικών φυσιογνωμιών στα ερτζιανά, έχοντας διαμορφώσει ένα πιστό κοινό που τον ακούσει φανατικά μέσα από την εμβέλεια των Παραπολιτικών.  Συναντηθήκαμε και μιλήσαμε για την υποκριτική, το θέατρο και την συγγραφή. Αναφερθήκαμε στη διαδρομή του στη δημοσιογραφία, τις εκατοντάδες συνεντεύξεις που έχει πάρει αλλά και τους στίχους γνωστών τραγουδιών που φέρουν την υπογραφή του. Σήμερα, τον φιλοξενώ στο yourearticles.

-Τι θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια;

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι κοντά στο Αρχαιολογικό Μουσείο, στην οδό Σκαραμαγκά. Ήταν ένα μικρό δρομάκι που οδηγούσε σε ένα αδιέξοδο. Υπήρχε  μεγάλη ελευθερία στο παιχνίδι. Στο δρόμο που έμενα, δεν κυκλοφορούσαν πολλά αυτοκίνητα οπότε δεν είχαν άγχος και οι γονείς μου μην  τυχόν συμβεί κάποιο ατύχημα.

-Στραφήκατε από μικρός στο διάβασμα;

Ναι. Διάβαζα πολύ και διαβάζω αρκετά ακόμα και τώρα. Με είχε μάθει η νονά μου να διαβάζω από τα πέντε μου χρόνια, πριν ακόμα πάω σχολείο. Και το έβλεπα σαν παιχνίδι. Θυμάμαι ότι με έστελνε ο νονός μου να του αγοράσω εφημερίδα και στο δρόμο που επέστρεφα, την διάβαζα ολόκληρη. Το διάβασμα αποτελεί τη δεύτερη φύση μου.

-Τα πρώτα βιβλία που έπεσαν στα χέρια σας;

Κατασκευή-ιστοσελίδας-e-shop-smart-web

Με είχε πάει η νονά μου, στο βιβλιοπωλείο της κυρίας  Έλλης στη Πλατεία Βικτωρίας. Από τους τίτλους, διάλεξα τις Περιπέτειες του Χωκ Φιν του Μαρκ Τουέιν και τις Μεγάλες Προσδοκίες του Καρόλου Ντίκενς. Ήξερα τί σήμαινε προσδοκία… Τον επόμενο χρόνο, αυτά τα δυο βιβλία τα διάβασα από δέκα φορές το καθένα. Με μάγεψαν.

-Ο λόγος που ασχοληθήκατε με το θέατρο;

Δεν είχα δει πολλά έργα ούτε είχα κάποια επαφή με το θέατρο. Αυτό που θυμάμαι είναι το εξής. Είχα παρακολουθήσει τον Μάνο Κατράκη σε μια παράσταση, στον Πατούχα, στο Θέατρο του Άλσους στην οδό Μαυροματταίων. Ήμουν περίπου τριών ετών. Φοβήθηκα τόσο πολύ που είδα το έργο στον ύπνο μου και ξύπνησα με φωνές. Το αστείο είναι ότι μετά από χρόνια, όταν έγινα μαθητής στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ο Κατράκης με πήρε για υπάλληλο στο γραφείο του. Βρέθηκα μαζί του και σε μια περιοδεία που πραγματοποίησε σε όλη την Ελλάδα με  τον Προμηθέα Δεσμώτη.

-Σπουδάσατε στη Σχολή του  Εθνικού Θεάτρου;

Ναι, στη Σχολή βρέθηκα το 76. Εκεί συνάντησα σπουδαίους ανθρώπους του θεάτρου. Την Ελένη Χατζηαργύρη, τον Νίκο Τζόγια, τον Αλέξη Διαμαντόπουλο,  τον Στέλιο Βόκοβιτς, την Μαίρη  Αρώνη και τον Αλέξη Μινωτή.

-Θυμάστε το κομμάτι που ερμηνεύσατε για να περάσετε τις εξετάσεις;

Έπαιξα από το Ημερολόγιο ενός Τρελού του Γκόγκολ, τη σκηνή που τον ήρωα τον έχει πιάσει κρίση στο ψυχιατρείο. Είπα και ένα δημοτικό τραγούδι, το Μάνα με τους Εννιά σου Γιους.

