Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση. Όχι μόνο υποκειμενικά, λόγω των προσωπικών λόγων που έχω ο ίδιος να το πιστεύω, μα και αντικειμενικά. Και θα το εξηγήσω παρακάτω. Δεν θα σας το κρύψω. Είναι ο αγαπημένος μου Έλληνας συγγραφέας. Η συνέντευξη μαζί του ήταν κάτι παραπάνω από μια ακόμα συνάντηση με σκοπό την γέννηση ενός διεισδυτικού πορτρέτου. Δεν έμοιαζε με αυτές τις ογκώδεις συνεντεύξεις που συνηθίζω να κάνω ως συνεντευξιαστής, προσπαθώντας να ερμηνεύσω τον άνθρωπο που κάθεται απέναντί μου.
Σε αυτή τη περίπτωση, συνέβη κάτι διαφορετικό. Σε μια συνομιλία που διήρκεσε τέσσερις ώρες συζητήσαμε σχεδόν τα πάντα. Και πιστέψτε με, δεν τα κατέγραψα όλα. Λειτούργησα κάπως εγωιστικά. Κράτησα ορισμένα Κομματάκια του μόνο για μένα. Παρόλο την αφαιρετική μου λειτουργία, η καταγραφή αυτή οδήγησε σε μια πλούσια και εφ όλης της ύλης συνέντευξη. Ενδεχομένως, την μεγαλύτερη που έχω κατασκευάσει ποτέ. Τον ευχαριστώ για το υλικό της ψυχής του που μου επέτρεψε να το θαυμάσω, να αντλήσω από αυτό τους χυμούς που κρύβει και να το σμιλεύσω, φτιάχνοντας ένα ενδελεχές κείμενο.
Ο λόγος που ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση, λοιπόν. Τον ανακάλυψα μια δεκαετία πριν, στα 24 μου χρόνια. Ξεκίνησα να διαβάζω τα βιβλία που έγραψε και να τον μελετώ. Με τα χρόνια έφτασα στο εξής αδιέξοδο. Μέχρι τώρα, δηλαδή που γράφω αυτές τις αράδες. Δεν μπορώ να τον κατατάξω κάπου. Δυσκολεύομαι να του αποδώσω μια ορισμένη ιδιότητα. Συγγραφέας; Σεναριογράφος; Δημοσιογράφος; Ραδιοφωνικός παραγωγός; Ερμηνευτής του Νίκου Καζαντζάκη; Μήπως να τον χαρακτηρίσω απλώς ως «γραφιά», να ξεμπερδέψω και εγώ που με ταλαιπωρεί τόσο καιρό με την πάρτη του;
Με γοητεύει απίστευτα αυτή η ποικιλία που διακατέχει το έργο του. Το πέρασμα από την πρώτη περίοδο, περιγράφοντας περιπέτειες ετερόκλητων παρεών με νέους, μέχρι την ανάδειξη ατομικιστικών στοιχείων στους ήρωες του, απότοκο του νεοπλουτισμού και της καταναλωτικής λαίλαπας. Στα βιβλία του πραγματεύεται τις ανθρώπινες σχέσεις, το κοινωνικό και το πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής, το οποίο επηρεάζει τους χαρακτήρες των βιβλίων και οι οποίοι μας μοιάζουν λιγάκι. Αυτό που ενισχύει την μοναδικότητα του είναι η ασταμάτητη και συνεχής συγγραφική του παραγωγή, η οποία αγγίζει τα τριάντα βιβλία μέσα σε λιγότερο από πενήντα χρόνια παρουσίας.
Προσωπικά, αγαπώ λίγο παραπάνω τα «δημοσιογραφικά» του βιβλία όπως τα αποκαλώ. Αυτά που αποτελούνται από άρθρα, χρονικά, αναλύσεις και συνεντεύξεις. Βιβλία όπως το Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο;, το Η δική μου Αμερική, το Λίγη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και το Ό,τι Καλύτερο Μου Έχει Συμβεί. Φυσικά, την Υψηλή Τέχνη της Αποτυχίας την θεωρώ Ευαγγέλιο. Για αυτό την αναφέρω στο τέλος. Αυτά από εμένα. Τον ευχαριστώ για όσα μου εμπιστεύτηκε για το Yourearticles.
–Γεννηθήκατε στο Περιστέρι, το οποίο έχετε εντάξει σε αρκετά βιβλία σας. Ποιες είναι οι μνήμες σας από αυτό και με τι τρόπο σας καθόρισε;
Από μόνο του εντάχθηκε το Περιστέρι στα βιβλία μου. Το ίδιο ακριβώς παθαίνει με τον τόπο όπου μεγάλωσε κάθε συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του. Και λέω «παθαίνει», επειδή συμβαίνει ερήμην του. Για την ακρίβεια, μάλιστα, πιστεύω ότι και λίγα είναι τα βιβλία μου στα οποία έχει ενταχθεί το Περιστέρι, έπρεπε να το συναντάμε σε πολύ περισσότερα.
Και την ίδια στιγμή, μ’ έχει τόσο βαθιά απογοητεύσει το Περιστέρι με την εξέλιξή του! Μ’ έχει απελπίσει, στην κυριολεξία. Και αναρωτιέμαι μήπως κάτι ανάλογο νιώθουν όλοι όσοι είχαν την τύχη να ζήσουν όσο η αφεντιά μου, που κοντεύω πια τα εβδομήντα. Μήπως σε όλους τους ηλικιωμένους φαίνεται άκρως απογοητευτικός και απελπιστικός ο τόπος όπου μεγάλωσαν, λόγω των κολοσσιαίων αλλαγών που έχουν μεσολαβήσει;
Επίσης, για να μην παρεξηγηθώ, πιστεύω ότι κάτι παρόμοιο ισχύει για όλες τις λαϊκές ή μικροαστικές συνοικίες όχι μόνο της Αθήνας, αλλά ολόκληρης της χώρας μας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τις βλαβερές συνέπειες ή για τις παρενέργειες της τεχνητής ευμάρειας, που ξεκίνησε επί ΠΑΣΟΚ, με τα λεφτά της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εξ ου και το «τεχνητή»).
Ο λαϊκός κόσμος, μόλις έλυσε τα άμεσα οικονομικά προβλήματά του, παρασυρμένος από τις σειρήνες της εποχής, παραδόθηκε σε έναν άκρατο καταναλωτισμό και άρχισε να κυλιέται σαν γουρούνι στις λάσπες ενός χυδαίου υλισμού, εγκαταλείποντας κάθε είδους πνευματικότητα, λες και την αποστρεφόταν μετά βδελυγμίας.
Και όλ’ αυτά προς πλήρη διάψευση των προσδοκιών που καλλιεργούσε, κι εξακολουθεί να καλλιεργεί η Αριστερά, βαυκαλιζόμενη ότι μόλις οι λαϊκοί άνθρωποι λύσουν τα άμεσα πρακτικά προβλήματά τους θα στραφούν και θα αφοσιωθούν σε ό,τι υψηλότερο έχει δημιουργήσει το ανθρώπινο πνεύμα. Αμ δε!
Αχ, η Αριστερά, με τις βολικές αυταπάτες της και με την εθελοτυφλία της, που πιστεύει ότι δεν υπάρχει Καλό και Κακό, μόνο ταξική πάλη! Η Αριστερά, για την οποία φαίνεται να συνιστά καταστατική συνθήκη το να θεωρεί τον λαό εξ ορισμού άγιο. Παραβλέποντας και αποσιωπώντας την αθλιότητά του. Χαϊδεύοντάς του τ’ αυτιά και κολακεύοντάς τον πάντα μέχρι θανάτου.
Ιδού το κοινό στοιχείο ανάμεσα στην Αριστερά (όλοι οι πολιτικοί το ίδιο κάνουν), στους καλλιτέχνες που γνωρίζουν λαϊκή επιτυχία και στους δημοσιογράφους: Όλοι τους μόνο καλά λόγια έχουν να πουν για τον λαό, ο οποίος –τι σύμπτωση!– ταυτίζεται με το κοινό τους, το οποίο οφείλουν πάντα να δικαιολογούν, υποστηρίζουν και ικανοποιούν, και ποτέ να μην το κατηγορούν, κατακρίνουν και δυσαρεστούν για τίποτα.
Πώς γίνεται μετά από όλ’ αυτά να εξακολουθώ να νιώθω αριστερός; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν νομίζω ότι είναι του παρόντος. Όσο μεγαλώνω, πάντως, το μυαλό μου στρέφεται και προς τα δεξιά, ενώ η καρδιά μου όλο και πιο αριστερά, σαν να μην της αρκεί όχι η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, αλλά ούτε καν το αντάρτικο πόλης, που λέει ο λόγος.
Θα μπορούσα, επίσης, να επικαλεστώ την άποψη ότι ακόμη κι αν έχουν άδικο οι αδικημένοι, οι Από Κάτω –οι «ταπεινοί και καταφρονεμένοι» κατά τον Ντοστογιέφσκι, οι «άθλιοι» κατά τον Ουγκό–, προτιμώ να είμαι με το μέρος τους. Και μόνον εξαιτίας της κοινής κοινωνικής μας καταγωγής. Για να μην αποκοπώ από τις ρίζες μου και μαραθώ. Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, εκεί που είχαμε μείνει.
