Πανελληνίων το ανάγνωσμα…

Σίγουρα ένα μεγάλο μέρος των αναγνωστών έχει μπει στη διαδικασία να περάσει τη σκόπελο των Πανελληνίων Εξετάσεων, με όποιο αποτέλεσμα. Οι Πανελλήνιες Εξετάσεις έχουν, όπως και όλοι οι άλλοι θεσμοί του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, υπέρμαχους και πολέμιους. Θυμάμαι ακόμα τον εαυτό μου προ μερικών χρόνων να μελετά και να αποστηθίζει ολόκληρα κατεβατά, που εν τέλει όχι μόνο δε θυμάμαι την παραμικρή φράση αλλά πολύ περισσότερο δε μου είναι χρήσιμα επ’ ουδενί, ούτε στην εργασία μου μα ούτε και στην καθημερινότητά μου. Θα επιθυμούσα ωστόσο να ξεκαθαρίσω κάτι εξαρχής: Με τον τρόπο που είναι σήμερα δομημένες οι Πανελλήνιες θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου «πρωτοπόρο» των πολεμίων αυτής της διαδικασίας, κάτι που θα αναπτύξω σε αυτό το άρθρο.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος και πρωτίστως για να μην αοριστολογώ, ας εξετάσουμε τα χαρακτηριστικά εκείνα για τα οποία είναι οι Πανελλήνιες ένα ακόμη απομεινάρι παλαιότερων εκπαιδευτικών πρακτικών. Πρώτα – πρώτα, οι Πανελλήνιες δε παρουσιάζουν εγκυρότητα. Έγκυρες θεωρούνται οι εξετάσεις, όταν τα εξαγόμενα από αυτές αποτελέσματα οδηγούν τον κάθε υποψήφιο στη σχολή για την οποία είναι κατάλληλος. Η ελληνική εκδοχή των εξετάσεων αποτελεί ανέκδοτο από αυτήν την άποψη.

Ποιος είναι ο βαθμός εγκυρότητάς τους, όταν π.χ. για να εισαχθείς στα τμήματα Πολυτεχνείων ανά την επικράτεια δεν εξετάζεσαι καθόλου στον ηλεκτρομαγνητισμό (φυσική), ενώ ταυτόχρονα απουσιάζουν παντελώς από την ύλη οι μιγαδικοί αριθμοί; Ποιος είναι ο βαθμός εγκυρότητάς τους, όταν για να εισαχθείς σε κάποιο τμήμα μουσικής, γυμναστικής ή σωμάτων ασφαλείας λόγου χάρη, δε διδάσκεσαι τίποτα από τα παραπάνω σε σοβαρό επίπεδο; Δε θα μου κάνει καθόλου εντύπωση, αγαπητέ αναγνώστη, αν τις επόμενες χρονιές οι «χαρτογιακάδες» του υπουργείου προσθέσουν στα εξεταζόμενα μαθήματα και το… τάβλι, υπό την έννοια ότι κάποιος θα επιχειρηματολογήσει ότι το τσίμπημα των ζαριών αποδεικνύει κιναισθητική ευφυία!

Έπειτα, καλό θα ήταν να εξετάσουμε και το κριτήριο της αξιοπιστίας. Αξιόπιστο θεωρείται ένα τεστ, μια εξέταση, όταν, εφόσον επαναληφθεί αρκετές φορές, τα αποτελέσματά του δεν έχουν αισθητές αποκλίσεις. Ω, του θαύματος, τόσα χρόνια που έχουμε αποτελέσματα των εξετάσεων αυτών θα έπρεπε τουλάχιστον να περιμένουμε παραπλήσια αποτελέσματα, αν όχι τα ίδια. Και προφανώς μία τρίωρη εξέταση δεν αποτελεί κριτήριο αξιοπιστίας. Και γιατί; Διότι πολύ απλά, όταν το μέλλον σου -υπό την έννοια του χαρακτήρα της εξεταστικής διαδικασίας- κρίνεται μέσα σε συνολικά 12, το πολύ 15 ώρες, τότε μάλλον κάτι δε πάει καθόλου, μα καθόλου καλά…