-Μετά το τέλος της Σχολής, ξεκινήσατε τα πρώτα βήματα στο θέατρο;

Είχα γνωρίσει την  Αλίκη Γεωργούλη και τον σύζυγο της, τον οπερατέρ Γιώργο Αρβανίτη. Μιλήσανε στον Μιχάλη Κακογιάννη. Πέρασα από οντισιόν και συμμετείχα  στη παράσταση Αντώνιος και Κλεοπάτρα με τον Κώστα Καζάκο και την Ειρήνη Παππά που ανέβηκε στο Ηρώδειο.

-Πώς ήταν για έναν νέο ηθοποιό, να ερμηνεύει από τα πρώτα του κιόλας βήματα, στο Ηρώδειο;

Ένιωθα ότι θα διαλυθώ, ότι θα σπάσω επάνω στη σκηνή από την ενέργεια του των θεατών.

-Ο απολογισμός από την παρουσία σας στο θέατρο;

Έπαιξα σε περίπου  δεκαπέντε παραστάσεις . Και στη τηλεόραση συμμετείχα σε  κάποιες δουλειές. Με σκηνοθέτη τον Βαγγέλη Σερντάρη και τον Μανούσο Μανουσάκη. Απλά, δεν μου άρεσε η ατμόσφαιρα που επικρατούσε. Δεν μου ταίριαζε.

-Το ραδιόφωνο πώς προέκυψε;

 Όταν ήμουν στο δεύτερο έτος της σχολής, πριν ακόμα βγω στο θέατρο, ο Τσαρούχης  ανέβαζε τις Τρωάδες στο πάρκινγκ της οδού Καπλανών, σε ένα στενάκι πίσω από τη Σόλωνος. Ήταν ένα παλιό σπίτι που θα δινόταν για ανοικοδόμηση. Ο Τσαρούχης έστησε μια πλατφόρμα. Πήγα και εγώ. Ανάμεσα στους ανθρώπους που βρέθηκαν εκεί ήταν και ο ποιητής Γιώργος Χρονάς, ο οποίος εκείνη τη περίοδο ασχολιόταν και με το ραδιόφωνο. Γνωριστήκαμε και με ρώτησε αν ήθελα να πάω στην εκπομπή του στο ραδιόφωνο να διαβάσω ορισμένα ποιήματα. Πήγα. Και μου άρεσε η διαδικασία. Κάπως έτσι, γεννήθηκε η ιδέα για το ραδιόφωνο.

-Πότε συνέβη η καθοριστική στιγμή που το ραδιόφωνο ήρθε στη ζωή σας για να μείνει;

Αυτό συνέβη μια Καθαρά Δευτέρα. Για πρώτη φορά θα γινότανε μια ζωντανή εκπομπή και θα συντρόφευε εκείνους που θα επέστρεφαν από τις εξοχές,  από την αργία της ημέρας εκείνης. Στο στούντιο στο Πρώτο Πρόγραμμα βρισκόταν και η αρχισυντάκτρια Μαρλένα Πολιτοπούλου μεταξύ άλλων. Είχα αναλάβει να διαβάσω αποσπάσματα από ορισμένα διηγήματα ενδιάμεσα στο ραδιοφωνικό πρόγραμμα. Κάποια στιγμή και ενώ διάβαζα κάποιο εξ αυτών, λιποθύμησε μια δημοσιογράφος που βρισκόταν και εκείνη μέσα  στο στούντιο. Είχε  έντονη ζέστη εκείνη την μέρα και δεν υπήρχε κλιματισμός. Η Μαρλένα Πολιτοπούλου, μέχρι να συνεφέρουν την κοπέλα, μου ζήτησε να αρχίζω να μιλάω στο μικρόφωνο, να λέω οτιδήποτε, ώστε να μην επικρατήσει σιωπή στον ραδιοφωνικό αέρα. Άρχισα να μιλάω και χωρίς να το καταλάβω διαπίστωσα ότι είχε περάσει περίπου μια ώρα. Η Πολιτοπούλου μου ζήτησε να περάσω το επόμενο πρωί από το ραδιόφωνο. Δεν ήξερα τι με ήθελε. Υπέθεσε ότι σκεφτόταν να με βάλει να απαγγείλω κάποια ποιήματα, να βγάλω κάνα φράγκο. Πήγα το επόμενο πρωί. Καθίσαμε στο γραφείο της και την ενημέρωσαν ότι ξεκινούσε η εκπομπή. Μπήκαμε στο στούντιο για να ξεκινήσει την εκπομπή της. Ακόμη δεν είχα καταλάβει αυτό που θα επακολουθούσε.