Όταν ήμουν μαθητής γυμνασίου στο Περιστέρι (το ΙΑ΄ Αρρένων τελείωσα, κοντά στον Άγιο Αντώνη, όπου είναι σήμερα και η ομώνυμη στάση του μετρό), διαβάζαμε φανατικά ποίηση, από Ρίτσο και Καβάφη μέχρι Καρυωτάκη και Σαχτούρη, τουλάχιστον οι μισοί στην τάξη μου. Ακούγαμε ποιοτική μουσική όλων των ειδών, από εκλεκτή ροκ και σόουλ ή τζαζ, μέχρι Σαββόπουλο και Βαμβακάρη. Ή βλέπαμε μετά μανίας κινηματογραφικά διαμάντια.
Με θυμάμαι να κόβω από περιοδικά «ποικίλης ύλης», όπως τα λέγαμε τότε, έργα του Βαν Γκογκ ή του Ακριθάκη που μ’ έκαναν ν’ αγαλλιάζω, και να τα βάζω κάτω από το γυαλί που κάλυπτε το γραφείο μου, σαν εκθέματα σε προθήκη μουσείου.
Και όλ’ αυτά, χωρίς να έχω την αίσθηση ότι ήμουν το άνθος το εξαιρετικό ή ο ξεχωριστός, αλλά ένα είδος μέσου όρου, απλώς πιο μέσου από τους άλλους. Πώς το θέτει ο μέγας Όργουελ στη Φάρμα των ζώων του, όπου όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά μερικά είναι πιο ίσα από τα άλλα; Κάπως έτσι, αλλά χωρίς την ειρωνεία του.
Ασφαλώς, είχαμε επαφή και με καλλιτεχνικά σκουπίδια, αλλά σήμερα βάζω στοίχημα ότι σχεδόν ολόκληρες οι σχολικές τάξεις, και των λαϊκών και των μεγαλοαστικών συνοικιών, καταναλώνουν μόνο τέτοια. Δεν φταίνε οι άνθρωποι μεμονωμένα, αλλά η εποχή μας, μια εποχή παρακμής και πνευματικής κατάπτωσης. Με την κατάσταση να επιδεινώνεται εφόσον δεν φαίνεται να υπάρχει διέξοδος και διαφυγή, ή ελπίδα αλλαγής στο άμεσο μέλλον.
Μπορείς, βεβαίως, να κλειστείς στο καβούκι σου, στο ατομικιστικό κουκούλι σου, και να επιλέγεις έργα τέχνης ή άλλες διεξόδους, αποφεύγοντας τα σκουπίδια όπως ο διάβολος το λιβάνι. (Κάτι με το οποίο δεν συμφωνώ: στις σωστές δόσεις έχουν και τα καλλιτεχνικά σκουπίδια τη χρησιμότητά τους.)
Η γενική κατάσταση που επικρατεί, όμως, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι όχι μόνο η σχεδόν συλλογική διαφθορά και ξεφτίλα, αλλά και το να τις ανέχεσαι, ή να τις αποδέχεσαι και να νιώθεις συμφιλιωμένος μαζί τους, πράγμα που κάνει σχεδόν το ίδιο.
Ζούμε σε μια σκοτεινή εποχή, που υποδύεται τη φωτεινή. Κι όσο δεν βλέπουμε καμία εναλλακτική, η σκοτεινή εποχή μας θα σκοτεινιάζει όλο και πιο πολύ. Είναι αναπόφευκτο, μοιραίο. Σε σύγκριση με τη συνοικία, την πόλη και τη χώρα όπου μεγάλωσα, το Περιστέρι, η Αθήνα και η Ελλάδα του σήμερα, παρά τις υλικές ανέσεις ή εξαιτίας τους, είναι πολύ πολύ χειρότερα κι έχουν σαφώς ξεπέσει εκατό φορές πιο πολύ.
–Πώς εξελιχθήκατε σαν συγγραφέας και σαν άνθρωπος στην πορεία των χρόνων, τόσο από τα θέματα που διαλέξατε όσο και από τη διαχείριση τους;
Μα σε τέτοιες ερωτήσεις θα έπρεπε να απαντούν και να μιλούν άλλοι για μένα! Κι ακόμη, πρόκειται για τόσο γενικά θέματα, ώστε τι να πρωτογράψω; Τέλος πάντων, ας πούμε ότι και στους δύο τομείς –δηλαδή, και στη ζωή και στο γράψιμο– εν μέρει έγινα ένας εντελώς άλλος άνθρωπος, κι εν μέρει παραμένω ίδιος κι απαράλλακτος. Όπως όλοι οι κοινοί θνητοί, εξάλλου.
Στη ζωή, το θεωρώ κατόρθωμα ότι μπόρεσα να διατηρήσω την παιδικότητα και τον αυθορμητισμό που με διακρίνουν, χωρίς να μου τα ισοπεδώσουν κι εξαλείψουν όσα στραπάτσα έχω φάει μέχρι τώρα. Στραπάτσα που σου προσφέρει σε αφθονία το Νεοελληνιστάν, για το οποίο ούτως ή άλλως οι λογοτέχνες είναι σαν να μην υπάρχουν. Φανταστείτε τι τραβάνε οι μη κατεστημένοι.
Λογαριάστε και το γεγονός ότι γνώρισα επιτυχία άμα τη εμφανίσει, στα είκοσί μου, προκαλώντας τον φθόνο όχι μόνο των συνομηλίκων μου, αλλά και πολλών μεγαλύτερων σε ηλικία συναδέλφων. Κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι οι τότε διακεκριμένοι λογοτέχνες μας έσπευσαν να δηλώσουν δημοσίως την εκτίμησή τους για τα πρώτα βιβλία μου.
Ως προς την εξέλιξη της δουλειάς μου, οφείλω να ομολογήσω ότι νιώθω παντελώς ανίκανος να επέμβω. Ή, αλλιώς, ότι όσες προσπάθειες κι αν έκανε μέχρι σήμερα το συνειδητό μου για να επηρεάσει τα πράγματα απέτυχαν παταγωδώς. Προφανώς, επειδή ανήκω στο είδος εκείνο των δημιουργών που είναι σε μεγάλο βαθμό υποχείρια των (δημιουργικών) παρορμήσεών τους.
Στα πρώτα μου βιβλία πρωταγωνιστούν νεανικές παρέες και είναι πιο γλυκά και συναισθηματικά στη διαπραγμάτευσή τους, μ’ ένα ύφος λιτό και κοφτό, το οποίο είναι φως φανάρι ότι ταίριαζε με την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα που με έδερναν στα πρώτα μου βήματα. Κάτι που ισχύει για κάθε δημιουργό όταν ξεκινάει.
Από κει και πέρα, παρουσιάζονται ατομικιστικά πορτρέτα ακραίων ηρώων, σε συνθήκες έντονης αγωνίας. Και για να γίνω πιο σαφής, οι αφηγήσεις μου άρχισαν να θυμίζουν θρίλερ. Ενώ, όπως ακριβώς συνέβαινε και με το πνεύμα της εποχής, το οποίο και εξέφραζα με τα γραπτά μου, η γλυκύτητα των πρώτων μου βιβλίων αντικαταστάθηκε από κυνισμό και μαύρο χιούμορ.
Όσο για το ίδιο το γράψιμό μου, αυτό έγινε μακροπερίοδο και σαφώς πιο περίπλοκο. Αν και όχι πάντα, και όχι μόνο. Η αλήθεια είναι ότι τόσο παραγωγικός που υπήρξα, μου δόθηκε η ευκαιρία να δοκιμάσω πολλούς και διάφορους τρόπους γραφής. Με αποτέλεσμα να δυσκολεύομαι αυτή τη στιγμή να αποτιμήσω τη διαδρομή που ακολούθησε το συγγραφικό μου ύφος.
Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι σε κάθε δημιουργική περίοδο έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Και όσο κι αν με κατηγόρησαν, οι κριτικοί κυρίως, αλλά και ορισμένοι αναγνώστες, προσπάθησα ενστικτωδώς να κάνω πάντα αυτό που λέει ο Καβάφης: «Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν. Στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτε επιμελέστατος».

–Αυτό που με γοητεύει στα βιβλία σας είναι ότι κάθε φορά ξεπετιέται κάτι διαφορετικό. Μυθιστορήματα, διηγήματα, συνεντεύξεις, δοκίμια. Τι εσωτερικές ανάγκες σας σαν συγγραφέα καλύπτει αυτή η ποικιλία στη φόρμα, στη θεματολογία και στην προσέγγιση;
Πλήττω προφανώς, οπότε αναζητώ την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντός μου μέσω της ποικιλίας. Ακόμη και στις δουλειές που έκανα, και ήταν λίγο πολύ σχετικές με τη λογοτεχνία ή το γράψιμο, κι εκεί την ίδια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντός μου αναζητούσα. Είτε μιλάμε για σενάρια, κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά, είτε για θεατρικά έργα είτε για διδασκαλία δημιουργικής γραφής είτε για δημοσιογραφικά κείμενα.
Τα τελευταία ήταν σαν τα έγραψα υπακούοντας στη βαθιά επιθυμία και στην απληστία μου να δοκιμάσω όσα περισσότερα είδη κειμένων μπορούσα, αν κρίνουμε από την απίθανη γκάμα τους. Ως άλλος ένας τυπικός γραφομανής που δεν ελέγχει, αλλά ελέγχεται από τις εμμονές του.