Συν τοις άλλοις, οι Πανελλήνιες Εξετάσεις και η αντικειμενικότητα είναι εκ διαμέτρου αντίθετες έννοιες. Και πού το στηρίζω αυτό; Μα, η απάντηση είναι πασιφανής: στα πολύ υψηλά ποσοστά αναβαθμολογήσεων κάθε χρόνο, σε όλα τα μαθήματα μηδενός εξαιρουμένου. Είναι δυνατόν να μην είναι υποκειμενική μια τέτοια διαδικασία, όταν ο βαθμός του γραπτού σου εξαρτάται από 2 ή και 3 βαθμολογητές; Για να το απλοποιήσουμε, υπήρξε περίπτωση γνωστού μου, που ο πρώτος βαθμολογητής στο μάθημα της Ιστορίας τού έβαλε 49/100. Ο δεύτερος τον αξιολόγησε με 70/100 (!). Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, την έκπληξη του συγκεκριμένου ατόμου, όταν είδε ότι ο τρίτος που χρειάστηκε να δώσει τη λύση τον βαθμολόγησε με… 50/100! Και σίγουρα δεν είναι η μοναδική παράδοξη περίπτωση του -εδώ και χρόνια- αποτυχημένου ελληνικού εξεταστικού συστήματος!

Ένας ακόμη μύθος των Πανελληνίων είναι η φράση που άκουγα και συνεχίζω να ακούω από μαθητές: «Πηγαίνοντας στο φροντιστήριο, θα μπω στο πανεπιστήμιο». Και κάπου εδώ ξεκινάω να προβληματίζομαι. Γιατί η πικρή αλήθεια είναι διαφορετική. Ας υποθέσουμε ότι ζούμε σε ένα παράλληλο σύμπαν, ότι τα φροντιστήρια αποτελούν… όνειρο θερινής νυκτός, ότι όλοι οι μαθητές βασίζονταν κατ’ αποκλειστικότητα στο σχολείο, για να επιτύχουν στις εξετάσεις. Μαντέψτε τι θα γινόταν! Οι επιδόσεις των μαθητών θα ήταν ακριβώς οι ίδιες. Ναι, καλά διαβάζετε! Και πού το στηρίζω αυτό; Μα, στο γεγονός ότι η μόνη πραγματική υπηρεσία του φροντιστηρίου (ή των ιδιαιτέρων, δεν έχει τόσο σημασία το όνομα) είναι απλώς να κρατά τον υποψήφιο στο παιχνίδι του ανταγωνισμού με τους άλλους συμμαθητές του. Καταλήγουμε, επομένως, στο συμπέρασμα ότι τα αποτελέσματα θα ήταν ακριβώς τα ίδια, αν κανένας μαθητής δεν βασιζόταν στην εξωσχολική εκπαίδευση.

Καλά ως εδώ. Το ζήτημα είναι ποιο θα ήταν εκείνο το σύστημα, εκείνη η μαγική φόρμουλα, που θα έδινε στα παιδιά το κλειδί για την τριτοβάθμια εκπαίδευση με λιγότερο κόπο, που θα ανακούφιζε κάπως τις τσέπες των οικογενειών τους, που θα έδινε στο σχολείο άλλο κύρος κι άλλη αξία. Θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής. Δεν υπάρχει ούτε πρόκειται να υπάρξει το «τέλειο σύστημα», η πανάκεια που θα επέτρεπε στον καθένα να ζήσει το όνειρό του.

Προσωπικά θεωρώ πως οι ενδοπανεπιστημιακές εξετάσεις θα ήταν αρκετά καλύτερες από αυτό το αντιπαιδαγωγικό κι αξιοθρήνητο σύστημα, τις Πανελλήνιες, που κάποιοι βάλθηκαν να επιβάλλουν σε 18χρονους μαθητές. Το σκεπτικό μου έχει ως εξής. Θέλεις για παράδειγμα να εισαχθείς στη Νομική. Ασχολήσου λοιπόν με την ουσία του τομέα που θες να ακολουθήσεις. Διάβασε και προβληματίσου πάνω από εκατοντάδες νομικές ορολογίες, ασχολήσου με το διοικητικό δίκαιο, το συνταγματικό δίκαιο, το αστικό δίκαιο, που σε τελική ανάλυση είναι αυτό που αγαπάς και θες να ακολουθήσεις.