-Κάτι τρομερό πλησιάζει, είμαι σίγουρος.

Πλησίασε το μικρόφωνο η Πολιτοπούλου  και είπε το εξής: «Επειδή είμαι αρχισυντάκτρια στο Πρώτο Πρόγραμμα και δεν έχω χρόνο, θα σταματήσω από την εκπομπή. Βρήκα όμως τον αντικαταστάτη μου. Τον λένε Μάνο Τσιλιμίδη. Βρίσκεται εδώ, δίπλα μου. Άντε, Μάνο. Καλή τύχη». Έφυγε από το στούντιο και έμεινα εγώ με το μικρόφωνο, με δύο δημοσιογράφους κα μία ραδιοσκηνοθέτιδα. Ήταν η πρώτη μου ραδιοφωνική εκπομπή. Από τις οκτώ το πρωί μέχρι τις δωδεκάμισι το μεσημέρι. Και αυτό διήρκεσε για πολλά χρόνια.

-Μετράτε πολλές δεκαετίες στα ερτζιανά. Τι συναισθήματα δημιουργούνται όταν βρίσκεστε πίσω από το μικρόφωνο;

Είναι ανάμεικτα. Ενθουσιασμός, αγωνία και τρακ κάποιες φορές. Όταν ανάβει το κόκκινο φωτάκι του στούντιο, όλα αυτά εξαφανίζονται.

-Εδώ και πολλές νύχτες, πολλών χρόνων, ταξιδεύετε ραδιοφωνικά με τη Ραδιοβάρκα ο Άγρυπνος.

Από το 1997 παρουσιάζω την εκπομπή Ραδιοβάρκα ο Άγρυπνος. Πρώτα, ξεκίνησα στον ΣΚΑΙ, μετά βρέθηκα στην ΕΡΤ. Έπειτα, στον  REAL. Τα τελευταία χρόνια βρίσκομαι στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ. Και είναι μια εκπομπή διάρκειας πέντε ωρών. Από τις δώδεκα τα μεσάνυχτα μέχρι τις πέντε το πρωί. Φεύγω από το σπίτι μου με 95 τοις εκατό διάθεση και επιστρέφω με  150 τοις εκατό. Δεν καταλαβαίνω τίποτα.

-Πώς αποφασίσατε να περάσετε στη βραδινή ζώνη;

Ήταν μια ιδέα του Αντώνη Ανδρικάκη και του Θανάση Καρτερού. Με φώναξαν στο γραφείο τους και μου το πρότειναν, επειδή διέκριναν ότι είμαι επικοινωνιακός τύπος,  ότι θα τα κατάφερνα. Καλή τους ώρα εκεί που βρίσκονται. Θυμάμαι, λέω στον Αντώνη: «Καλά, θες να με καταστρέψεις; Τι πας και με βάζεις βράδυ;» Και μου απαντά ο Ανδρικάκης: « Θα σου διπλασιάσω τον μισθό. Αν δεν πετύχει, θα  σε επαναφέρω το πρωί κι θα σου αφήσω τα διπλά χρήματα.»

-Και πώς πήγε;

Το πρώτο βράδυ έγινε της παλαβής. Υπήρχαν δύο τηλεφωνήτριες και καλούσε πολύς κόσμος για να πει αυτά που ήθελε. Καλωσορίσματα, σκέψεις, ερωτήματα και άλλα διάφορα. Κύλησε εξαιρετικά. Και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Από τα χρόνια στον REAL και μετά άρχισα να θέτω εγώ το θέμα της συζήτησης. Ο καθένας μπορεί να τηλεφωνήσει για να μιλήσουμε αρκεί να είναι κόσμιος και ευγενής. Αλλιώς δεν τον κρατάω, κόβω τη γραμμή.