Λες και δοκίμαζα τα πάντα δειγματοληπτικά: να πάρω συνεντεύξεις, να κάνω ρεπορτάζ, να γράψω άρθρα γνώμης ή κριτικές βιβλίου. Και ποτέ μα ποτέ δεν επεδίωξα να μπω σε μισθολόγιο εντύπου, ώστε να απαιτεί από εμένα και να μου επιβάλει τι θα γράψω ένας αρχισυντάκτης.
Επίσης, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, όπως ακριβώς και με τα μυθοπλαστικά γραπτά μου, κατά βάθος ιδέα δεν έχω πώς και γιατί έγραψα τα δημοσιογραφικά κείμενα που έγραψα. Ακολουθούσα πάντα τις πιεστικότατες δημιουργικές μου παρορμήσεις, όπως σας προανέφερα, και θα μπορούσε άνετα να πει κανείς ότι πέρασα τη ζωή μου υποκύπτοντας στο πάθος με το γράψιμο.
Και κάτι τελευταίο επί του θέματος: Δεν φαντάζεστε πόσο χαίρομαι με τη συγκεκριμένη ερώτησή σας. Με το γεγονός ότι είστε από τους αναγνώστες μου που απολαμβάνουν την ποικιλία των γραπτών μου. Και, μάλιστα, δηλώνετε ρητά και ευθαρσώς ότι σας γοητεύει κάτι τέτοιο.
Ο δαιμόνιος Ηλίας Πετρόπουλος οικτίρει, σε κάποιο από τα βιβλία του, τη μίζερη κι επαρχιώτικη πνευματική Ελλάδα, για το γεγονός ότι δεν αντέχει παραπάνω από ένα ταλέντο στον κάθε δημιουργό. Το λέω με δικά μου λόγια, αλλά αυτό ήταν το νόημα.
Ο Πετρόπουλος πήρε αφορμή από τη στάση μας απέναντι στα κολάζ του Ελύτη. Οι πιο πολλοί τα αντιμετώπισαν ως ασήμαντα εργάκια, που απλώς τα ανέχονται, αφού τα έκανε ένας μεγάλος ποιητής. Πόσοι και ποιοι τα είδαν ως προέκταση κι εκδίπλωση, ως άλλη μία εκδήλωση του ποιητικού ταλέντου του, ως την ποίησή του σε εικόνες;
Στην περίπτωσή μου, βεβαίως, δεν είναι το ίδιο. Ειδικά τα δημοσιογραφικά κείμενα –για να μείνουμε σ’ αυτά–, όσες αρετές κι αν διαθέτουν, δεν παύουν να είναι τρόπον τινά άξια περιφρόνησης ή και απλώς λειψά σε σύγκριση με τα μυθοπλαστικά. Στα τελευταία, μαζί με το συνειδητό, συμμετέχει επί ίσοις όροις και το ασυνείδητο. Με αποτέλεσμα να είναι σαφώς ανώτερα, πιο βαθιά και πιο περίπλοκα, εκ φύσεως.

–Υπήρξατε τυχερός, καθώς από τα πρώτα σας βήματα γνωρίσατε σπουδαίες φυσιογνωμίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αρκετές εκ των οποίων σας στήριξαν. Ξεχωρίζετε κάποιους;
Υπήρξα, όντως, τυχερός απ’ αυτήν την πλευρά, όπως και από πολλές άλλες, και νιώθω κάτι περισσότερο από απλώς ευγνώμων. Σήμερα οι νεότεροι δεν χρειάζονται τους παλαιότερους, η ιεραρχία έχει έτσι κι αλλιώς όχι απλώς ατονήσει, αλλά εξαφανιστεί, εγκαταλειφθεί ακόμη και ως ιδέα.
Καλώς, από μια πλευρά. Η εποχή δεν σηκώνει αυθεντίες και σοφούς βετεράνους, κανείς παλιός δεν δίνει τη σκυτάλη σε νέους. Από την άλλη, τι αρρώστια και η σημερινή, να πρέπει κανείς να τα ξέρει όλα πριν καλά καλά σκάσει από τ’ αυγό!
Όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα, ίνδαλμα και είδωλό μου ήταν ο δημιουργός του Ζ και του Γλαύκου Θρασάκη, ο Βασίλης Βασιλικός. Η πολιτική και ο αισθησιασμός που απασχολούσαν λογοτεχνικά εκείνον, απασχολούσαν κι εμένα το ίδιο.
Επίσης, ήθελα κι εγώ να γίνω επαγγελματίας συγγραφέας, δηλαδή να ζω από τα βιβλία μου, κάτι στο οποίο ο Βασιλικός υπήρξε ο πρώτος διδάξας στη χώρα μας και επηρέασε ως προς αυτό τη γενιά μου.
Αν και καθόλου δευτερεύον, το αντίθετο ακριβώς, η μόνη διαφορά μας ίσως ήταν ότι η αφεντιά μου λάτρευε τη μυθοπλασία και την αφήγηση ιστοριών, προφανώς λόγω ιδιοσυγκρασίας, ενώ εκείνος τη λογοτεχνία-ντοκουμέντο και την αυτομυθοπλασία, και υπήρξε πρωτοπόρος και σχεδόν προφητικός και στα δύο.
Αργότερα, κάπου στο μέσον της σταδιοδρομίας μου, μέντοράς μου υπήρξε ο δημιουργός τού μάλλον αγνοημένου εθνικού έπους Η τραγιάσκα, όπου ζωντανεύει η ιστορία της νεότερης Ελλάδας μέσα από την ιστορία των καπέλων της, ο τρομερός και φοβερός Ηλίας Πετρόπουλος.
Μέντοράς μου όχι μόνο στο ζήτημα της πορνογραφίας (για το τελευταίο, και μόνο η ανάγνωση του βιβλίου του Ιστορία της καπότας αρκεί). Μέντοράς μου γενικά, όπως και για τον Χρήστο Τριανταφυλλόπουλο, τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός μου Η επινόηση της πραγματικότητας.
Είχα φτάσει μάλιστα στο σημείο να ισχυρίζομαι, παίρνοντας αφορμή από τον ίδιο, ότι όταν είσαι μικρός οι δάσκαλοί σου σού τυχαίνουν, ενώ σε ώριμη ηλικία τούς επιλέγεις συνειδητά. Η πικρή αλήθεια, όμως, είναι ότι και τους επιλέγεις και σε επιλέγουν (ποτέ δεν γίνεται μόνο ένα από τα δύο), σε οποιαδήποτε ηλικία.
Χρειάστηκε να περάσει καιρός για να συνειδητοποιήσω ότι ο Ηλίας Πετρόπουλος λειτούργησε για μένα όχι μόνο σαν μέντορας, αλλά και σαν άλλη μία πατρική φιγούρα, συμπληρώνοντας τη σχετική συλλογή στη ζωή μου.
Τελικά, το γεγονός ότι είχα συγκρουστεί νεότερος με τον πατέρα μου, και επί μια εξαετία διακόψαμε κάθε επαφή με τους γονείς μου (επιχείρησαν έτσι να με εμποδίσουν να βιοποριστώ από το γράψιμο), με στιγμάτισε. Αναζήτησα πατρικές φιγούρες στον χώρο της λογοτεχνίας κι ένιωσα σαν να με υιοθετούσε η λογοτεχνική πιάτσα.
Στη συνέχεια, αποπειράθηκα να διαπράξω ένα είδος πατροκτονίας, όταν στράφηκα εναντίον τού λογοτεχνικού σιναφιού κατακρίνοντας τον συντηρητισμό του. Ίχνη αυτής της σύγκρουσης βρίσκει κανείς σε δοκιμιακά βιβλία μου, όπως Η δική μου Αμερική και η Λίγη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, αλλά και στο μυθιστόρημά μου Η επινόηση της πραγματικότητας.
Αν λογαριάσει κανείς τη φήμη του προβοκάτορα, του αιρετικού, του αναρχικού, που συνοδεύει τον συγγραφέα τού Πτώματα, πτώματα, πτώματα… και του Καπανταήδες και μαχαιροβγάλτες, δεν θα ήταν υπερβολή εάν έγραφα ότι ο Πετρόπουλος ήταν η σύγκρουση αυτή προσωποποιημένη. Ήταν ο ορισμός της πατροκτονίας. Η πατρική φιγούρα που ακυρώνει ή, πιο σωστά, εξολοθρεύει όλες τις άλλες πατρικές φιγούρες.
Κι όμως, παρά τη διά γυμνού οφθαλμού ορατή πνευματική συγγένειά μου με τον Βασιλικό ή με τον Πετρόπουλο, ο συγγραφέας μας που υπήρξε ο σημαντικότερος και ο πιο επιδραστικός μέντοράς μου ήταν ο δημιουργός της Κυρίας Κούλας και της Βιοτεχνίας υαλικών, ο Μένης Κουμανταρέας.
Εντούτοις, με τον Μένη, με τον οποίο γνωριστήκαμε τυχαία, ήταν εξαρχής κατανοητό και στους δυο μας ότι είχαμε πολλές και μεγάλες διαφορές από πλευράς ιδιοσυγκρασίας. Να σκεφτείτε ότι τα πρώτα κείμενά μου που του έδειξα (κάποια διηγήματα από το πρώτο μου βιβλίο, τα Κομματάκια, αν δεν κάνω λάθος), εκείνος τα αντιμετώπισε εντελώς απορριπτικά, λέγοντάς μου χαρακτηριστικά ότι εάν είχε ένα λογοτεχνικό περιοδικό και του τα έστελνα δεν θα τα δημοσίευε!