Έπειτα, πάνω σε μια προκαθορισμένη από το Τμήμα (όχι τη Σχολή) ύλη μπορείς να διεκδικήσεις την εισαγωγή σου, όπως και άλλοι πολλοί στην Ελλάδα! Παράλληλα, έχεις κατά νου ότι αντί για τους 100.000 υποψηφίους, ανταγωνίζεσαι τους 10.000 που επιθυμούν την εισαγωγή στη Νομική! Εξυπακούεται, σε αυτό το σημείο, ότι ο καθορισμός των εισακτέων επιβάλλεται να περάσει στις αρμοδιότητες των Πανεπιστημίων κι όχι να είναι πολιτικό παιχνίδι στα χέρια πολιτικών, που ο καθείς για τους δικούς του λόγους αυξομειώνει αυτόν τον αριθμό, που πολλές φορές δε μπορεί να απορροφηθεί από τα Α.Ε.Ι. της χώρας μας. Αντί για τα παραπάνω, ο υποψήφιος της Νομικής μελετά τον Πρωταγόρα, τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, το Βιργίλιο και μαθαίνει πώς να κάνει μια σωστή δομή του προλόγου του για το μάθημα της Έκθεσης. Αλλά φευ, σίτου σπαρέντος, κριθή έφυ…[1] Άλλα περιμέναμε να διαβάζουν οι εξεταζόμενοι κι άλλα διαβάζουν δηλαδή.

Έτσι, το σχολείο επιτελεί τον πραγματικό σκοπό της ύπαρξής του, που δεν είναι άλλος από την παροχή γενικών γνώσεων σε όλους τους τομείς των επιστημών και ολόπλευρης αγωγής. Η εξεταστική διαδικασία αποσπάται από το σχολικό περιβάλλον, ενώ παράλληλα οι μαθητές αποκτούν τα απαραίτητα εφόδια για να ενταχθούν (ως ώριμοι ενήλικες πλέον) στο κοινωνικό σύνολο.

Συμπεραίνουμε λοιπόν από τα παραπάνω στοιχεία, που δεν προκύπτουν ούτε από εκτενείς αναλύσεις κι έρευνες ούτε από κάποιον επίσημο φορέα, μα, από την απλή λογική ότι οι Πανελλήνιες είναι μη συμβατές με το πνεύμα που θα πρέπει να διακατέχει την ελληνική εκπαίδευση, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Είναι ένα σύστημα αξιολόγησης άκρως ταξικό, με τη λογική ότι τα παιδιά των ευπορότερων οικογενειών έχουν καλύτερες και πιο παραγωγικές ευκαιρίες στη μάθηση από ό,τι τα παιδιά των πιο λαϊκών οικογενειών. Ιδανική λύση σίγουρα δεν υπάρχει. Ωστόσο, εκτιμώ πως το προτεινόμενο από τον γράφοντα σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση και την κοινή επιδίωξη, την απόκτηση όσο γίνεται περισσότερων σφαιρικών γνώσεων, αλλά και του πραγματικού νοήματος της παιδείας.


[1] Σπείραμε σιτάρι και φύτρωσε κριθάρι

Τριτοετής σπουδαστής της Πυροσβεστικής Ακαδημίας στην Αθήνα. Στον ελεύθερο χρόνο που διαθέτω, μου αρέσει να διαβάζω ιστορία και να γυμνάζομαι. Στόχος μου είναι να παρουσιάσω συνοπτικά και κατανοητά σε όλους άρθρα, μακριά από τον ξύλινο λόγο που έχουμε βαρεθεί. Κατάγομαι από τη Λάρισα.