-Η εκπομπή σας έχει μεγάλη ακροαματικότητα για πολλά χρόνια. Που το αποδίδετε;

Το γεγονός ότι βρίσκομαι εκεί κάθε βράδυ για να μιλήσω με όποιον επιθυμεί και καλέσει στο τηλέφωνο του σταθμού. Να μοιραστεί τις σκέψεις του, να βγάλει τον καημό του, να διαφωνήσει με τον προλαλήσαντα που είχε τηλεφωνήσει πριν από εκείνον. Να πει αυτό που θέλει.

-Ζούμε την εποχή όπου η εικόνα είναι κυρίαρχη. Πού έγκειται η δύναμη του ραδιοφώνου;

Το ραδιόφωνο έχει τη δύναμη να απευθύνεται στο αυτί του καθενός ξεχωριστά. Ο Τζίμης Πανούσης όταν μίλαγε από το μικρόφωνο, έλεγε «ακροατή μου», δεν έλεγε  «ακροατές μου». Αυτό από μόνο του λέει πολλά.  Με μια φωνή ταξιδεύεις. Με μια εικόνα, όχι τόσο.

-Οι συγγραφείς που σας αρέσει να τους μελετάτε στον ελεύθερο χρόνο σας;

Ο Στήβεν Κινγ και ο Ντιν Κουντζ. Τα τελευταία χρόνια απολαμβάνω πολύ τα γραπτά του Ισίδωρου Ζουργού. Φυσικά, θεωρώ αξεπέραστο τον Γιάννη Ρίτσο. Τον θεωρώ τον μεγαλύτερο ποιητή του κόσμου. Καμιά φορά τον διαβάζω και κλαίω. Όχι από συγκίνηση. Επειδή ο Θεός μου έδωσε μάτια να διαβάσω αυτά τα  «θαύματα» που έγραψε. Αγαπώ τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου, τον Τίτο Πατρίκιο και την Κική Δημουλά.

-Η σχέση σας με το γράψιμο;

Είναι απλή. Κάθομαι και γράφω μια ιστορία που την κατασκευάζω στο μυαλό μου. Αυτό τον καιρό κάτι σκαρώνω πάλι.

-Θα θέλατε να είχατε γράψει περισσότερα βιβλία;

Πρέπει να σε κυριεύσει κάτι για να ασχοληθείς με αυτό. Εγώ είμαι λίγο τεμπέλης. Αν ήθελα να γράψω περισσότερα βιβλία, θα τα έγραφα. Προφανώς δεν το ήθελα τόσο πολύ. Έχω γράψει όμως αρκετά τραγούδια.

-Πάμε στα τραγούδια λοιπόν. Το πρώτο τραγούδι που κυκλοφόρησε σε στίχους σας ήταν τα Σφιγμένα Σου Χείλη;

 Σωστά, σε μουσική Γιάννη Σπανού και ερμηνεία της Τάνιας Τσανακλίδου.

-Ξέρω ότι πίσω από αυτό το τραγούδι υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα ιστορία.

Το τραγούδι αυτό προέκυψε χάρη στον  οδοντίατρό μου, τον Αύγουστο Βακόντιο. Ήταν ένα καλοκαίρι που έπειτα από ένα ατύχημα που είχα με ένα μηχανάκι, έπρεπε να τον επισκέπτομαι για να μου κάνει ορισμένες  μικρές επιδιορθώσεις στα δόντια.  Όσο περίμενα να έρθει η σειρά μου στα ραντεβού που κλείναμε, έγραφα στίχους. Μια μέρα, καθώς έγραφα ένα τραγούδι ήρθε από πάνω μου και το διάβασε. Του άρεσε και μου ζήτησε να το καθαρογράψω ώστε να το δείξει σε μια φίλη του που θα την συναντούσε το βράδυ. Πράγματι, το έγραψα καθαρά και του το έδωσα. Πέρασε ο καιρός και κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού μου. Ήταν τρεις το βράδυ. Στην άλλη μεριά του ακουστικού βρισκόταν η Τάνια Τσανακλίδου, η οποία τελικά ανακάλυψα πως ήταν η περιβόητη φίλη του Βακόντιου. Μου ζήτησε να πάω να την βρω με τον Γιάννη Σπανό σε ένα στούντιο που δούλευαν το κομμάτι. Μέσα στον ύπνο δεν κατάλαβα ακριβώς τι συνέβαινε. Όταν το συνειδητοποίησα, ετοιμάστηκα, πήγα  τους βρήκα στο στούντιο και άκουσα το τραγούδι ολοκληρωμένο.