Αλλά η ζωή είναι, όντως, απρόβλεπτη. Και πολύ συχνά κάνει επίδειξη ειρωνείας. Πώς αλλιώς εξηγείται το γεγονός ότι, ταυτόχρονα, ο Κουμανταρέας ήταν ο άνθρωπος που έσκυψε υπομονετικά πάνω στα γραπτά μου και με βοήθησε χειροπιαστά, προτείνοντάς μου διορθώσεις και κάνοντάς μου ένα είδος πολυετούς ατομικού σεμιναρίου δημιουργικής γραφής; (Τότε ακόμη ξέραμε τον όρο μόνο στ’ αγγλικά, και το «creative writing» παρέμενε ένα εξωτικό φρούτο.)
Και φτάνοντας, εντέλει, στο σημείο να μου δείχνει και τα δικά του γραπτά, όχι απλώς θεωρώντας καλοδεχούμενες, αλλά κυριολεκτικά απαιτώντας τις παρατηρήσεις μου. Επειδή ο Μένης, κι ας γινόταν και πατερναλιστικός μερικές φορές, τον πιο πολύ καιρό ήξερε και ήθελε να διδάσκεται από τους μαθητές του.
Ο Μένης, ο γεννημένος παραμυθάς, με τον οποίο με συνέδεε δημιουργικά ό,τι ακριβώς με χώριζε από τον Βασιλικό. Αφού κι ο Μένης λάτρευε τη μυθοπλασία και την αφήγηση ιστοριών όπως κι εγώ, και αυτό ακριβώς συνιστούσε τη συγγραφική ταυτότητά του.
Με την πάροδο του χρόνου, η μαθητεία μου κοντά του –στο λογοτεχνικό εργαστήρι του, για να το πω έτσι– εξελίχθηκε, και μου έκανε την τιμή να γίνουμε επιστήθιοι φίλοι. Κάτι ανάλογο ένιωθα και με τη γυναίκα του, την αγαπημένη μου Λιλή, με την οποία μερικές φορές η συναισθηματική επαφή μου ήταν τόσο μεγάλη, μεγαλύτερη ακόμη και από την ανάλογη επαφή μου με τον Μένη.
Έφτασα στο σημείο να τους φέρομαι και να μου φέρονται σαν να ήταν θετοί γονείς μου. Καθόλου τυχαία επέμεναν αργότερα να βαφτίσουν την κόρη μου και στενοχωρήθηκαν που τελικά δεν έγινε κάτι τέτοιο.
Η αλληλογραφία μου με τον Μένη, η οποία ετοιμάστηκε προς έκδοση πριν από μία οκταετία, αλλά τελικά δεν έχει εκδοθεί ακόμη, κι αυτό όχι από δική μου υπαιτιότητα, είναι ένα βιβλίο περίπου τετρακοσίων σελίδων, που αποφάσισα να τιτλοφορήσω Εξομολόγηση και μαθητεία.
Όσο, μάλιστα, η έκδοσή της καθυστερεί, φλερτάρω με την ιδέα να γράψω ένα βιβλίο, ίσως ένα «μυθιστόρημα-με κλειδί», ή και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει, βασισμένο στη μαθητεία μου κοντά στον Μένη και στη στενή φιλία μας, και με τον ίδιο και με τη Λιλή.
Θα μπορούσα να μιλήσω και γι’ άλλους λογοτέχνες μας με τους οποίους συνδέθηκα, όπως ο Δημήτρης Νόλλας, επί παραδείγματι, ο οποίος έγινε τελικά ο νονός της κόρης μου. Τόσο για τον δημιουργό του Τρυφερού δέρματος όσο και για πολλούς άλλους, μια άλλη φορά.

–Γνωρίζω την αγάπη σας για το έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Τι σας κερδίζει σε αυτό;
Ο Καζαντζάκης είναι, πέραν πάσης αμφιβολίας, ο μεγαλύτερος και ο πιο οικουμενικός συγγραφέας της σύγχρονης Ελλάδας. Τοποθετείται τόσο ψηλά και τόσο μακριά απ’ όλους εμάς τους υπόλοιπους, ώστε είναι αναπόφευκτο να μοιάζουμε με φτωχούς συγγενείς του.
Κανείς ντόπιος λογοτέχνης δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί του ως προς το στοχαστικό επίπεδο της λογοτεχνίας του. Για την ακρίβεια, μάλιστα, θεμελιώδες χαρακτηριστικό αυτού που ονόμασα «υψηλό στοχαστικό επίπεδο» αποτυπώνεται μες στα γραπτά του τόσο απλά και κατανοητά, ακόμη και από τον μέσο αναγνώστη, σχεδόν απλοϊκά, σαν παραμύθι.
Και να φανταστεί κανείς ότι εξαιτίας του υψηλού στοχαστικού επιπέδου του, κάποιοι από τους συγχρόνους του, αλλά και από τους συγχρόνους μας, τον αποκάλεσαν και τον αποκαλούν φιλόσοφο. Όχι εγκωμιαστικά, αλλά δήθεν υποτιμητικά, σαν να τον κατηγορούν ότι δεν είναι αρκετά λογοτέχνης, ότι οι φιλοσοφικές ιδέες του καπελώνουν και ακυρώνουν τα λογοτεχνήματά του. Όσα δεν φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια!
Θα μπορούσα να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο επί του θέματος, και στην πραγματικότητα το έχω κάνει ήδη, όχι μόνο με το μυθιστόρημά μου Ανέγγιχτη, που είναι εμπνευσμένο από τη ζωή και το έργο του Καζαντζάκη, συχνά πιστό αντίγραφό τους. Αλλά και με το αταξινόμητο βιβλίο μου Ο Θεός φταίει που έκανε τον κόσμο τόσο ωραίο: Αλληγορίες από τον Καζαντζάκη.
Στο τέλος αυτού του βιβλίου μου –εν μέρει μια ανθολογία από 259 αλληγορίες αντλημένες από το αχανές έργο του δημιουργού του Ζορμπά και της Αναφοράς στον Γκρέκο, κι εν μέρει ένα σχεδόν πειραματικό, μεταμοντέρνο μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον ίδιο– παραθέτω ένα επίμετρο όπου εκτίθενται εν εκτάσει οι απόψεις μου για το φαινόμενο Καζαντζάκη.
Κι όταν λέω «φαινόμενο», εννοώ αφενός την παγκόσμιας ακτινοβολίας, κυριολεκτικά ανυπολόγιστη λογοτεχνική αξία του, και αφετέρου την ποταπή, συμπλεγματική και γελοία στάση που του επιφύλαξε και του επιφυλάσσει σχεδόν η πλειονότητα του τότε και του τωρινού λογοτεχνικού σιναφιού.
Σας παραπέμπω στις σελίδες του, αντί άλλης απάντησής μου, η οποία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι τόσο διεξοδική και συγκροτημένη όσο το εν λόγω επίμετρό μου, που, επειδή ακριβώς αποτελεί κι ένα άτυπο χρονικό του πώς έγραψα το βιβλίο, φέρει τον τίτλο: «Ο Θεός φταίει… The making of».
–Προσωπικά, η Λίγη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας είναι από τα αγαπημένα μου δικά σας βιβλία. Έχω μια αδυναμία για τη δημοσιογραφική σας καταγραφή. Με ποιο τρόπο την υλοποιήσατε;
Χρειάζεται να επαναλάβω πόσο με χαροποιεί η δήλωσή σας; Όσο για την ερώτηση στο τέλος, θέλω κάτι να προσθέσω σε όσα σας προανέφερα για τα δημοσιογραφικά μου κείμενα. Νομίζω ότι σ’ αυτήν τη δουλειά, όπως και σε όλες ίσως, μεγάλο ρόλο παίζουν οι αρνήσεις.
Γενικότερα, είμαστε πολύ περισσότερο τα «όχι» μας, παρά τα «ναι» μας. Το «ναι» το λένε όλοι, είναι εύκολο. Το «όχι», όμως, σε φέρνει σε δύσκολη θέση, σε στριμώχνει, όπως στριμώχνει και τον αποδέκτη της άρνησής σου, και τελικά σε ορίζει αποφασιστικά.
Δεν θα είχα κατορθώσει, λοιπόν, να καλλιεργήσω τόσα διαφορετικά δημοσιογραφικά είδη, αν δεν αρνιόμουν να συνεχίσω να υπηρετώ κάποια απ’ αυτά, ιδίως είδη όπου τα γραπτά μου γνώριζαν επιτυχία. Με άλλα λόγια, φρόντισα να μην εγκλωβιστώ σε ένα ή δύο είδη, κι αυτό καθόρισε απολύτως όχι μόνο τις επιλογές, αλλά και τον τρόπο γραφής μου.
Επιπλέον, είναι λάθος, κατά τη γνώμη μου, να περιορίζουμε την κουβέντα στη δημοσιογραφική ταυτότητα των κειμένων της Λίγης Ιστορίας. Πολύ πιο καθοριστικό για τη δημιουργία του εν λόγω βιβλίου, και σχεδόν όλων των μη μυθοπλαστικών έργων μου, από τη Δική μου Αμερική και το Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο; μέχρι την Υψηλή τέχνη της αποτυχίας, είναι ότι με έπνιγε το δίκιο μου.
