Εκπαίδευση Ενηλίκων: Παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα των προγραμμάτων και προτάσεις για βελτίωση

Ο σχεδιασμός του εκπαιδευτικού προγράμματος για την Εκπαίδευση Ενηλίκων είναι μία διαδικασία που συνεχώς μεταβάλλεται και επαναλαμβάνεται κάθε φορά που ξεκινάει ένα καινούριο πρόγραμμα. Η διαδικασία αυτή βασίζεται σε επιστημονικές έρευνες, καθώς διάφοροι θεωρητικοί εξέφρασαν και υποστήριξαν διάφορα μοντέλα σχεδιασμού.

Τα επικρατέστερα και τα πιο γνωστά είναι τα τρία γενικά μοντέλα σχεδιασμού προγραμμάτων: το κλασσικό, το νατουραλιστικό και το κριτικό. Το κλασσικό μοντέλο το συσχετίζει με τη διεργασία της διδασκαλίας και της μάθησης, ενώ δεν αναγνωρίζει την σημασία της κριτικής συζήτησης και σκέψης. Η νατουραλιστική προσέγγιση βασίστηκε στην ρεαλιστική εξέταση της εκπαιδευτικής διαδικασίας που αναδεικνύει την επίδραση του εκπαιδευτή στη διαδικασία της εκπαιδευτικής υλοποίησης. Τέλος η κριτική θεώρηση αναγνωρίστηκε ως κοινωνική δραστηριότητα όπου δεν λαμβάνει υπόψη τους περιορισμούς στον σχεδιασμό προγραμμάτων (Jarvis, 2020).

Στην Ελλάδα από το 2012 και μετά, για την εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων προέκυψαν πολλές νομοθετικές ρυθμίσεις όπου συνετέλεσαν αρνητικά στην πορεία της Εκπαίδευσης Ενηλίκων.

Ο πρώτος παράγοντας που επηρέασε την ποιότητα των προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων είναι οι δυσλειτουργίες της κεντρικής κυβέρνησης σχετικά με το θέμα. Στο πεδίο για την Εκπαίδευση Ενηλίκων παρατηρείται απουσία συντονισμού αλλά και σχεδιασμού. Η έλλειψη του στρατηγικού σχεδιασμού παρατηρείται σχετικά με την απορρόφηση των κονδυλίων από την Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς γίνεται χωρίς αξιοκρατικά χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με έρευνα του Λιντζέρη και Γούλα (2017), η εκπαίδευση και κατάρτιση των ενηλίκων από κοινοτικούς πόρους λειτούργησε ως μίας ψηφοθηρικής βιομηχανίας κατάρτισης, ως μέσο αθέμιτων πρακτικών και ισχυροποίηση τοπικών και οικονομικών συμφερόντων. Επίσης παρατηρήθηκαν προβλήματα συντονισμού αλλά και ευρεία κατασπατάληση κοινοτικών πόρων σε λανθασμένες και χωρίς στόχευση πολιτικές.

Επιπλέον παρατηρείται πως η δια βίου μάθηση αντιμετωπίζεται ως μία πρόσκαιρη λύση μείωσης της ανεργίας χωρίς στρατηγική για την ανάπτυξη και την απασχόληση των εργαζομένων. Έτσι μέσα σε αυτό το περίβλημα δημιουργήθηκαν νέα προβλήματα στην ποιότητα και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης (Κόκκος κ.α., 2021). Επίσης, το μεγάλο πλήθος και η πολυπλοκότητα των νόμων συνετέλεσαν στην κακή εφαρμογή των νόμων μέσω αντικρουόμενων νομοθετικών πράξεων οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τις συνεχείς τροποποιήσεις και συμπληρώσεις στους παραπάνω νόμους. Παράδειγμα της προβληματικής λειτουργίας της κεντρικής κυβέρνησης είναι οι ασαφείς αρμοδιότητες Γενικής Γραμματείας Δια Βίου Μάθησης, όπου μέσω συγχωνεύσεων και μετατροπών της αποδόθηκαν πάρα πολλές αρμοδιότητες οι οποίες ήταν φύσει αδύνατο να τις φέρει εις πέρας (Κόκκος κ.α., 2021).

Επόμενος παράγοντας είναι η ελλιπής και η χωρίς αποτέλεσμα χρηματοδότηση. Οι δαπάνες για την Εκπαίδευση Ενηλίκων από τον κρατικό προϋπολογισμό ήταν μειούμενες από το 2010 – 2016 με αποτέλεσμα να υπάρξει ανεπάρκεια για την λειτουργία του συστήματος εκπαίδευσης ενηλίκων. Τα επόμενα χρόνια οι δαπάνες αυτές καλύφτηκαν από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι όμως έθεταν προτεραιότητες στις ανάγκες εκπαίδευσης των προγραμμάτων όπου πολλές φορές δεν αντιστοιχούσαν στις ανάγκες της Ελληνικής κοινωνίας. Η Ελληνική πολιτεία αν και λάμβανε αυτούς τους χρηματοδοτικούς πόρους τους διέθετε κυρίως σε επιδοτήσεις παρά σε ενέργειες και πρωτοβουλίες επαγγελματικής κατάρτισης και εξειδίκευσης. Χαρακτηριστικό είναι πως το 2016 η Ελλάδα βρισκόταν στην 21η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση στους πόρους που διέθετε για κατάρτιση και επιμόρφωση.

Επιπρόσθετα παρατηρείται στις επιχειρήσεις ακόμη και σήμερα η έλλειψη κουλτούρας της Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Παρόλη την ύπαρξη του Λογαριασμού (ΛΑΕΚ) όπου συμμετέχουν οικονομικά για την διασφάλιση αυτού του λογαριασμού μέσω των εργοδοτικών εισφορών, οι επιχειρήσεις δεν δημιουργούν προγράμματα κατάρτισης λόγω των χρονοβόρων διαδικασιών που απαιτούνται για την αποπληρωμή μέρους του ποσού που έχουν διαθέσει (Κόκκος κ.α., 2021).

Από το 2010 και μετά καμία κρατική υπηρεσία δεν έχει οργανώσει πρόγραμμα επιμόρφωσης και κατάρτισης των εκπαιδευτών ενηλίκων. Επίσης η τράπεζα θεμάτων που θεσπίστηκε για την ύλη της εξέτασης κατά την πιστοποίηση δεν είναι ενημερωμένη αφού χρονολογείται από το 2014 και δεν έχει επικαιροποιηθεί. Οι ερωτήσεις της έχουν ως βάση την αποστήθιση και όχι την κριτική προσέγγιση του κάθε υποψήφιου εκπαιδευτή. Πολλές από τις ερωτήσεις έχουν παρωχημένο υλικό απάντησης. Γενικώς παρατηρείται μία καταστρατήγηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των πιστοποιημένων εκπαιδευτών αφού υποκαθίστανται από εκπαιδευτές που δεν έχουν καμία σχέση με την εκπαίδευση ενηλίκων (Κόκκος κ.α., 2021).

Τέλος τα μη επικαιροποιημένα επαγγελματικά περιγράμματα είχαν ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Η σημασία του επαγγελματικού περιγράμματος είναι πολύ σημαντική για την εκπαίδευση ενηλίκων καθώς μέσω αυτού αναπτύσσονται οι γνώσεις, οι δεξιότητες και το περιεχόμενο των διδακτικών ενοτήτων. Επίσης ανεπαρκής συμβουλευτική καθοδήγηση από επαγγελματίες είχε ως αποτέλεσμα να μην αξιολογούνται οι δεξιότητες και τα ενδιαφέροντα των ωφελούμενων αλλά και οι προσδοκίες από την παρακολούθηση του προγράμματος (Κόκκος κ.α., 2021).

Οι προτάσεις που θα μπορούν να διατυπωθούν για την βελτίωση των προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων είναι: Η θέσπιση ενιαίας πολιτικής συντονισμού και δράσης με τον εκσυγχρονισμό του Εθνικού πλαισίου για την ανάπτυξη της Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Ο εκσυγχρονισμός του πλαισίου προσδιορίζεται με την ποιότητα στην παροχή εκπαίδευσης, δηλαδή σε εκπαιδευτικές δομές, σε τεχνολογικές υποδομές, σε διδακτικό υλικό και σε εκπαιδευτές. Αναβάθμιση της ποιότητας των προγραμμάτων και των διδακτικών μεθόδων μέσω της θέσεως σε διαβούλευση για την επικαιροποίηση των επαγγελματικών περιγραμμάτων προσόντων και προδιαγραφών. Η σωστή αξιοποίηση των χρηματικών πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε προγράμματα κατάρτισης σύγχρονα, τα οποία θα προσδώσουν ικανές γνώσεις και δεξιότητες στους καταρτιζόμενους ώστε να τις αξιοποιήσουν στην εργασία τους αν είναι εργαζόμενοι ή στον εμπλουτισμό των δεξιοτήτων τους αν είναι άνεργοι (Κόκκος κ.α., 2021).

Θα πρέπει να υπάρξει κρατικός έλεγχος στα εκπαιδευτικά κέντρα δια βίου μάθησης ώστε να υπάρχει σωστός σχεδιασμός των εκπαιδευτικών προγραμμάτων σύμφωνος με την ποιότητα των εκπαιδευτικών δράσεων. Οι προδιαγραφές λειτουργίας τους θα πρέπει να έχουν αφενός ως στόχο την ανάπτυξη των γνώσεων και ικανοτήτων τους αλλά και να βοηθά τους ωφελούμενους ώστε να ανταποκρίνονται στις επαγγελματικές απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Θα πρέπει να γίνει προσπάθεια δημιουργίας κουλτούρας εκπαίδευσης και κατάρτισης αναδεικνύοντας τα οφέλη που θα υπάρχουν για τις επιχειρήσεις. Είναι ευκαιρία τώρα λόγω της συγκυρίας με την τηλεργασία και αναβάθμιση ψηφιακού μετασχηματισμού να εδραιωθεί μία κουλτούρα εκπαίδευσης στους χώρους εργασίας που μπορεί να ενταχθεί και στην στρατηγική ανάπτυξη των στόχων της επιχείρησης (Κόκκος κ.α., 2021).

Είναι επιτακτική ανάγκη για αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εκπαιδευτών ενηλίκων και τον εκσυγχρονισμό των αναλυτικών προγραμμάτων. Θα πρέπει να δημιουργηθούν προγράμματα επιμόρφωσης των εκπαιδευτών με βιωματικές και συνεργατικές μεθόδους για την βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Απαιτείται επικαιροποίηση των προγραμμάτων με στόχο την ανάπτυξη των ψηφιακών δεξιοτήτων (χρήση προγραμμάτων Η/Υ, ηλεκτρονικό εμπόριο, social media, ψηφιακό marketing κλπ.). Και την γενικότερη ανάπτυξη δεξιοτήτων που είναι απαραίτητες για την οικονομική και την κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου (Κόκκος κ.α., 2021).

Από τον Γιώργο Μπρομπονά

Οικονομολόγος (Msc)

Πιστοποιημένος Εκπαιδευτής Ενηλίκων (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.)

Βιβλιογραφία

Jarvis, P. (2022). Εκπαίδευση Ενηλίκων και Δια βίου Μάθηση, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα

Κόκκος, Α. κ. συν. (2021). Η εκπαίδευση και κατάρτιση ενηλίκων στην Ελλάδα. Αθήνα: διαΝΕΟσις.

Επιλεγμένα άρθρα από ειδικούς στο είδος τους!