-Μετά ποιο τραγούδι κυκλοφόρησε;

Μετά κυκλοφόρησε το Ετοιμάζω Ταξίδι σε μουσική του Τάκη Μπουγά με την φωνή της Ελένης Δήμου. Και εκεί έβαλε το χέρι του ο Βακόντιος. Είχε πελάτη στο ιατρείο του τον Τάκη Μπουγά και μας έφερε σε επαφή. Πρόκειται για ένα πολύ όμορφο τραγούδι, το οποίο η Ελένη το τραγουδάει πάντα πρώτο στις συναυλίες της. Την αγαπώ την Ελένη. Έχει μια δική της, προσωπική χροιά. Πρόσφατα βγάλαμε και ένα άλλο τραγούδι, τις Άγνωστες, σε μουσική του Ισίδωρου Πάτερου.

-Ένα από τα τελευταία σας τραγούδια που αγαπώ πολύ είναι το Ρήγμα.

Αγαπημένο τραγούδι. Και παίζεται πολύ. Έχει κάνει πολλά εκατομμύρια προβολές από το κανάλι του Σωκράτη Μάλαμα. Το τραγούδησε η Μαριάννα Παπαμακαρίου και μετά  ο Ζαφείρης Μελάς, ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Μανώλης Λιδάκης, η Πάολα, ο Στέλιος Ρόκκος και ο Γιώργος  Μαζωνάκης. Χώρια πόσος κόσμος το τραγουδάει στο youtube.

-Πρώτα γράφατε στίχο και μετά πατούσατε πάνω στις μελωδίες;    

Ανάλογα. Με τον Αντώνη Βαρδή που γράψαμε πολλά τραγούδια μαζί, συνήθιζα να γράφω στίχο πάνω στη μελωδία.

-Εξαιρετικός συνθέτης, με προσωπική ταυτότητα ο Βαρδής.

Με τον Αντώνη, είχαμε γράψει  το Λικεράκι για την Χριστίνα Μαραγκόζη. Μετά, είχαμε χαθεί για κάποιο διάστημα. Βρισκόμουν στο ΣΚΑΙ, ακόμα δεν έκανα νυχτερινή εκπομπή. Τότε, ο Βαρδής είχε δώσει στον Ανδρικάκη μια-δυο μελωδίες από το άλμπουμ που ετοίμαζε και επρόκειτο να φέρει τον τίτλο Οικογενειακή Υπόθεση. Ο Ανδρικάκης επειδή είχε  άλλες υποχρεώσεις, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Και του πρότεινε να μιλήσει σε μένα, μήπως γράψουμε κάτι μαζί. Με πήρε στο τηλέφωνο ο Βαρδής. Πήγα στο σπίτι που έμενε, στην Παιανία και μου έδωσε μια μελωδία. Μέχρι να επιστρέψω σπίτι μου είχα γράψει την Οικογενειακή Υπόθεση.

-Κοινό σας τραγούδι, το οποίο αγαπώ λίγο παραπάνω, είναι η Εθνική Οδός.

Ο Αντώνης έλεγε ότι η Εθνική Οδός ήταν το αγαπημένο τραγούδι των Θεσσαλονικιών. Όποτε βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για συναυλία, το ζητούσαν φανατικά και το τραγουδούσε πάντα.

-Ξεχωριστή ήταν και η συνεργασία σας με τον Σταμάτη Κραουνάκη.

Ναι, στο Καινούργιο Πράγμα. Κάναμε ολόκληρο δίσκο για τη Βίκυ Μοσχολιού, η οποία ήταν μια θεά. Περιβόλι μεγάλο. Με τον Σταμάτη γνωριζόμασταν χρόνια, από τις παιδικές εκπομπές στο ραδιόφωνο που εκείνος έγραφε μουσική. Και εκείνος είναι ένα περιβόλι. Και πολύ καλός στη παρέα. Ρίχναμε γέλια πολλά. Εκείνη τη περίοδο, κάπου το 1991, είχα κάνει μια επέμβαση στο στομάχι. Δεν έκλεινε η πληγή και για να μην ανοίξουν τα ράμματα, μου είχανε βάλει γάντζους οι γιατροί. Ήμουν σε κακή κατάσταση, σχεδόν δεν μπορούσα να περπατήσω. Μιλήσαμε με τον Σταμάτη και κανονίσαμε να βρεθούμε. Συναντηθήκαμε στο σπίτι που έμενε  στο Παλαιό Φάληρο. Ήταν και η Γιάνκα Αβαγιαννού μαζί μας, κοινή φίλη και των δύο. Εγώ πονούσα και δεν είχα ομιλητική διάθεση. Καθόμουν στη καρέκλα μου αμίλητος. Κάποια στιγμή έρχεται προς το μέρος μου ο Σταμάτης και με ρωτάει: «Ρε παιδί μου, τι σου συμβαίνει; Τι θέλεις για να  γίνεις ευτυχισμένος;». Του απαντώ: «Να κάνεις έναν δίσκο με τη Λίνα Νικολακοπούλου και να βάλεις και ένα δικό μου τραγούδι μέσα». «Ωραία. Πού είναι το τραγούδι;» με ρωτάει. Εγώ είχα στην τσέπη μου το τραγούδι που ήθελα να του δείξω. Το βγάζω και του το δίνω. Ήταν το Πάλι Σε  Είδα. Το διάβασε και πήγε μέσα λέγοντας: «Παραγγείλτε πίτσες και έρχομαι σε λιγάκι». Μετά από κανένα μισάωρο, δεν είχαν προλάβει να έρθουν οι πίτσες, μας φώναξε να το ακούσουμε. Το είχε ετοιμάσει και μας το έπαιξε στο πιάνο. Αφού τελείωσε, μου λέει: «Άμα μου φέρεις άλλα έντεκα τέτοια, σου υπόσχομαι να κάνουμε ένα δίσκο μαζί». Και σιγά σιγά άρχισα να του δίνω στίχους και να τους μελοποιεί. Έτσι, έγινε το Καινούργιο Πράγμα. Τον χάρηκα πολύ αυτόν το δίσκο.

-Ποιο τραγούδι σε δικούς σας στίχους κρατάτε πιο κοντά στη καρδιά σας;

Το Τσιγάρο Το Κομμένο.

-Θέλω να σταθώ στις υποδειγματικές συνεντεύξεις που έχετε πραγματοποιήσει μέσα στα χρόνια. Πώς λειτουργούσατε ως συνεντευξιαστής;

Πήγαινα χωρίς σημειώσεις να συναντήσω τους ανθρώπους που θα τους έκανα συνέντευξη. Απλά ήμουν συγκεντρωμένος σε αυτά που λέγανε. Εκείνοι μου έδιναν τροφή να τους ρωτάω. Μπορεί να πήγαινα και δεύτερη και τρίτη φορά ακόμα. Βρισκόμασταν στα σπίτια τους θυμάμαι. Στο δικό τους περιβάλλον, ώστε να νιώθουν άνετα.

-Με τον Ντίνο Ηλιόπουλο βρεθήκατε αλλού, όχι σπίτι του.

Ναι, βρεθήκαμε στο γραφείο ενός κινηματογραφικού παραγωγού. Θυμάμαι, όταν είχε διαβάσει τη συνέντευξη, του άρεσε. Ήταν η πρώτη μου συνέντευξη με ηθοποιό του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Με κάλεσε στο τηλέφωνο και  μου είπε το εξής: «Οι συνάδελφοι μου μπορεί να μην  είναι τόσο προσηνείς όπως εγώ σε μια πρόταση για συνέντευξη. Να τους λες  ότι έχεις πάρει συνέντευξη από τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Επειδή ξέρουν ότι αυτό είναι σπάνιο, θα σου δίνουν χωρίς δεύτερη σκέψη».

-Υπάρχει κάποια συνέντευξη που ξεχωρίζετε;

Όλες μου άρεσαν. Ο καθένας  από τους συνεντευξιαζόμενους είχε τον δικό του χαρακτήρα και τον δικό του τρόπο να ξετυλίξει τη ζωή του. Αυτή τη στιγμή που με ρωτάς, θα σου αναφέρω τον Ντίνο Ηλιόπουλο για την ευγένεια και την ευστροφία  του και την Ρένα Βλαχοπούλου για την τρέλα της. Η Βλαχοπούλου μαγείρευε πέντε φαγητά ταυτόχρονα την ώρα που κάναμε τη συνέντευξη και την ακολουθούσα  από πίσω με το μαγνητοφωνάκι.

-Νιώθετε πληρότητα για όσα έχετε πραγματοποιήσει στη διαδρομή σας;

Αν με ρωτήσεις κατά βάθος, δεν  θυμάμαι τί έχω κάνει. Νιώθω σαν να μην έχω κάνει τίποτα. Παρόλα αυτά, νιώθω καλά εδώ που είμαι.

-Ανικανοποίητα όνειρα υπάρχουν;

Θα ήθελα να είχα γράψει τραγούδια για τον Μητροπάνο. Όταν είχα στα χέρια μου  στίχους που θα του ταίριαζαν, ήταν πολύ άρρωστος, δυστυχώς.

-Αν γυρίζατε τον χρόνο πίσω υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε;

Δεν θα κάπνιζα δύο πακέτα τσιγάρα την ημέρα, κάτι το οποίο έκανα. Εξαιτίας αυτού, έπαθα τα δύο εμφράγματα που με ταλαιπώρησαν.

-Τι άνθρωπος είναι ο Μάνος Τσιλιμίδης;

Μοναχικός και εσωστρεφής. Και το ότι παντρεύτηκα είναι εντυπωσιακό.

-Υπάρχει κάτι που φοβάστε;

Την ανημπόρια.

-Πιστεύετε στον Θεό;

Πιστεύω. Και έχω ζητήσει τη βοήθεια του. Και από τον Άγιο Φανούριο και από τον Άγιο Νεκτάριο.

-Όταν φύγετε από αυτόν τον κόσμο, πώς θέλετε να σας θυμούνται οι άνθρωποι;

Ως Άγρυπνο.

-Το καταφύγιό σας ποιο είναι;

Το σπίτι μου.

-Είστε ευτυχισμένος;

Ναι, είμαι ευτυχισμένος. Καμιά φορά η γεύση από την δυστυχία του κόσμου με επηρεάζει. Αλλά βρίσκω τρόπο να χαμογελώ και πάλι.

-Πότε κλάψατε τελευταία φορά;

Πρόσφατα, όταν ολοκλήρωσα ένα τραγούδι που έγραφα.

-Πώς φαντάζεστε την τελευταία σας μέρα στη γη;

Δεν τη φαντάζομαι. Προτιμώ να μην τη πάρω χαμπάρι.

-Τι είναι ο έρωτας για εσάς;

Ξεδίψασμα.

-Αν μπορούσατε για μια βραδιά να καλέσετε  μια παγκόσμια προσωπικότητα στη Ραδιοβάρκα σας, ποια θα διαλέγατε;

Τον Στήβεν Κινγκ.

-Τι ονειρεύεστε για το μέλλον;

Να ταξιδέψω σε μέρη μακρινά που δεν έχω βρεθεί ακόμα.

-Έχετε κάποιον αγαπημένο προορισμό;

Έχω πάει πάνω από δώδεκα φορές στο Άμστερνταμ. Αυτό είναι το αγαπημένο μου μέρος.

-Η συμβουλή που θα δίνατε σε έναν νέο άνθρωπο για να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα;

Να κυριευτεί από αυτά ώστε να μην έχει άλλη διέξοδο πέρα από τα όνειρά του.

-Τι σας έρχεται στο νου όταν λέτε το όνομα Μάνος Τσιλιμίδης;

Ραδιοβάρκα ο Άγρυπνος.

-Κύριε Τσιλιμίδη σας ευχαριστώ πολύ για την συνομιλία μας.

Και εγώ σε ευχαριστώ.

Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο


Διαβάστε περισσότερες συνεντεύξεις: εδώ

Αποτυχημένος φοιτητής Κοινωνικής Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποτυχημένος φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός και αρθρογράφος. Συλλέκτης βινυλίων, κόμικς και βιβλίων. Λάτρης της ινδικής κουζίνας και του κόκκινου κρασιού. Με το γράψιμο έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Όταν γράφω θέλω η σκέψη που ξεκινάει από εμένα να ολοκληρώνεται από τον αναγνώστη...