Αναγκάστηκα να γράψω τη συντριπτική πλειοψηφία όλων αυτών των κειμένων προκειμένου να ξεκαθαρίσω και να εξηγήσω τις προθέσεις μου, προκειμένου να αντικρούσω το κύμα άρνησης και επιθέσεων, απορριπτικών κριτικών και καθαρόαιμης κακίας, με το οποίο άρχισε να υποδέχεται η λογοτεχνική πιάτσα τη δουλειά μου από ένα σημείο και μετά.
Δεν λέω ότι ήμουν θύμα. Οι επιλογές μου υπήρξαν σαφώς προκλητικές και αιχμηρές, αλλά πιστεύω ότι δεν ήμουν ο πρωτοπόρος που δεν τον καταλάβαιναν. Προς επίρρωσιν του τελευταίου υπάρχει το γεγονός ότι με διάβαζαν πολλοί και τα βιβλία μου έγιναν ορισμένες φορές μπεστ σέλερ.
Μπα, οι επικριτές μου ήταν γέννημα θρέμμα ενός τόπου μικρού και καθυστερημένου, μιας επαρχίας του πλανήτη, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι εγώ. Ο συντηρητισμός τους και οι οπισθοδρομικές απόψεις τους, αυτά έκαναν τις επιλογές μου να φαίνονται προκλητικές και αιχμηρές.
Στα μητροπολιτικά κέντρα, από τις ΗΠΑ ως την Κεντρική Ευρώπη, ανάλογες επιλογές θεωρούνται κυρίαρχο ρεύμα, και κυρίως δεν αντιμετωπίζονται ως προχωρημένες, όπως εδώ. Με άλλα λόγια, εγώ ήμουν τέκνο της εποχής μου, και οι άλλοι ήταν εκτός τόπου και χρόνου, αυτό ήταν όλο.
Ας πούμε, εξέδωσα τη Λεσβία, που και μόνο ο τίτλος της σκανδάλισε το εξωφρενικά ανοιχτόμυαλο αναγνωστικό κοινό μας (προσοχή, ειρωνεία!), και υπήρχαν βιβλιοπώλες που δεν το έβαζαν όχι μόνο στη βιτρίνα και στους πάγκους τους, αλλά ούτε καν μέσα στο μαγαζί τους, σε μια εποχή που η νομοθεσία άλλαζε υπέρ των ΛΟΑΤΚΙ ακόμη και στην Ελλαδίτσα / Ελλαδάρα μας.
Τι το προχωρημένο υπάρχει σ’ ένα θέμα που έχει γίνει νόμος του κράτους; Και, μάλιστα, ενός κράτους τόσο δυσλειτουργικού και προβληματικού όσο το δικό μας, το οποίο, σε σύγκριση με τα κράτη των ανεπτυγμένων χωρών, και ιδίως των μητροπολιτικών κέντρων, είναι σαν να προέρχεται από τα βάθη του παρελθόντος;


–Θέλω να σταθώ στη Λούλα. Πρόκειται για ένα καθαρόαιμο πορνογράφημα. Πώς το συλλάβατε και τι αντίκτυπο δημιούργησε στο αναγνωστικό κοινό με την κυκλοφορία του;
Συγγνώμη, αλλά κάνετε λάθος. Η Λούλα μπορεί να περιέχει καθαρόαιμες πορνογραφικές σελίδες, αλλά δεν είναι καθαρόαιμο πορνογράφημα. Ή, μάλλον, είναι ΚΑΙ καθαρόαιμο πορνογράφημα. Και δεν θα μπορούσε να μην είναι, ειδικά την εποχή που γράφτηκε, αφού το θέμα του μυθιστορήματός μου είναι η λαγνεία.
H πορνογραφία έχει έναν και μοναδικό σκοπό: να διεγείρει σεξουαλικά τον αναγνώστη. Oι σεξουαλικές σκηνές, από τις οποίες στην κυριολεξία βρίθει το μυθιστόρημά μου, αποσκοπούν κυρίως στην ψυχολογική εμβάθυνση των ηρώων, και ιδίως της ηρωΐδας μου. Ή, τέλος πάντων, δεν στοχεύουν μόνο στο να σε διεγείρουν.
Για την ακρίβεια, η Λούλα δύσκολα κατατάσσεται σε κάποιο γνωστό λογοτεχνικό είδος. Eίναι, ή και καλύτερα επιχειρεί να είναι, ταυτόχρονα, παραδοσιακό μυθιστόρημα ψυχολογικού ρεαλισμού και ιδεών, παρωδία αισθηματολογίας, πορνογράφημα, ιστορικό μυθιστόρημα, αφήγηση υπερφυσικού τρόμου και αστυνομικό θρίλερ. Και λίγα λέω.
Στην εποχή μας, εποχή παρακμής και έκπτωσης των αξιών του παρελθόντος, το αστικό ρεαλιστικό αφήγημα της ευρωπαϊκής παράδοσης, που συνηθίσαμε να θεωρούμε υψηλή λογοτεχνία, είναι πια ισότιμο με τα μέχρι πρότινος περιφρονημένα, λαϊκά, καλλιεργημένα στον αιώνα μας στις HΠA ως επί το πλείστον, λογοτεχνικά είδη που αποκαλούμε «pulp».
Όσο για το πώς συνέλαβα τη Λούλα, πρώτα μού ήρθε το θέμα της λαγνείας, για το οποίο είχα πειστεί ότι ήταν (και είναι) ένα από τα μείζονα σύγχρονα θέματα. Ο Πετρόπουλος και πάλι, από τους λίγους συμπατριώτες μας που έχει ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα, γράφει ότι στον 20ό αιώνα ζήσαμε τον «θρίαμβο της πορνογραφίας».
Κι ακόμη, πρόκειται για ένα θέμα που οι σημερινοί συγγραφείς οφείλουν να το διαπραγματεύονται μ’ έναν τρόπο πολύ πιο ελεύθερο και ωμό, πολύ πιο αθυρόστομο και ευθύ, σε σύγκριση με τους παλαιότερους, οι οποίοι ζούσαν κι έγραφαν σε συνθήκες πολύ πιο συντηρητικές, υποκριτικές και στενόμυαλες, τουλάχιστον απ’ αυτήν την πλευρά.
Ξεκίνησα, λοιπόν, να γράφω τη Λούλα από το σημείο που στην τυπωμένη εκδοχή είναι το δεύτερο, το μεσαίο μέρος. Και, ως συνήθως, κόλλησα κι άφησα το γραπτό μου στην άκρη για μήνες.
Ώσπου, πηγαίνοντας διακοπές, συνέλαβα την ιδέα της συγκατοίκησης της ηρωΐδας μου με μια άλλη κοπέλα, που ψυχικά κι ερωτικά βρίσκεται στον αντίποδά της. Εύθραυστη, σεμνότυφη και άπειρη η Λούλα· σκληρή, αγοραία και περπατημένη η Εύη. Η αντιπαράθεσή τους μού έλυσε τα χέρια.
Αν και φανταζόμουν ότι το μυθιστόρημα θα γεννούσε αντιδράσεις, ομολογώ ότι δεν μπορούσα να μαντέψω το μέγεθός τους. Σχεδόν αμέσως μόλις κυκλοφόρησε, ξέσπασαν δύο πράγματα. Αφενός η σχεδόν συντονισμένη επίθεση εναντίον του από τη συντριπτική πλειοψηφία των κριτικών λογοτεχνίας, και αφετέρου η θυελλώδης ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού.
Αν δεν με απατά η μνήμη μου, 28 στις συνολικά 30 κριτικές ήταν αρνητικές, κάποιες πολύ επιθετικές, εν είδει διαπόμπευσης. Ένας έγραψε στην έγκυρο «Καθημερινή» ότι προορισμός του βιβλίου ήταν ο «πολτοποιητής». Όμως, και οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες διχάστηκαν, και παραμένουν μέχρι σήμερα διχασμένοι απέναντι στη Λούλα, η οποία έχει πλέον αισίως φτάσει στα 19.000 τυπωμένα αντίτυπα.
Εάν κάτι με λυπεί στην όλη υπόθεση, η οποία κατά τα άλλα μου έφερε τόσες χαρές, δεν είναι ούτε οι αρνητικές κριτικές ούτε οι φανατικοί εχθροί που απέκτησα χάρη σ’ αυτό το μυθιστόρημα.
Δυστυχώς, ένα σωρό λάτρεις αυτού του βιβλίου μου θεωρούν ότι ουδέποτε ξαναέγραψα κάτι παρόμοιο σε δύναμη και σε βάθος, κάτι που να τους αναστατώνει ή να τους σφραγίζει στον ίδιο βαθμό. Και μου ζητούν επίμονα να επαναλάβω το εγχείρημα, να ξαναγράψω μία Λούλα, όπως το θέτουν. Όμως, κάτι τέτοιο, όσο και να το θέλω, είναι μάλλον αδύνατον. Λoύλα είναι μόνο μία.
Ευτυχώς δε που ανάλογα πράγματα μου λένε άλλες αναγνώστριες και άλλοι αναγνώστες και γι’ άλλα βιβλία μου. Ευτυχώς, δηλαδή, δεν είναι το μόνο που έχει φανατικούς φίλους και θαυμαστές.
Ή, αλλιώς, ευτυχώς που και Αυτοκρατορική μνήμη του αίματος είναι μόνο μία, και Επινόηση της πραγματικότητας είναι μόνο μία, και Τζιτζίκια, και Διόδια, και Μαύρος γάμος, και Λεσβία, και Άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα, και Αθωότητα, και πάει λέγοντας.

–Η επινόηση της πραγματικότητας αποτελεί ενδεχομένως το πιο καυστικό σας βιβλίο. Τελικά, η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία ή το αντίστροφο;
Υπάρχει ένα είδος ερωτήσεων που, στην πραγματικότητα, δεν έχουν απάντηση. Ή, ίσως, ισχύουν ταυτόχρονα και η αρνητική και η καταφατική απάντηση. Και είναι σίγουρο ότι οι ερωτήσεις αυτές είναι οι καλύτερες. Προφανώς, με τον τρόπο που διατυπώνονται, σε οδηγούν σε τέτοιο βάθος σκέψης, ώστε φτάνεις σ’ εκείνο το επίπεδο όπου τα πράγματα συνυπάρχουν και δεν αλληλοακυρώνονται.
Στην κατηγορία αυτήν ανήκει σίγουρα και η ερώτησή σας, που μία άλλη εκδοχή της είναι να αναρωτιέται κανείς εάν η ζωή αντιγράφει την τέχνη ή η τέχνη τη ζωή. Όπου τέχνη βάλτε φαντασία και όπου πραγματικότητα, ζωή. Μετά προσθέστε και το θέμα τού ποια από τις δύο είναι ανώτερη, ή απλώς ποια ξεπερνάει την άλλη. Άλλες ανάλογες ερωτήσεις είναι εάν έκανε η κότα το αυγό ή το αυγό την κότα, και ούτω καθεξής.
Για να επιστρέψουμε, όμως, στη δική σας. Θέσατε ένα ερώτημα που μπορεί να είναι ψευδές, να μην ισχύουν οι όροι του, να μην είναι πράγματα αντίθετα η πραγματικότητα και η φαντασία, ας πούμε. Και να είναι η φαντασία μέρος της πραγματικότητας. Ή, αλλιώς, να μη γίνεται να υπάρξει πραγματικότητα χωρίς φαντασία, και το ανάποδο.
Η επινόηση της πραγματικότητας, λοιπόν, η οποία θέτει με τον τρόπο της διάφορα ερωτήματα, έχει στο επίκεντρό της την Ελλάδα, και επειδή ακριβώς πρόκειται για σάτιρα, αποτελεί ένα σατιρικό, επικριτικό, κατεδαφιστικό, και όχι απλώς αρνητικό πορτρέτο της πατρίδας μας. Πώς το λέει ο εθνικός μας ποιητής, ο Σολωμός, στους «Στοχασμούς του ποιητή»; «Εις τον πάτο της εικόνας πάντα η Ελλάδα με το μέλλον της».
Δεν είναι τυχαίο ότι ήθελα να τιτλοφορήσω το συγκεκριμένο μυθιστόρημά μου Νεοελληνιστάν. Ή ότι παραθέτω, κάπου προς τη μέση του, ουκ ολίγα αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, την περίφημη Διήγησι συμβάντων της ελληνικής φυλής, από τα 1770 έως τα 1836. Αποσπάσματα που αποπειρώνται να συνοψίσουν τα νευραλγικής σημασίας εθνικά χαρακτηριστικά μας, προτερήματα κι ελαττώματα.
Το ερώτημα εδώ δεν είναι εάν η πραγματικότητα ξεπερνάει την επινόηση, αλλά κατά πόσο μπορούμε να επινοήσουμε την πραγματικότητα. Είναι εφικτό κάτι τέτοιο, ή μήπως είναι πρακτικά αδύνατον; Ο πρωταγωνιστής της Επινόησης, πάντως, είναι τόσο αηδιασμένος με την κακιά μητριά πατρίδα μας, ώστε ετοιμάζεται να την εγκαταλείψει ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω του, ή ίσως ρίχνοντάς της απλώς μια ξεγυρισμένη μούντζα.
Και η εναλλακτική με την οποία θα έρθει σταδιακά αντιμέτωπος είναι η ακόλουθη: Μήπως θα έπρεπε να μείνει, και να το παλέψει, σ’ αυτό εδώ το κωλοχανείο, το μπουρδέλο, τον βάλτο όπου όλοι μας τσαλαβουτάμε, και μας βασανίζει; Και, εντέλει, όχι μόνο δεν κάνουμε κάτι για να τον αλλάξουμε, για να επινοήσουμε μια νέα πραγματικότητα, αλλά επιπλέον τον συντηρούμε και τον διατηρούμε αναλλοίωτο και ανέπαφο και αδιόρθωτο, σχεδόν θέλοντας και μη;
Τον συντηρούμε και τον διατηρούμε και τον ανανεώνουμε αυτόν τον βάλτο, έτσι ώστε «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Και αφού τα κάνουμε σκατά, μετά τα λουζόμαστε κι απλώς γκρινιάζουμε, λες και μας φταίει κάποιος άλλος. Με τέτοιες προθέσεις και με τέτοιες πρώτες ύλες, πώς να μην είναι το «πιο καυστικό μου βιβλίο»;
Και κάτι τελευταίο. Το 2003, που πρωτοκυκλοφόρησε Η επινόηση, το γενικό κλίμα δεν ήταν ίδιο, δεν ήταν τόσο απελπιστικά τα πράγματα. Σήμερα πια, όμως, και ιδίως μετά την οικονομική κρίση και το βαθύτατα απογοητευτικό πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και μετά το ρεσιτάλ κυνισμού και κλεπτοκρατίας επί Μητσοτάκη, η αυτοαπέχθεια των Νεοελλήνων έχει ξεπεράσει κάθε όριο.
Ώρες ώρες, νομίζω ότι μόνο οι ακροδεξιοί τελειωμένοι εθνικιστές παραμένουν λάτρεις αυτού του θλιβερού κωλοχανείου που έχει καταντήσει η πατρίδα μας. Χωρίς να αηδιάζουν με την παρακμή που κάνει πάρτι γύρω μας. Στην πραγματικότητα, βεβαίως, κι αυτοί αηδιάζουν, απλώς είναι ανίκανοι να δουν ότι είναι και οι ίδιοι σύμπτωμα της παρακμής. Ή, μάλλον, γι’ αυτούς, σύμπτωμα της παρακμής είμαστε εμείς.
Κατά τα άλλα, πάντα είχε μια τέτοια πλευρά η Ελλάδα, πάντα ήταν και Νεοελληνιστάν. Ή Ελλαδιστάν, όπως τη λένε ορισμένοι. Υπήρχαν, όμως, και προτερήματα που λειτουργούσαν ως θετικά αντίβαρα και σε αποζημίωναν, ενώ τώρα σαν να απέμεινε μόνο η σκατένια όψη μας.

–Σας απασχολούν τα φλέγοντα φαινόμενα παθογένειας; Για παράδειγμα, η ολοένα αυξανόμενη βία στους νέους και οι γυναικοκτονίες; Μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης;
Μια νεότερη συνάδελφός μου που τη δουλειά της εκτιμώ και θαυμάζω, η Βάσια Τζανακάρη, μου απένειμε το εξής παράσημο, γράφοντας την ακόλουθη φράση: «Ο Ραπτόπουλος καταφέρνει ίσως καλύτερα και με μεγαλύτερη συνέπεια από όλους τους συγγραφείς της γενιάς του να αποδώσει στα βιβλία του το κλίμα κάθε εποχής».
Και, όπως σας είπα και προηγουμένως, νιώθω και είμαι τέκνο της εποχής μου. Οπότε και αναπόφευκτα με απασχολούν τα φλέγοντα θέματα του σήμερα. Ωστόσο, το ότι δεν θα ήθελα να ζω σε κάποια άλλη εποχή δεν σημαίνει ότι αποδέχομαι ή εγκρίνω την κόπρο και το σφαγείο του καιρού μας.
Το πιο φλέγον θέμα για μένα σήμερα είναι η γενοκτονία στη Γάζα. Πρόκειται για το Βιετνάμ των ημερών μας, και από τη στάση που κρατάει κανείς απέναντι σ’ αυτό το ζήτημα κρίνεται γενικότερα. Αν ανέχεσαι την αδιανόητη κτηνωδία του Ισραήλ σε βάρος των Παλαιστινίων και δεν εξανίστασαι, μπορούμε να φανταστούμε πολύ εύκολα τι κάνεις με τα υπόλοιπα κρίσιμα θέματα.
Οι Ισραηλινοί μοιάζουν με παιδιά που υπέστησαν κακοποίηση μικρά, κι έγιναν μεγαλώνοντας κακοποιητές και τα ίδια. Πώς αλλιώς να εξηγήσεις ότι κάνουν στους Παλαιστίνιους πράγματα ανάλογα με όσα έκαναν οι ναζί στους Εβραίους επί Χίτλερ; Και υπάρχουν συμπατριώτες μας που τους υποστηρίζουν. Μέχρι και λογοτέχνες μας που δεν διστάζουν να διακηρύξουν δημοσίως ότι εγκρίνουν ολόψυχα το κολαστήριο της Γάζας.
Όσο για την έμπνευση που με ρωτάτε, ομολογώ ότι ποτέ μου δεν κατάφερα να γράψω για τα θέματα που μου υποδείκνυε η συνειδητή πλευρά μου, αν τύχαινε να μη συμφωνεί και το υποσυνείδητό μου. Σας δίνω ένα παράδειγμα, κάτι που όταν μου συνέβη είχε εντυπωσιάσει ακόμη κι εμένα. Κάτι σχετικό με μια ιστορία που πάλευα να γράψω λίγο πριν αρχίσω τον Άνθρωπο που έκαψε την Ελλάδα.
Ήταν στα πρώτα χρόνια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, όπου είχα φαγωθεί να γράψω ένα διήγημα με πρωταγωνιστή έναν άνεργο. Η ανεργία μού φαινόταν το καταλληλότερο θέμα, επειδή απειλούσε όχι μόνο ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας, αλλά κι εμένα τον ίδιο. Και σκόπευα να ζωντανέψω την καθημερινότητα του ήρωά μου, το τι έκανε προσπαθώντας να γεμίσει τον αχανή ελεύθερο χρόνο που είχε ξαφνικά στη διάθεσή του, και την απελπισία του.
Δοκίμασα, ως συνήθως, να ξεκινήσω έχοντας αποφασίσει το περίγραμμα της ιστορίας μου, ξέροντας ακόμη και τις πρώτες σκηνές της. Όμως, μου ήταν αδύνατον να γράψω πάνω από λίγες γραμμές. Η φόρα μου ξεψυχούσε πολύ γρήγορα κι έμενα στα κρύα του λουτρού, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί. Ήταν προφανές ότι το υποσυνείδητό μου –ο τύπος στο υπόγειο, που λέει και ο Στίβεν Κινγκ– δεν είχε την παραμικρή όρεξη να γράψει μία τέτοια ιστορία.
Ώσπου, μετά από μια σύντομη παύση εργασιών, μου ήρθε μια εντελώς τρελή ιδέα, για την οποία ένα μέρος του εαυτού μου, σώφρον και λογικό, είχε χίλιες αντιρρήσεις. Αντιρρήσεις όχι για το ότι ο ήρωάς μου ήταν άστεγος αυτήν τη φορά. Ούτε για το ότι θα ζωντάνευα μία φανταστική εξέγερση, μέσω της οποίας θα καιγόταν σχεδόν απ’ άκρη σ’ άκρη η Ελλάδα.
Η περί ου ο λόγος εξέγερση μπορεί να ήταν κι αυτή κάπως τρελή, αλλά ταίριαζε με την πρόθεσή μου να γράψω κάτι σχετικό με την οικονομική κρίση που βιώναμε. Πώς, όμως, να δεχτεί η προσγειωμένη, ρεαλιστική πλευρά μου να γράψω για ένα θέμα που μου φαινόταν και γελοίο; Για ένα θέμα που αυτή η πλευρά μου το υποτιμούσε από δω ως τον ουρανό;
Ποιο ήταν το γελοίο και άξιο υποτίμησης; Ένιωθα την παρόρμηση να μιλήσω εκ μέρους ενός πρωταγωνιστή που διαθέτει μία παραφυσική ικανότητα, η οποία λέγεται «πυρογένεση», και χάρη στην οποία μπορείς να βάζεις μια αληθινή φωτιά, με μοναδικό εργαλείο τη δύναμη του μυαλού σου. Ενός πρωταγωνιστή, ο οποίος θα υποκινούσε και θα πυροδοτούσε με τις φωτιές του μια πανελλαδική εξέγερση.
Πάλευα ακόμη μέσα μου, και ξαναδιάβαζα την Κάρι του Στίβεν Κινγκ, που ήθελα να μιμηθώ τη δομή της, η οποία με τη σειρά της μιμείται τη δομή του Δράκουλα του Μπράμ Στόκερ. Και τα δύο αυτά μυθιστορήματα διαθέτουν την καλύτερη αφηγηματική δομή στον κόσμο για να κάνεις πιστευτή μια απίστευτη ιστορία: ένα κολάζ ή ένα μωσαϊκό από ψευδοντοκουμέντα.
Είχα αποφασίσει ότι θα κάνω κάτι ανάλογο, όταν σκέφτηκα να ρίξω μια ματιά στο YouTube, με λέξη-κλειδί την «πυρογένεση» ή «πυροκίνηση» – «pyrogenesis» ή «pyrokinesis», στ’ αγγλικά. Μια ικανότητα που υπήρχε και σ’ ένα άλλο βιβλίο του Κινγκ, το Firestarter.
O Κινγκ, βεβαίως, και οι υπόλοιποι συγγραφείς τρόμου δεν γράφουν μαύρες κωμωδίες, όπως εγώ. Αντιμετωπίζουν όλ’ αυτά τα παραφυσικά και μεταφυσικά φαινόμενα με κάθε σοβαρότητα, μ’ έναν δραματικό τόνο, λες και τα πιστεύουν όντως. Ή λες και πιστεύουν ότι το αναγνωστικό κοινό τους τα πιστεύει όντως.
Άσε που δεν τα αναμειγνύουν με μια πολιτική ματιά, και ειδικά με μια εξτρεμιστικά αριστερή ιδεολογία, με κάτι δηλαδή που δημιουργεί μια «αντίφαση εν τοις όροις». Με δυο λόγια, μπορεί να δανειζόμουν πράγματα, αλλά τα χρησιμοποιούσα εντελώς διαφορετικά.
Ούτως ή άλλως, τα ευρήματα από την έρευνά μου στο YouTube με άφησαν άναυδο. Είδα ένα σωρό βιντεάκια, με πρωταγωνιστές σχεδόν κάθε εθνικότητας: από Ρώσους μέχρι Γιαπωνέζους και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, και ασφαλώς κι Έλληνες. Κάτι τύποι καθισμένοι μπροστά σε τραπέζια όπου ήταν ακουμπισμένα τασάκια με τσαλακωμένες χαρτοπετσέτες μέσα, οι οποίοι τύποι είχαν τα βλέμματά τους καρφωμένα εκεί επάνω.
Θυμάμαι έναν τους, Έλληνα, να λέει (και τα έβαλα και μες στο βιβλίο μου μετά) ότι ένιωθε τα μάτια του να σημαδεύουν το χαρτί, να ξεκινούν λεπτοί γυάλινοι σωλήνες από τα μάτια του, και να τα συνδέουν με τη χαρτοπετσέτα. Και στο τέλος, αίφνης, μπροστά στα παγωμένα από την έκπληξη, δικά μου μάτια, μικρές φλογίτσες άρχιζαν να ξεφυτρώνουν από το τσαλακωμένο χαρτί στο τασάκι και ο καπνός ανηφόριζε στριφογυρίζοντας.
Η έκπληξή μου δεν οφειλόταν μόνο στην απεικόνιση μέσω βιντεοσκόπησης του περιστατικού πυρογένεσης. Το τελευταίο δεν μπορούσα να το χάψω με τίποτα. Ήμουν χίλια τα εκατό σίγουρος ότι οι τύποι στα βίντεο είχαν απλώς διακόψει τη λήψη, είχαν βάλει φωτιά στο χαρτί μ’ έναν αναπτήρα, κι άρχιζαν μετά ξανά το γύρισμα.
Όχι, η έκπληξή μου οφειλόταν στη διαπίστωση ότι αυτό που νόμιζα σπάνιο ήταν τραγικά διαδεδομένο, κι αυτό σήμαινε ότι μπορούσα άνετα να ξεκινήσω να γράφω, αφού, παρότι τρελή και όχι απλώς οριακά πιστευτή, αλλά παντελώς απίστευτη ιστορία, ο πυρήνας της τρέλας της και το ασύλληπτο επίκεντρό της ήταν τόσο γνωστά εκεί έξω.
Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα. Το πρώτο εξεγερσιακό ελληνικό μυθιστόρημα στα χρόνια της κρίσης, το χαρακτήρισε κάποιος, λες και θα γράφονταν κι άλλα με θέμα μια φανταστική εξέγερση. Ενώ ο μακαρίτης ο Περικλής Κοροβέσης, παρουσιάζοντάς το σε μία εκδήλωση στα Εξάρχεια, βρήκε την ευκαιρία να σχολιάσει ότι οι επαναστάτες είναι πάντα καυλωμένοι.
Επειδή ο κεντρικός μου ήρωας, ένα είδος σύγχρονου Δον Κιχώτη, κάθε φορά που βάζει φωτιά, με την πυρογενετική ικανότητά του, σε μια Τράπεζα ή σ’ ένα τηλεοπτικό κανάλι, είναι όντως καυλωμένος. Και πρέπει μετά να αυνανιστεί για να σβήσει τη σεξουαλική πείνα και δίψα του.
Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα. Άλλο ένα έργο μου που έπεσε σε μαύρη τρύπα. Για τους δεξιούς ένα ανυπόφορο, ακραία αριστερό έργο. Μια φίλη ποιήτρια κι ένας φίλος σκηνοθέτης, παρότι άγνωστοι μεταξύ τους, λες και ήταν συνεννοημένοι, αναρωτήθηκαν όταν το διάβασαν πώς και δεν μ’ έχουν βάλει ακόμη φυλακή, ως υποκινητή ταραχών ή κάτι ανάλογο.
Δεν λογάριαζαν ότι οι Αρχές εδώ δεν ασχολούνται με τη λογοτεχνία, την έχουν χεσμένη. Άσε που μιλάμε για μια μαύρη κωμωδία, επομένως ποια υποκίνηση ταραχών και ποιες διώξεις; Δεν έγραψα επαναστατική μπροσούρα. Αν και τόσο ξεφτέρια που φαντάζομαι ότι είναι οι υπεύθυνοι για τέτοια πράγματα, θα μπορούσαν κάλλιστα να τα πάρουν όλα πολύ στα σοβαρά.
Και για αρκετούς αριστερούς, όμως, Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα δεν είναι παρά μια μεταφυσική αηδία, κρίνοντας από τις παραφυσικές ικανότητες του πρωταγωνιστή μου, οι οποίες κατά τη γνώμη τους μαγαρίζουν και την εξέγερση που ζωντανεύει το βιβλίο. Ο συνδυασμός αυτός τούς φάνηκε σκέτη ύβρις, και το βιβλίο μου, ένα αντιδραστικό σκουπίδι.
–Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν λέτε το όνομα Βαγγέλης Ραπτόπουλος;
Κάποιος που έζησε στο γύρισμα από τον 20ό στον 21ο αιώνα κι έγραψε περί τα τριάντα βιβλία, ως επί το πλείστον μυθοπλασίας, τις περισσότερες φορές εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά ταυτόχρονα και ακριβώς ίδια, υπό την έννοια ότι όλα τους κουβαλάνε το βασικό χαρακτηριστικό μου, που δίνει και το στίγμα μου.
Ποιο είναι αυτό το στίγμα; Όλα μου τα βιβλία λένε, μάλλον ωμά και απροκάλυπτα, την αλήθεια του δημιουργού τους. Ή, ακόμη καλύτερα, την κατά καιρούς αλήθεια του δημιουργού τους (επειδή και η αλήθεια μας μπορεί ν’ αλλάξει προχωρώντας στη ζωή, αφού «τα πάντα ρει»). Και λένε την αλήθεια, ίσως, πιο ωμά και απροκάλυπτα απ’ ό,τι το κάνουν τα έργα άλλων συγχρόνων μας.
Ο άνθρωπος αυτός, για τον οποίο με ρωτάτε, έγραψε τα συγκεκριμένα βιβλία, και πολύ περισσότερο τα εξέδωσε, ευελπιστώντας ότι μπορούν να φανούν χρήσιμα και σε ορισμένες ή ορισμένους εκεί έξω, οι οποίοι ενδεχομένως αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα μ’ εκείνα που γέννησαν τα εν λόγω γραπτά.
Και επειδή, αν συνεχίσω μιλώντας για τον εαυτό μου σε τρίτο πρόσωπο, θα θεωρηθεί αναπόφευκτα όχι απλώς παιχνίδι, αλλά το αποκορύφωμα του εγωκεντρισμού, επιστρέφω οριστικά στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση.
Με τα γραπτά μου πολύ θα ήθελα να μοιάσω στον αρχαίο παππού μας, τον σοφό Σωκράτη (όπως τον λέει κι ο Βαμβακάρης), ο οποίος παρομοίαζε τον εαυτό του με αλογόμυγα που κεντρίζει τα καπούλια της Αθήνας.
Ίσως το κατάφερα σε αρκετές εποχές της δημιουργικής μου πορείας, αλλά όχι πάντα ασφαλώς, ειδικά από τη στιγμή που μιλάμε για μια πορεία μισού αιώνα. Επειδή απλούστατα η Αθήνα-άλογο μπορεί να μάθει να σε διώχνει ανεμίζοντας την ουρά της κάποια στιγμή, ή να μετακινηθεί μακριά σου και να μην τη φτάνεις. Να μη γίνεται πάντα, εν πάσει περιπτώσει, να της τσιμπήσεις τα καπούλια.
Ωστόσο, μάλλον ισχύει κι εδώ κάτι ανάλογο με ό,τι έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις: «Λαϊκό τραγούδι δεν είναι αυτό που ακούει ο λαός, αλλά αυτό που τον εκφράζει». Με άλλα λόγια, τα Διόδια, Ο εργένης, η Λούλα, οι Φίλοι μπορεί να πέτυχαν τον στόχο τους. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αστόχησαν Η Μεγάλη Άμμος, το Χάσαμε τον Μπαμπά, οι Ιστορίες της Λίμνης,το Έρωτες, έρωτες, έρωτες,η Μοιρολα3.
Ούτως ή άλλως, η όποια αιρετική διάσταση των βιβλίων μου αποτελεί άλλο ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό μου ή στοιχείο που με εκφράζει. Και εκτείνεται από τις πορνογραφικές σελίδες της Λεσβίας ως το γραπτό ντοκιμαντέρ μου για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τη Χρυσή Αυγή (Μαίανδρος: Ντοκιμαντέρ ενός πολιτικού εγκλήματος).
Μια από τις συλλογές της αισθησιακής ποιήτριας Αλεξάνδρας Μπακονίκα, η οποία πληρώνει επίσης την επιλογή της με περιθωριοποίηση, επιγράφεται: Ηδονή και εξουσία. Ιδού τα δύο μεγαλύτερα θέματα που απασχολούν όχι μόνο την ποίησή της, αλλά και την πεζογραφία μου. Ή, αλλιώς, όπως γράφει και ο Κούντερα, στα βιβλία μου δεν είμαι παρά ένας ηδονιστής φυλακισμένος σ’ ένα πολιτικό ον.
Για να μην παρεξηγηθώ: δεν μιλάμε για κανέναν Τσε Γκεβάρα της ντόπιας λογοτεχνίας. Κι ας νιώθω συχνά αντιφρονών και αντικαθεστωτικός. Κι ας υιοθέτησα ως μέντορά μου τον μέγα προβοκάτορα Ηλία Πετρόπουλο. Τα δικά μου γραπτά δεν διαθέτουν την ανατρεπτική οξύτητα του δημιουργού της Ονοματοθεσίας οδών και πλατειών και του Κουραδοκόφτη, ούτε κατ’ ιδέαν.
Ή, για να είμαστε ακόμη πιο δίκαιοι, όπως γράφω και στο αυτοβιογραφικό βιβλίο μου Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί, υπήρξα «εν μέρει ανατρεπτικός, κι εν μέρει συστημικός». Και όχι μόνο το ένα από τα δύο, το πρώτο, με το οποίο κάποιοι ομότεχνοί μου αυτοκολακεύονται ποζάροντας ως πνευματικοί και κοινωνικοί επαναστάτες.
Κι επειδή και αυτές εδώ οι γραμμές μοιάζουν με αυτοκολακεία, δηλώνω πως δεν περιαυτολογώ, τουλάχιστον στο σημείο αυτό, αλλά επαναλαμβάνω απλώς λόγια των κριτικών μου, μερικοί από τους οποίους, κατά τα άλλα, απορρίπτουν κάθετα τη δουλειά μου.
Τελευταίο και φαρμακερό χαρακτηριστικό των γραπτών μου, λοιπόν, είναι το εξής πανθομολογούμενο: θεωρούμαι αυτό που λένε οι Αγγλοσάξονες «page turner». Ελληνιστί, δεν αφήνεις τα βιβλία μου από τα χέρια σου.
Διαβάζονται δε και γρήγορα, σαν να σε παίρνει η κατηφόρα. Λόγω πλοκής; Λόγω αφηγηματικού ταλέντου; Το οποίο ταλέντο μερικές φορές σκέφτομαι ότι δεν είναι παρά μια μετωνυμία του πανταχού παρόντος άγχους μου.
Τι μένει; Γράφω ωραία; Είμαι στιλίστας, με τον τρόπο μου; (Ο Πετρόπουλος, φέρ’ ειπείν, θεωρείται ταυτόχρονα βέβηλος και ανατροπέας, όσο και μοναδικός στιλίστας.) Εξερεύνησα ανεξερεύνητα θέματα, συγκρούστηκα με το πνευματικό κατεστημένο, περιθωριοποιήθηκα από το σύστημα;
Ως προς το στιλ, διαφωνώ με τους εστέτ ότι η μορφή προηγείται, ότι το ύφος έχει την πρωτοκαθεδρία. Μορφή και περιεχόμενο είναι αδιαίρετα. Και το περιεχόμενο, αν είναι αυθεντικό, γεννάει το αφηγηματικό ύφος που του ταιριάζει. Το ύφος του Ντοστογιέφσκι δεν είναι ατημέλητο, αλλά κατάλληλο για το βάθος των ψυχικών εξερευνήσεών του.
Μια και ανέφερα το κατεστημένο και την περιθωριοποίηση, μου είναι αδύνατον να ξεχάσω τον Νίτσε, ο οποίος, τον καιρό που δίδασκε Αρχαία Ελληνικά στο γερμανικό πανεπιστήμιο, έλεγε ότι οι περισσότεροι συνάδελφοί του θα έπρεπε να βάλουν μια ταμπέλα στην πόρτα του γραφείου τους, που να λέει ότι δεν ενόχλησαν ποτέ κανέναν.
Ας αφήσουμε, όμως, να πουν τίποτα και οι άλλοι, ας τελειώσει κάπου εδώ αυτή η μεταμφιεσμένη σε συνέντευξη, αυτοπροσωπογραφία. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, όπως λέει και η παροιμία. Όταν ακούω τ’ όνομά μου μού έρχομαι στο μυαλό εγώ, δεν είναι αυτονόητο; Κι εγώ για μένα δεν είμαι παρά μια πελώρια ταυτολογία.
Σε αντίθεση με την άποψη του Σαρτρ ότι η κόλαση είναι οι άλλοι, και παρότι υπάρχουν φάσεις στη ζωή που θα ήμουν ψεύτης εάν δεν παραδεχόμουν ότι ισχύει απολύτως και η απαισιόδοξη οπτική του Γάλλου υπαρξιστή, κατά την ταπεινή μου γνώμη ο παράδεισος είναι οι άλλοι!

-Κύριε Ραπτόπουλε σας ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.
Και εγώ σε ευχαριστώ Χρήστο.
Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο

