Άρης Τερζόπουλος: «Θα υπάρξει μεγάλη παραγωγή ηλιθίων στο μέλλον»

Ήθελα πολλά χρόνια να κάνω μια συνέντευξη με τον Άρη Τερζόπουλο. Τον είχα προσεγγίσει το 2021. Ήταν δεκτικός και άμεσος. Για κάποιους δικούς μου λόγους δεν τα καταφέραμε. Ήρθε όμως η στιγμή. Βρεθήκαμε  στο στέκι του, το  Loubier Tennis Club στη Εκάλη, όπου περνάει τον χρόνο του δοκιμάζοντας τις αντοχές του παίζοντας τένις. Όπως μου ανέφερε, γίνεται ελάχιστα καλύτερος με τον καιρό. Θυμάμαι, ήμουν πέντε χρονών το 1997 όταν έπιασα για πρώτη φορά ένα τεύχος του ΚΛΙΚ στα χέρια μου. Άραγε, εκείνη τη περίοδο υπήρχε σπίτι χωρίς ΚΛΙΚ; Δεν κατάλαβα πολλά από το ξεφύλλισμα. Δεν θυμάμαι καν τι έγραφαν τα κείμενα. Σίγουρα μου έκαναν εντύπωση οι εξωπραγματικές και πολύχρωμες εικόνες των άρθρων, οι φωτογραφίες των μοντέλων που λάνσαραν ρούχα ή κοσμήματα αλλά και οι διαφημίσεις σε αρκετές σελίδες, ειδικά από τσιγάρα και αρώματα.

Στη πορεία των χρόνων, όταν άρχισε να με ελκύει η δημοσιογραφία άρχισα να ψάχνω, να συλλέγω και να αγοράζω παλαιότερα ή της εποχής μου lifestyle περιοδικά. Μέσα στην γενική αναζήτηση, αντιλήφθηκα ότι η παρακαταθήκη των Εκδόσεων Τερζόπουλος είχε αφήσει ένα ξεχωριστό αποτύπωμα. Σε αυτή την εφ’ όλης της ύλης  συνέντευξη μιλήσαμε για τα πάντα. Φεύγοντας, μετά το πέρας  δύο και κάτι ωρών συνομιλίας μαζί του, διαπίστωσα το εξής. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι χορτασμένος από οικονομική άνεση, επιτυχία, καταξίωση, αισθητική, εικόνες, εμπειρίες και βιώματα πέραν από αυτά που κουβαλά ο μέσος άνθρωπος. Αυτό που δε συμβαίνει συχνά είναι ένας τέτοιος άνθρωπος να είναι απλός, γήινος και προσεγγίσιμος. Να σου μιλάει για όσα έζησε, όσο σπουδαία και αν ήταν, σαν να πρόκειται για το πιο απλό συμβάν στο κόσμο. Ένας τέτοιος άνθρωπος  που γνώρισα ήταν ο Άρης Tερζόπουλος. Σήμερα, τον φιλοξενώ στο yourearticles.

Κατασκευή-ιστοσελίδας-e-shop-smart-web

Άρη, τί  θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια;

Γεννήθηκα το 1945 στην Αθήνα. Οι δικοί μου έμεναν αρχικά στα Σεπόλια αλλά λόγω του Εμφυλίου Πολέμου και της ατμόσφαιρας που δημιούργησε, η μάνα μου, η θεία μου κι εγώ ως βρέφος πήγαμε να μείνουμε στη Βουλιαγμένη. Εκεί βαφτίστηκα, στον Άη Γιώργη. Μετά από ένα χρόνο γυρίσαμε στα Σεπόλια. Όμως, δεν ήταν ακόμα  ασφαλές το περιβάλλον εκεί. Υπήρχαν άνθρωποι που πέθαιναν στον δρόμο από πείνα και κακουχίες. Γι’ αυτό με έστειλαν στο σπίτι της γιαγιάς μου, της μητέρας του πατέρα μου, στους Αμπελόκηπους, εκεί που σήμερα βρίσκονται  τα Τουρκοβούνια. 

-Φαντάζομαι  οι περιοχές αυτές ήταν πολύ διαφορετικές σε σχέση με σήμερα. Κάπως «παρθένες»,  πιο πράσινες.

Βέβαια. Όλη η περιοχή που κατεβαίνει προς το Γηροκομείο, ήταν γεμάτη χωράφια. Μια φορά θυμάμαι, Καθαρά Δευτέρα ήταν, είχαμε πετάξει αετό μαζί με τον πατέρα μου και έκανε τόσο δυνατό αέρα που με πήρε και με σήκωσε. Ήταν μεγάλος ο αετός και απογειώθηκα. Με έπιασε ο πατέρας μου από τα πόδια όπως πετούσα και με κατέβασε. Αλλά μου φαίνεται πως δεν προσγειώθηκα ποτέ, από τότε.

-Υπάρχουν αναμνήσεις που έχουν αποτυπωθεί ανάγλυφα στο νου;

Αυτή τη στιγμή μου έρχονται δυο εικόνες. Η πρώτη έχει να κάνει με ένα ολοκαίνουργιο ζευγάρι παπούτσια που μου είχαν αγοράσει οι δικοί μου. Ήταν τέτοια η χαρά μου που τα είχα βάλει  κάτω από το μαξιλάρι και κοιμόμουν μαζί τους. Η δεύτερη ήταν η πρώτη εμπειρία μου με τις γυναίκες,. Ήμουν δυόμιση ετών και το σπίτι μας είχε αυλή. Στην αυλή ερχόταν ένα μικρό κοριτσάκι που έμενε εκεί τριγύρω. Εγώ ήθελα  συνέχεια να παίζω με μια ρόδα ποδηλάτου και να κάνω πως ήταν το αυτοκίνητό μου. Το κοριτσάκι όμως ήθελε να παίζουμε το γιατρό. Έτσι, τα συνδυάσαμε. Έκανα τον γιατρό με τη ρόδα μου και πήγαινα «σπίτι» της , σε μια αποθήκη πίσω από το σπίτι για να της κάνω ένεση. Αυτό ήταν δική της ιδέα. Μια μέρα  λοιπόν, εκεί που της έκανα την ένεση, εμφανίστηκε ξαφνικά η μητέρα μου με τη θεία μου και άρχισαν να μας φωνάζουν. «Τί πράγματα είναι αυτά; Τί κάνετε εκεί;» Ξέρεις τώρα… Δεν καταλάβαινα. Δυο-δυόμισι ετών ήμασταν . Μικρά παιδιά. Από τότε έβγαλα το συμπέρασμα πως οι μεγάλοι είναι περίεργοι

-Μεταξύ μας, ποιός δεν έχει παίξει τον γιατρό όταν ήταν παιδί; 

Ναι, σωστά. Όμως αυτή η πρώτη μου εμπειρία με τις γυναίκες δεν τέλειωσε εκεί Μια μέρα αυτό το κοριτσάκι, χωρίς λόγο πήρε ένα γυαλί και  μου έκοψε το χέρι. Τα κορίτσια είναι επικίνδυνα σκέφτηκα. Έχω ακόμη την ουλή μέχρι σήμερα. Για να θυμάμαι μάλλον…

-Η πληγή που γίνεται ουλή, όπως έχεις αναφέρει σε συνέντευξη σου.

Ακριβώς. Μόνο που η συγκεκριμένη ουλή δεν με απασχόλησε και πολύ. Υπήρξαν άλλες  πιο βαθιές που κράτησαν περισσότερο.

-Θα φτάσουμε και σε αυτές. Μίλησε μου για τον πατέρα σου πρώτα. 

Πατέρας μου ήταν ο Ευάγγελος Τερζόπουλος, ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος  που ήρθε ως πρόσφυγας από το Τσανάκαλε, έφηβος ακόμη και σπούδασε ζωγραφική στην Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Αλλά εκείνη την εποχή δεν μπορούσες να βγάλεις λεφτά από την ζωγραφική. Έτσι έγινε σκιτσογράφος σε εφημερίδες και μετά δημοσιογράφος, ώσπου στο τέλος του ήρθε να βγάλει τη Γυναίκα, που θα καθόριζε και το δικό μου μέλλον. Οι φίλοι του τον πείραζαν και έλεγαν ότι εξέδιδε γυναίκες. Πάνω από όλα όμως ήταν ένα καλό παιδί. Ήταν φτωχός και αυτοδημιούργητος ώσπου τα πράγματα άλλαξαν πολύ και ραγδαία. Αλλά δεν το απασχόλησαν ποτέ τα χρήματα, ακόμα και όταν έβγαλε αρκετά. Έμεινε όπως ήταν… Με τους ίδιους φίλους και τις ίδιες συνήθειες.

-Στο μετέδωσε και σένα;

Ναι, αυτό ήταν μάλλον κάτι που κληροδότησε και σε μένα. Επιχειρηματικά βέβαια δεν είναι καλό καθώς ο επιχειρηματίας οφείλει να λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος. Εγώ δεν ήμουν το πρότυπο του επιχειρηματία. 

-Παρόλα αυτά, βίωσες την οικονομική ευμάρεια μέσα σε μια δύσκολη οικονομικά περίοδο της Ελλάδας.

Πριν ακόμα το καταλάβω, από τα πέντε μου χρόνια,  βρέθηκα σε μια πλούσια οικογένεια με μεγάλη άνεση. Και όσο περνούσαν τα χρόνια η άνεση αυτή μεγάλωνε. Αλλά όπως σου είπα, δεν ήταν κάτι που με επηρέασε ή με έκανε να νιώσω πιο σημαντικός ή ξεχωριστός. Δεν ήταν κάτι που είχα κάνει εγώ. Σε αυτό μάλλον έπαιξε ρόλο και ο πατέρας μου και η μητέρα μου με τον τρόπο που το βίωσαν αυτό. Εγώ δεν έζησα ποτέ αυτό που νόμιζαν οι άλλοι ότι ζούσα. Γι’ αυτό και ήθελα πάντα να μου μιλάνε στον ενικό. Δεν έβρισκα ότι υπήρχε λόγος να μου μιλάνε στον πληθυντικό.

-Ο πατέρας σου ήταν καλλιτέχνης;

Ζωγράφιζε από μικρός. Θυμάμαι που στα δεκαπέντε του είχε ζωγραφίσει τον πίνακα ενός Αρχιμανδρίτη στα Δαρδανέλια, στη Μικρά Ασία. Εκεί  έμενε πριν έρθει με την μητέρα μου και εγκατασταθεί στην Αθήνα. Όταν έφτασε εδώ άρχισε όπως σου είπα να σπουδάζει στη Σχολή Καλών Τεχνών και ταυτόχρονα δούλευε για να ζήσει.  Όταν μεγάλωσα και συνειδητοποίησα αυτά που έκανε στα επόμενα χρόνια, τον εκτίμησα πολύ. Όχι μόνο για το ότι ουσιαστικά δημιούργησε τον περιοδικό Τύπο στην Ελλάδα. Είχε και μια ικανότητα ξεχωριστή, μια μοναδική ευχέρεια στην ζωγραφική. Σου έριχνε μια ματιά και σε πέντε λεπτά έφτιαχνε ένα εξαιρετικό πορτρέτο. 

-Υπάρχει κάποια κουβέντα, κάποια συμβουλή του που θυμάσαι;

Όλη του η ζωή ήταν μια συμβουλή για εμένα. Τον εκτιμούσα πολύ τον πατέρα μου. Ήταν ένας σημαντικός άνθρωπος, έξυπνος και γρήγορος. Και το πιο σημαντικό, έβλεπε μπροστά από την εποχή του.

-Είναι μεγάλο βάρος και συνάμα πρόκληση για τα παιδιά σπουδαίων ανθρώπων να περπατήσουν μακριά από τη σκιά τους. Φροϋδικά, ένιωσες την ανάγκη να συγκριθείς μαζί του, να τον «σκοτώσεις» μέσα σου;

Δεν αισθάνθηκα ποτέ ανταγωνιστικά για τον πατέρα μου, ούτε ένιωσα πως θέλω να τον ξεπεράσω. Η καλή μου τύχη τα έφερε έτσι  και είχα για πατέρα αυτόν τον άνθρωπο, που ήταν ένα πρότυπο από πολλές απόψεις. Ακολούθησε τη δική του διαδρομή και εγώ ακολούθησα την δική μου. Δεν λειτούργησα ποτέ ακολουθώντας θετικά πρότυπα. Προσπαθούσα κυρίως να αποφύγω τα αρνητικά πρότυπα.

-Με τη μητέρα σου πώς τα πήγαινες;

Εξαιρετικά. Ήταν μια πάρα πολύ καλή γυναίκα. Και με τον πατέρα μου ήταν αγαπημένοι μεταξύ τους, ήταν καλοί γονείς. Η μητέρα μου είχε καταγωγή από τη Βήσσανη, ένα χωριό πάνω από Γιάννενα, κοντά στα σύνορα με την Αλβανία. Ο ξεριζωμός ήταν βίωμα για εκείνη. Από την Ήπειρο βρέθηκε στην Πόλη και από την Πόλη στην Αθήνα. Και λόγω του ότι βίωσε τον ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, της έμεινε μάλλον το κατοχικό σύνδρομο, που έμεινε και σε πολλούς τότε. Δεν έμεινε όμως στον πατέρα μου. 

-Έχεις και έναν αδερφό, τον Χρήστο. Μοιάζετε;

Αντίθετοι χαρακτήρες. Μέρα με τη νύχτα.

-Η σχέση σου μαζί του;

Όταν ήμασταν μικροί είχαμε καλή σχέση. Τον αγαπούσα και με αγαπούσε. Όταν μεγαλώσαμε, χωρίς να το θέλει, μου προκάλεσε τη μεγαλύτερη καταστροφή. Πιο μεγάλη από όση μου έχουν προκαλέσει οι αντίπαλοί μου επαγγελματικά. 

-Αναφέρεσαι στο ότι δεν έδωσε τη συγκατάθεση του στη πρόταση του Πέτρου Κωστόπουλου για να αγοράσει τη Γυναίκα;

Ακριβώς εκεί αναφέρομαι. Ήταν ένα τρομερό λάθος από πλευράς του, το οποίο δεν το κατάλαβα ποτέ. Μου προκάλεσε μεγάλη ζημιά. Είχα κάνει τα πλάνα μου να πάω στην Αμερική και να δω τι θα μπορούσα να κάνω εκεί. Δεν το κατάλαβε ο ίδιος ποτέ, αλλά έκοψε τη ζωή μου στη μέση. Και οικονομικά η πορεία μου πήρε μια πορεία προς τα κάτω, που δεν μπόρεσα ποτέ να αντιστρέψω. Let it be ομως…

-Πόσα χρήματα σας έδινε ο Πέτρος;

Δύο δισεκατομμύρια και διακόσια πενήντα εκατομμύρια δραχμές. Το 1999. Τότε, ακόμα είχαμε δραχμές. Ήταν καλά  τα λεφτά. Δηλαδή γύρω στα 8 εκατομμύρια ευρώ τότε, γύρω στα δεκαπέντε σημερινά. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω αυτό το «όχι». Όμως γεννιόμαστε για να ζήσουμε την ζωή που τελικά θα ζήσουμε. Όχι τη ζωή που σχεδιάζουμε.

-Καλά λεφτά δεν λες τίποτα… Το ένα δέκατο από αυτά τα χρήματα να μου έδινε κάποιος απ’ το πουθενά, θα ήμουν ευχαριστημένος. Επιστρέφω στις αντιθέσεις με τον αδερφό σου. Έχεις αναφέρει σε παλαιότερη συνέντευξη ότι εκείνος ήταν πιο ορθολογιστής ενώ  εσύ προσέγγιζες το μεταφυσικό. Έχεις βιώσει ενοράσεις;

Έχω αισθανθεί τον θάνατο του πατέρα μου την στιγμή που συνέβαινε, ενώ βρισκόμουν αλλού. Το ίδιο μου έχει συμβεί  και με έναν καλό φίλο που έφυγε. Ήμουν στη Ρώμη εκείνο το απόγευμα. Ταυτόχρονα, αισθάνομαι  και άλλα πράγματα. Τι είδους συναισθήματα και βιώματα κουβαλάει ο καθένας με τον οποίο συζητώ. Ο Χρήστος ο αδελφός μου βρέθηκε σε λάθος δουλειά. Θα είχε κάνει εξαιρετική καριέρα αν είχε γίνει αρχιτέκτονας ή πολιτικός μηχανικός. Καταλάβαινε τα πρακτικά. Εγώ καταλάβαινα τα θεωρητικά.

-Έχω βιώσει και εγώ αντίστοιχα γεγονότα. Καταλαβαίνω απόλυτα αυτό που λες. Εξάλλου, οι άνθρωποι είμαστε ενέργεια. Όπως όλα γύρω μας και μέσα στο σύμπαν.

Υπάρχει τίποτα που να μην είναι ενέργεια; Και το φλιτζάνι που υπάρχει εδώ στο τραπέζι ενέργεια έχει. Απλά διαθέτουμε τις συγκεκριμένες περιορισμένες ανθρώπινες αισθήσεις. Βλέπουμε ένα μέρος των πραγμάτων. Υπάρχουν τεχνικά πράγματα που δεν τα αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας… Αλλά υπάρχουν και μεταφυσικά πράγματα που δεν τα βλέπουν τα μάτια μας.

-Η τέχνη αποτελεί άξονα στη ζωή σου. Ασχολήθηκες μόνο με τη ζωγραφική;

Εκτός από τη ζωγραφική μου άρεσε και μου αρέσει η μουσική. Βέβαια, όσον αφορά εμένα και σε σχέση με τη μουσική, έχω ένα μειονέκτημα. Μου λείπει η αντίληψη του να ακούω καλά τη φωνή μου. Ωστόσο το προσπαθώ με όποιο τρόπο μπορώ, παρόλο που για να καταλάβεις την αναλογία, είμαι σαν κάποιον που βλέπει μόνο σκιές από τα πράγματα και προσπαθεί να γίνει ζωγράφος. Άμα ακούσω μια ορχήστρα να παίζει, μπορώ να αντιληφθώ την οποιαδήποτε  παραφωνία που θα κάνει. Όταν προσπαθώ να τα αναπαράγω όμως το πράγμα δυσκολεύει. Όμως για αυτό που θέλω να κάνω η κατανόηση των ήχων είναι απαραίτητη.

-Έχει μεγάλη δύναμη η μουσική. Πώς την αντιλαμβάνεσαι;

Η μουσική είναι εφαρμοσμένα μαθηματικά. Αποτελεί την κορυφαία ψυχότροπη μορφή τέχνης. Επεμβαίνει  ψυχικά στον άνθρωπο με τεράστια ταχύτητα. Πιστεύω ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Το μόνο που θέλω να αναφέρω είναι να ακούμε όσο πιο πολλή μουσική από αυτήν που μας αρέσει. Μόνο καλό μπορεί να μας κάνει. Είναι ένα κλειδί η μουσική για την κατανόηση της ζωής και του σύμπαντος και για ότι υπάρχει πάνω από αυτά.

-Ξέρεις κάποιο όργανο;

Το παλεύω να παίζω ηλεκτρική κιθάρα και να παράγω ήχους που έχουν να πουν κάτι σε μένα. Για παράδειγμα, θαυμάζω  τους ήχους που παράγει ο David Gilmour  με την κιθάρα του. Αυτές τις μέρες ακούω και μαθαίνω ξανά το Comfortably Numb

-Σπουδαίο psychedelic rock κομμάτι. Τώρα βέβαια, μου αναφέρεις  και τον μάγο της κιθάρας.

Εξαιρετικός. Λιτός και δωρικός. Δεν κατανάλωνε τον εαυτό του να κάνει επίδειξη των δεξιοτήτων του. Έπαιζε απλώς τις νότες που έπρεπε.

-Τα ακούσματα σου ποια ήταν;

Από τα πρώτα μου ακούσματα, το 1955, ο Elvis Presley. Στη συνέχεια ανακάλυψα τον Ray Charles. Μετά  με τους Beatles. Η μουσική τους πήγε πολύ μακριά.. Δημιούργησαν μουσικούς δρόμους που ήδη έχουν γίνει κλασικοί. Ακούω ότι μου λέει κάτι ψυχικά, ή αυτό που έχει αρκετή δύναμη για να με παρασύρει. Είναι απίστευτο το τι θαύματα μπορεί να κάνει κανείς με δώδεκα ημιτόνια.

-Ήσουν καλός μαθητής;

Σχετικά καλός. Του 16. Δεν είχα ιδιαίτερες δυσκολίες αλλά δεν με ενδιέφεραν κιόλας. 

-Σπούδασες στην Ανωτάτη Εμπορική. Εκεί πώς πήγε το πράγμα;

Στην Ανωτάτη Εμπορική  ήμουν συμφοιτητής και με τον Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, της Χαλυβουργικής. Θυμάμαι στο τρίτο έτος της σχολής, το 1965 ήταν, υπήρχε ένα παλιομάθημα που λεγόταν «Μαθηματική Στατιστική». 

-Κουράστηκα μόνο που το άκουσα. Βλέπεις, είμαι παιδί της θεωρητικής.

Αν κουράστηκες εσύ τι να πω και εγώ που έπρεπε να το δώσω… Δεν καταλάβαινα λέξη.  Στο τρίτο έτος διάβασα ένα κεφάλαιο στη τύχη και έπεσε αυτό. Συνταρακτική τύχη, από αυτά τα περίεργα που συμβαίνουν στην ζωή μας… Πραγματικά. Και το πέρασα. Εγώ και άλλοι 35 μέσα σε 1000 παιδιά. Και όλοι νόμιζαν ότι ήμουν διάνοια, ενώ δεν είχα ιδέα. Στο τελευταίο έτος για το πτυχίο είχα περάσει εννιά από τα δέκα μαθήματα. Σε ένα που μου είχε απομείνει την «Μαθηματική Στατιστική» είπα να δοκιμάσω το ίδιο κόλπο πάλι. Αλλά έπεσε κάτι άλλο και αναγκαστικά έγραψα έκθεση ιδεών. Ο καθηγητής πρέπει όταν διόρθωνε το γραπτό να το μαχαίρωνε παράλληλα.

-Και μετά από τη σχολή;

Μετά μπήκα στην δουλειά και ήταν αδύνατον να ξαναγυρίσω στην «Μαθηματική Στατιστική». Όταν γίνω εκατό ετών θα ξαναπροσπαθήσω. Πέρασα ένα χρόνο στο Μίκυ Μάους επειδή είχε αποχωρήσει ο διευθυντής του. Οπότε, βρέθηκα εκεί να καλύψω τη θέση. 

Μίκυ Μάους…  Άλλο ιστορικό περιοδικό που μεγάλωσε γενιές και γενιές.

Στο Μίκυ Μάους  πέρασα έναν υπέροχο  χρόνο. Εκεί κατάφερα να μάθω τί χρειάζεται ένας εργαζόμενος για να εργαστεί, πώς να νιώσει καλύτερα στο εργασιακό περιβάλλον και να λειτουργήσει ελεύθερα. Επειδή τις εκδόσεις τις είχα κληρονομήσει, αισθανόμουν κάπως άβολα να κάνω τον μάγκα με κάτι που κληρονόμησα μέσω του πατέρα μου. Και ήθελα όσοι δούλευαν μαζί μου να περνάνε καλά. Για τον λόγο αυτό, από τις πρώτες μέρες κιόλας έκανα δυο πράγματα. Ζήτησα να μου μιλάνε στον ενικό οι εργαζόμενοι και κατόπιν επιθυμίας των κοριτσιών, άφησα να παίζουν μουσική στο γραφείο, την ώρα που δούλευαν. Σαν να γινότανε ένα μικρό πάρτι ενώ δουλεύαμε. Έτσι, απελευθερωθήκαμε όλοι μας και η δουλειά γινόταν πιο ευχάριστα. Βγάζαμε διπλή παραγωγή.

-Πολύ καινοτόμα όλα αυτά. Η στάση σου και ειδικά μέσα στην συγκεκριμένη εποχή.

Για την ευεργετική επίδραση της μουσικής σου μίλησα παραπάνω. Όσον αφορά τον πληθυντικό, πάντα πίστευα ότι αποτελεί ένα εμπόδιο. Ένα δίχτυ που δημιουργεί αποστάσεις. Κάποιος που σου μιλάει στον πληθυντικό δεν έχει άνεση, φοβάται να εκφραστεί όπως θα ήθελε. Η δουλειά μας η εκδοτική, για να βγει θέλει κλίμα άνεσης. Και ο ενικός δημιουργεί οικειότητα και καλλιεργεί εμπιστοσύνη. Δεν γίνεται να κάνεις δημιουργική δουλειά, με ένα τύραννο από πάνω σου. Δεν γίνεται να κάνεις καμία δουλειά με έναν τύραννο από πάνω σου. Οι εργαζόμενοι είναι εργαζόμενοι. Δεν είναι σκλάβοι.  

-Εν τω μεταξύ, εσύ τα περιοδικά και τις εκδόσεις δεν τα ανακάλυψες όταν ανέλαβες τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης. Τριγυρνούσες  από παιδί στο τυπογραφείο και στο λιθογραφείο, σωστά;

Ναι, Πήγαινα και έβλεπα όλους τους χώρους. ‘Έμπαινα κάτω από τις μηχανές, κουβαλούσα το χαρτί. Προσπαθούσα να έχω εικόνα από όλα και να τα μάθω καλά. Στη ζωή είναι καλό να μαθαίνουμε όσα μπορούμε.

-Στο Μίκυ Μάους ήσουν μόνο διευθυντής;

Όχι, μου άρεσε να αλλάζω τις λεζάντες. Όχι μόνο τα ονόματα, πολλά πράγματα. Αν το ήξερε ο Ντίσνεϋ θα με κρεμούσε ανάποδα. ‘Έβγαζα χιούμορ από την εικόνα. Ξέφευγα από το σενάριο χωρίς όμως  να το χαλάω και ταυτόχρονα έκανα τους διαλόγους να είναι αστείοι μέσα από τις εικόνες. Αυτό με διασκέδαζε πάρα πολύ. Ήταν πολύ ωραία η περίοδος στο Μίκυ Μάους. Υπήρχαν και ωραία κορίτσια στο γραφείο. Χαρά Θεού, γενικώς.

-Μετά από το Μίκυ Μάους βρέθηκες στην Γυναίκα;

Πριν βρεθώ στη Γυναίκα είχα απορίες μέσα μου σχετικά με τον τρόπο που σκεφτόταν ο πατέρας μου. Πώς διάλεγε τα θέματα, πώς τα οργάνωνε κλπ. Και ειδικά για ένα γυναικείο περιοδικό. Στην Γυναίκα μπήκα στην αρχή ως συντάκτης, γράφοντας κείμενα. Εκείνη την περίοδο είχε ξεκινήσει η Όλγα Μπακομάρου και η Όλγα Μπατή, δύο σπουδαίες και καινοτόμες δημοσιογράφοι. Επίσης, θυμάμαι την Λιάνα Ελευθερουδάκη, την Άννυ Χέρρα Ζυμαράκη, την Μαρία Καραβία και την Έλλη Παππά. Οι δυο τελευταίες μου έμαθαν πολλά χωρίς να το ξέρουν. Με αυτά τα κορίτσια φέραμε στην καινούργια εποχή την Γυναίκα. Όπως και με τα κορίτσια του ατελιέ. Μέσα σε ένα μήνα κατάλαβα απόλυτα τί χρειαζόταν το περιοδικό για να απευθυνθεί στις γυναίκες. Μου ήταν σαφές. Ήταν πολύ ωραία η εποχή που δούλευα στην Γυναίκα. Ήταν και διαφορετικοί οι άνθρωποι τότε. Και οι ανθρώπινες σχέσεις. Η τωρινή εποχή χρειάζεται διόρθωση.

-Με τί τρόπο το κατάφερες;

Νομίζω ότι έχω μόνο μια ικανότητα. Να πάρω κάτι στα χέρια μου και να το τεμαχίσω θεωρητικά. Να το αναλύσω και να καταλάβω τον τρόπο που λειτουργεί. Μου ήταν εύκολο να αναλύσω και να καταλάβω γιατί λειτουργεί ένα άρθρο, μια εικονογράφηση, ένα τεύχος, ένα βιβλίο, μια ταινία, ή ένα οποιοδήποτε σύνολο θεωρητικών πραγμάτων. Έτσι, λειτούργησα στα περιοδικά που ανέλαβα και εξέδωσα στην πορεία. Στην Γυναίκα συγκεκριμένα σκέφτηκα ότι είχε έρθει  μια νέα εποχή, η Μεταπολίτευση. Δεν μπορούμε να γράφουμε πια για οικοκυρικά και για γιουβαρλάκια. Δεν θα ήταν καλύτερο να κάνουμε μια συνέντευξη με τον Ανδρέα Παπανδρέου; Και κάπως έτσι, με έναν νέο άξονα,  προχώρησε η Γυναίκα. Πρέπει να καταλαβαίνεις το πως λειτουργεί η κοινωνία για τις θεωρητικές δουλειές.

-Θυμάσαι τη περίοδο της χούντας; Περνούσε από λογοκρισία η ύλη του περιοδικού;

Αναγκαστικά το κάθε τεύχος το πηγαίναμε στη λογοκρισία για να το ελέγξουν. Να δουν μήπως έχει κάτι που δεν ταίριαζε με το καθεστώς τους. Μια φορά είχε τύχει να μην τους αρέσει μια γελοιογραφία του ΚΥΡ επειδή τους φάνηκε αντιπολιτευτική και αναγκαστικά την αφαιρέσαμε. Δεν μου άρεσε αυτή η περίοδος, ξέρεις. Δεν τα πάω καλά με τις δικτατορίες. Και με τις καταπιέσεις γενικότερα. Ούτε να με καταπιέζουν θέλω, ούτε να καταπιέζω εγώ τους άλλους. 

-Έζησες την νυχτερινή ζωή της δεκαετίας του 70. Πώς ήταν;

Ήταν ωραία και αλλιώτικα. Υπήρχαν και  λίγα μαγαζιά. Ήταν μικρή η Αθήνα τότε Πήγαινα στις 9 Μούσες, στα Νούφαρα και στο Ένα. Το είχε φτιάξει ο πρώτος σοφός άνθρωπος που συνάντησα στη ζωή μου. Ο Γιώργος Κούνδουρος. Ήμασταν όλοι μια μεγάλη παρέα. 

-Ένα μέλος αυτής της μεγάλης παρέας ήταν ο Βλάσσης Μπονάτσος;

Ο Βλάσσης είχε μεγάλη πλάκα. Είχε αγαθή καρδιά. Είχε ένα μοναδικό χάρισμα να διηγείται τις πιο απίθανες θεωρίες συνομωσίας και μπορούσες να τον ακούς για ώρες. Όσα διαδίδονται  δηλαδή τα τελευταία χρόνια με διάφορες συνομωσίες, ο Βλάσσης τα έλεγε από το 70. Θέλω να σου πω και κάτι άλλο όμως. Η περίπτωση της φυσιογνωμίας του Βλάσση, μου δημιουργεί τη σκέψη ότι οι άνθρωποι που λειτουργούν με μεγάλη εξωστρέφεια, κρύβουν έναν άλλο εαυτό μέσα τους, ενδεχομένως κάπως πληγωμένο.

-Τί κατάσταση επικρατούσε στα νυχτερινά μαγαζιά;

Απίστευτη. Ήταν ωραία εποχή Μπορούσες να βρεις αυτό που ήθελες. Μια πολύ μεγάλη παρέα από αγόρια και κορίτσια. Και κυρίως υπήρχε το φλερτ. Πάντα μου άρεσαν τα μακρόσυρτα φλερτ, αν και μερικές φορές δεν ήταν τόσο μακρόσυρτα. 

-Και ναρκωτικά;

Μεγάλη καταστροφή. Όλο αυτό το όμορφο πράγμα που υπήρχε, έγινε ξαφνικά άρρωστο. Ναρκωτικά κυκλοφορούσαν από το 1972 και μετά. Πρώτα ήρθε η μαριχουάνα και περιστασιακά το lsd. Μετά ήρθε και η ηρωίνη, που πήρε πολλά παιδιά στο λαιμό της. Η κοκαΐνη δεν είχε εμφανιστεί ακόμα.

-Έχασες φίλους σου από ναρκωτικά;

Πάρα πολλούς. Μερικοί έφυγαν τότε. Κάποιοι άλλοι άρχισαν να «φεύγουν» αργότερα. Όταν τα είχαν κόψει από χρόνια. Οι περισσότεροι έπαθαν ηπατίτιδα και τους χτύπησε στο συκώτι στα εξήντα τους.

-Μπήκαν στη δική σου ζωή οι ουσίες;

Όχι, δεν μου πήγαιναν. Ούτε αλκοόλ  δεν πίνω. Ακόμα και το κανονικό τσιγάρο με ζαλίζει. Δεν μου ταιριάζει οτιδήποτε μου ταράζει το μυαλό και δεν με αφήνει να σκεφτώ καθαρά, να γράψω και να ζωγραφίσω.  Η καλύτερη μου διασκέδαση για μένα είναι να έχω καθαρό το μυαλό μου.

-Ανήκεις σε μια γενιά ανθρώπων που έζησε ένα εντελώς διαφορετικό κλίμα στη Μύκονο. Πότε εξερεύνησες το νησί για πρώτη φορά;

Η πρώτη φορά που πήγα στη Μύκονο ήταν το Πάσχα του 1970. Γνώρισα ένα διαφορετικό νησί. Ήταν σαν να πήγαινες σε κάποιο Αφγανιστάν με παραλίες. Και η Μύκονος έλαμπε σαν διαμάντι. Και πέρασα καταπληκτικά. Καμία σχέση με όλο αυτό το πανηγύρι που επικρατεί τις τελευταίες δεκαετίες.

-Συμπτωματικά, στη Μύκονο γνώρισες και τον Πέτρο Κωστόπουλο;

Αργότερα, το 1986. 

-Έχεις αναφερθεί σε αυτή τη γνωριμία η οποία προέκυψε κάπως ανορθόδοξα. Αλήθεια τώρα; Ήταν εραστής της γυναίκας σου;

Ναι. Να το πάρουμε όμως  από την αρχή για να βάλουμε τα πράγματα  σε σειρά. Από νωρίς, η σχέση μου με τις γυναίκες δεν ήταν απλή. Οι γυναίκες είναι τα όντα που μου ανοίγουν πόρτα στο μεταφυσικό. Δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορεί να το κάνει αυτό.  Στη συνείδηση μου οι γυναίκες είναι μυθολογικά πρόσωπα από άλλη διάσταση. Ήταν και εξακολουθούν να είναι θεϊκές και γι’ αυτό άλλο τόσο επικίνδυνες. Γι αυτό και το τέλος κάποιας σημαντικής σχέσης, ήταν από τα πράγματα για μένα και ένας θάνατος εντός μου, ανεξάρτητα από το αν την άφηνα ή με άφηνε. Μετά από κάποιες ερωτικές εμπειρίες που είχα,  διαπίστωσα το αιώνιο δράμα του είδους μας. Από τη μία πλευρά επιθυμούμε να έχουμε  μια διαρκή σχέση με τον έρωτα που συναντάμε. Να κρατήσει για πάντα  Από την άλλη πλευρά, είμαστε πολυγαμικά όντα, αφού η φύση μας επιθυμεί αυτό που θεωρεί ωραίο. Ταυτόχρονα  ο έρωτας μεταβάλλεται σε κάτι διαφορετικό. Τί κάνουμε λοιπόν για ισορροπήσουμε;

-Για πες μου.

Με μια μεταφυσική προσέγγιση, ο έρωτας βρίσκεται  λίγο πάνω από τα ανθρώπινα. Ταυτόχρονα, γίνεται αντιληπτό ότι η λίμπιντο μας λειτουργεί διαρκώς και δεν τιθασεύεται με τίποτα. Αν την αγνοήσεις θα σε τιμωρήσει. Όταν ερωτευόμαστε έναν άνθρωπο, θέλουμε να τον «φάμε». Ο μόνος τρόπος για να τον «φάμε» είναι να κάνουμε έρωτα μαζί του. Το θέμα είναι ότι  ο έρωτας μεταβάλλεται αλλά η λίμπιντο παραμένει. Προσπάθησα να τα ταιριάξω αυτά μεταξύ τους σε αρκετές σχέσεις. Αλλά πάντα υπήρχε ο διχασμός. Ανάμεσα στην Μία και στις Πολλές. Όταν γνώρισα την Λάουρα Ντε Νίγκρις, ήμουν ήδη πολύ ταλαιπωρημένος από μια προηγούμενη σχέση, με μεγάλο δράμα στο τέλος της. Επειδή δεν τα πήγαινα καλά με τα ψέματα, δεν ήθελα να πάω με μια γυναίκα κρυφά από την Λάουρα και να πρέπει να σκαρφιστώ ιστορίες για να δικαιολογούμαι. Δεν θα ήταν τιμητικό ούτε για μένα, ούτε για την Λάουρα. Οπότε, της είπα ότι δεν θα μπορούσα να της είμαι πιστός, ειδικά στις συνθήκες που γνωριστήκαμε. Η Λάουρα με δέχτηκε, όπως ήμουν. Δεν ξέρω μέσα της τι χρειάστηκε να υπερβεί για να το καταφέρει. 

-Δούλεψε αυτή η συνθήκη;

Μέχρι ένα διάστημα, ναι. Για δέκα χρόνια. Σκότωσε όμως σχεδόν άμεσα τον έρωτα που είναι εγωιστικό συναίσθημα, αλλά στην θέση του μπήκε κάτι άλλο. Η σχέση μας μετατράπηκε σε κάτι άλλο. Δεν μπορεί να το καταλάβει εύκολα κάποιος αν δε ζήσει κάτι αντίστοιχο. Ξέρεις Χρήστο, συνήθως όταν ο έρωτας πεθάνει, κάποιος από τους δύο φεύγει ή οι δυο τους ζούνε μαζί  μια συμβατική ζωή. Εμείς ζούσαμε ως ζευγάρι. Αυτό το άλλο που ζήσαμε με την Λάουρα ήταν περίεργο. Ήμασταν μαζί χωρίς να έχουμε σχέση και συγχρόνως ήμασταν ελεύθεροι. Η σχέση μας τελείωσε όταν τελείωσε ο μεταξύ μας διάλογος. Είχαμε πει ότι είχαμε να πούμε. 

-Πώς έμαθες για τη σχέση του Πέτρου με τη Λάουρα;

Η Λάουρα μου το είπε. Μέσω εκείνης γνωριστήκαμε και στη πορεία γίναμε φίλοι.

-Απίστευτο και πρωτοποριακό μπορώ να πω. Ποια στοιχεία  του Πέτρου σε κέρδισαν;

Αυτό που ήταν. Αν και ήμασταν πολύ διαφορετικοί μεταξύ μας. Δεν είχε καμία σχέση με μένα. Παρόλα αυτά, ήταν έξυπνος, φιλόδοξος και είχε μεγάλη ενέργεια. Ο Πέτρος με βοήθησε να πάω παραπέρα στα περιοδικά. Ως τότε ένιωθα πολύ μόνος σ’ αυτή τη δουλειά. Στο δημιουργικό μέρος. Είχε πρωτότυπες ιδέες. Κάναμε παρέα, ήρθαμε κοντά και αποφασίσαμε να συνεργαστούμε.

-Περίεργο δεν ακουγόταν να συνεργαστείς μαζί του δεδομένης αυτής της συνθήκης

Όχι, όσο ακούγεται. Όσο δεν υπήρχε το ενδεχόμενο της επαγγελματικής συνεργασίας, δεν υπήρχε θέμα. Δική τους δουλειά. Σε επίπεδο δουλειάς όμως δεν θα λειτουργούσε. Το κατάλαβε και η Λάουρα και ο Πέτρος και σταμάτησαν αυτή τη σχέση. Όταν ξεκίνησε το ΚΛΙΚ ήταν όλα παρελθόν μεταξύ τους.

-Η ανάγκη που γέννησε το ΚΛΙΚ;

Ο κόσμος που άλλαζε. Στην αρχή ξεκίνησε έχοντας μια πολιτική χροιά. Ανέδειξε την ανάγκη των καταπιεσμένων της δεκαετίας του 80 να εκφραστούν. Αυτούς που ήταν αποκλεισμένοι από το «παιχνίδι». Ξέρεις Χρήστο, μετά από τόσα χρόνια κατάλαβα ότι κάποια περιοδικά έχουν την δική τους ψυχή. Και κρύβουν μια νομοτέλεια ως προς το αποτέλεσμα τους. Το ΚΛΙΚ το γέννησαν οι συνθήκες.

-Με πηγαίνεις στην τελεολογική θεωρία του Αριστοτέλη.

Μα όλα δεν γίνονται για κάποιο σκοπό; 

-Για τα ελληνικά δεδομένα το ΚΛΙΚ ήταν κάτι το πρωτοποριακό. Από άποψη θεματολογίας και ύφους.

Και να ξέρεις πως αυτά τα γεγονότα, όπως η γέννηση του ΚΛΙΚ, δεν καθορίζονται από έναν ή δύο ανθρώπους. Το ΚΛΙΚ συγκροτήθηκε από μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων που δούλεψαν συνολικά. Οφείλω να το αναφέρω αυτό.

-Πήγαν καλά τα πρώτα τεύχη του περιοδικού;

Μέτρια. Η εκτίναξη έγινε στο τέταρτο τεύχος, εκεί που με αφορμή ένα άρθρο για το AIDS, αποφασίσουμε να διανείμουμε μαζί με το ΚΛΙΚ και ένα προφυλακτικό. Ήταν ιδέα του Πέτρου.

-Πόσα αντίτυπα έκανε;

Όσα εκδώσαμε. Κοντά στις σαράντα χιλιάδες. Πουλήθηκαν όλα. 

-Η πορεία για το ΚΛΙΚ στη συνέχεια ήταν διαρκώς ανοδική. Κάποια στιγμή ένιωσες να αδειάζεις μέσα σου;

Μετά από χρόνια. Μπορείς να το πεις και έτσι. Όλα ολοκληρώνονται κάποια στιγμή στη ζωή, κάνουν τον κύκλο τους. Αυτό ένιωσα. Ταυτόχρονα, αισθάνθηκα ότι χάσαμε την αρχική πυξίδα. Τουλάχιστον για μένα , αν και εμπορικά πήγαινε πολύ καλά. Αρχίσαμε να κινούμαστε στην επιφάνεια και να χάνουμε την ουσία.

-Επήλθε και το σημείο της ρήξης μεταξύ σας. Ήταν αναπόφευκτο πιστεύεις;

Στη ζωή συμβαίνουν αυτά. Μην εκπλήσσεσαι. Για να συμβεί η ρήξη με τον Πέτρο συνέπεσαν δυο πράγματα.  Αφενός, η φιλοδοξία του Πέτρου ο οποίος βρήκε την ευκαιρία να την εκδηλώσει. Όποιος βρισκόταν στη θέση του το ίδιο θα έκανε. Και σου μιλάω ειλικρινά δεν έχω κάτι προσωπικό με τον Πέτρο. Αφετέρου, η  κρίση που περνούσε το ΠΑΣΟΚ λόγω του ότι ο Ανδρέας έφτανε στο τέλος του και πολλοί φοβόντουσαν ότι θα χρίσει για διάδοχο την Δήμητρα. 

-Ο Πέτρος φεύγοντας για να ιδρύσει το Nitro πήρε μαζί του 96 από τους 100 εργαζομένους του ΚΛΙΚ. Πώς το διαχειρίστηκες αυτό; 

Τί να διαχειριστώ;  Ήταν πολύ ζόρικα. Ψυχολογικά πιέστηκα απίστευτα.  Μέσα σε ένα μήνα να πρέπει να στήσω ένα «τρένο» και  να έχω έτοιμο το καινούργιο τεύχος. Ήταν δύσκολο. 

-Έχεις αναφέρει σε παλαιότερη συνέντευξη ότι σε έχουν εκμεταλλευτεί εις γνώσιν σου. Γιατί το επέτρεψες να συμβεί;

Γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Δεν μπορείς να ελέγξεις τα πάντα, ιδίως σε τέτοια δουλειά. Και επίσης, κάποια πράγματα είναι για να γίνουν. Έτσι είναι οι άνθρωποι.

-Από τα περιοδικά σου πέρασαν σπουδαίοι συντάκτες, αρχισυντάκτες και διευθυντές. Τώρα που μιλάμε, αν σε ρωτήσω, υπάρχουν κάποιοι που σου έρχονται στο μυαλό και τους οποίους ξεχώρισες;

Ο Γιάννης Νένες μου είναι πολύ αγαπητός. Είναι καλό παιδί και έχει αξία. Σωστό παλικάρι. Και η Σταυρούλα Παναγιωτάκη, ο Φώτης Γεωργελές, ο Σταύρος Θεοδωράκης. Ο Γιώργος Μελισσινός. Είναι πολλοί. Αν τους γράψω όλους θα γίνει τηλεφωνικός κατάλογος. Πολύ καλά ταλέντα. Σαν να γεννήθηκαν για να εκφράσουν εκείνη την εποχή. 

-Στη πορεία έκανες και άλλα περιοδικά. Πήρες ρίσκα και τόλμησες, δεν το έβαλες κάτω. Είχες προβλέψει την κρίση στα έντυπα μέσα και την μετέπειτα κατάρρευση;

Φαινότανε. Από το 2000 είχα δει το τέλος. Το είχα πει και στον Πέτρο: «Πέτρο, πούλα τώρα που είναι νωρίς». 

-Την οικονομική πτώχευση που βίωσες και εσύ, πώς την διαχειρίστηκες;

Έλα ντε; Δεν ξέρω.  Ήταν πολύ  δύσκολα. Δεν ξέρω καν πως βγήκα από αυτό.

-Σήμερα, ζούμε μια διαφορετική εποχή όπου το ιντερνέτ  είναι κυρίαρχο στον χώρο των media.

Απόλυτα κυρίαρχο. Ξέρεις όμως τί με ενοχλεί;  Η εποχή αυτή βγάζει τόσο υπερβολική πληροφορία, ειδικά στο διαδίκτυο, που μας αποσπά θέλοντας και μη. Οι επόμενες γενιές που θα έρθουν είναι χαμένες από χέρι. Τα νέα παιδιά δεν μπορούν να διαβάσουν. Έχουν μπει στη λογική της οθόνης και έχουν μάθει να διαβάζουν διαγώνια και στα γρήγορα. Όμως αν δεν μπορείς να διαβάζεις, μαθαίνεις τα γεγονότα, αλλά όχι τις αιτίες τους. Θα υπάρξει μεγάλη παραγωγή ηλιθίων στο μέλλον, άνθρωποι που δεν θα μπορούν να διαβάσουν και να σκεφτούν. Και εξαιτίας αυτού, θα αναδυθούν πολλές ύαινες στη κοινωνία που θα εκμεταλλευτούν καταστάσεις. Θα παρασύρουν κόσμο και θα φέρουν καταστροφές.

-Θα επέστρεφες στην έντυπη μορφή;

Όχι με τον τρόπο που το κάναμε τότε. Δεν γίνεται. Τα περιοδικά που φτιάχναμε τότε είχαν πολύ μεγάλο κόστος. Θα ήταν αυτοκτονία σήμερα. Επίσης υπάρχει το ίντερνετ όπου μπορείς να βρεις τα πάντα και είναι και τοξικό. Δεν υπάρχει αντίδοτο.

-Tί ονειρεύεσαι για το νέο KLIK.gr;

Δεν ονειρεύομαι τίποτα. Είναι μια δουλειά. Επίσης έχω και συνεταίρους.

-Σε απασχολεί το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης;

Μου αρέσει πολύ η τεχνητή νοημοσύνη. Τη θαυμάζω σαν τεχνολογικό  επίτευγμα. Αλλά πιστεύω ότι θα μας καταστρέψει. Και πρόκειται για νομοτέλεια. 

-Πού το βασίζεις ότι θα μας καταστρέψει;

Η τεχνητή νοημοσύνη σκέφτεται. Έχουμε καθορίσει ως χαρακτηριστικό της ανθρώπινης συνθήκης, αυτό που είπε κάποτε ο Ντεκάρτ : «Σκεφτομαι , άρα υπάρχω». Η Τεχνητή Νοημοσύνη σκέφτεται επίσης, άρα υπάρχει κι εκείνη και επίσης θεωρητικά είναι αθάνατη. Χαλάει κάτι, βάζει το ανταλλακτικό. Εξελίσσεται ραγδαία και θα λειτουργήσει με τέτοιο τρόπο για να διασφαλίσει την αυτονομία  και την αυτοεξέλιξη της. Το παιχνίδι θα μετατοπιστεί και σε στρατιωτικό επίπεδο. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι μια πυρηνική βόμβα που σκέφτεται.

-Τί άνθρωπος είναι ο Άρης Τερζόπουλος

Δεν ξέρω και το τί νομίζω εγώ για τον εαυτό μου δεν έχει σημασία. Αυτό θα το πεις εσύ και όποιος διαβάσει τη συνέντευξη.

-Το απόσταγμα της μέχρι τώρα διαδρομής σου;

Δεν υπάρχει. Δεν έχω φτάσει εκεί που ήθελα να φτάσω, δηλαδή να καταλάβω τί είναι αυτό μέσα στο οποίο ζούμε.

-Ας πούμε ότι εφευρίσκεις μια χρονομηχανή και γυρίζεις  τον χρόνο πίσω. Υπάρχει κάτι που θα άλλαζες;

Δεν σκέφτομαι έτσι. Η ζωή θα εξελισσόταν με τον ένα και μοναδικό τρόπο που εξελίχθηκε. Δεν υπήρχε περίπτωση να γινόταν κάτι άλλο. Οπότε και χίλιες φορές να πήγαινα πίσω πάλι το ίδιο θα γινόταν. Είναι σαν μια ταινία ή σαν ένα βιβλίο που είχε δημιουργηθεί πριν ακόμη γεννηθώ και αυτό ισχύει για όλους μας.

-Πλήγωσες ανθρώπους;

Υποθέτω πως ναι.

-Πιστεύεις στον Θεό;

Ναι. Αλλά ο Θεός είναι κάτι πολλές φορές πιο περίπλοκο από ότι μας επιτρέπουν να καταλάβουμε οι αισθήσεις μας και ο εγκέφαλος που διαθέτουμε. Είναι σαν να λες σε ένα μυρμήγκι να καταλάβει την Ενάτη του Μπετόβεν. Κανείς δεν μπορεί να περιγράψει τον Θεό. Παρατηρώντας τον κόσμο γύρω μου, αντιλαμβάνομαι τον άψογο συγχρονισμό, την άρτια ενορχήστρωση ενεργειών. Είναι πέρα από αυτό που μπορούμε να καταλάβουμε. Αυτά που βλέπεις, που ακούς, που οσφραίνεσαι, που αγγίζεις , που γεύεσαι είναι ένα ελάχιστο μέρος του Θεού. Κοίτα γύρω σου. Όλα αυτά είναι ένα ελάχιστο μέρος του Θεού. Κι εσύ ο ίδιος.

-Αν είχες τη δυνατότητα να συναντήσεις μια παγκόσμια προσωπικότητα, ποια θα ήθελες να είναι;

Δεν σκέφτομαι έτσι. Μου έχουν κινήσει κάποια άτομα την περιέργεια. Ο Πλάτωνας γιατί έγραψε αυτά που έγραψε, που δεν θα μπορούσαν να γραφτούν από κάποιον στην ανθρώπινη συνθήκη. Ο Πυθαγόρας γιατί κατάλαβε τους αριθμούς και την μουσική και τις αρμονίες της και ότι όλα είναι δονήσεις. Ο Μέγας Αλέξανδρος για το ότι είχε την τόλμη να κάνει αυτά που έκανε και με τον τρόπο που τα έκανε. Ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι γιατί πέρα από τα άλλα μπόρεσε να ζωγραφίσει την Τζοκόντα που είναι η πιο σαφής απεικόνιση για το πως ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το Θείο. Ο Αϊνστάιν γιατί μπόρεσαν να χωρέσουν στο μυαλό του πράγματα που ως τότε δεν ήταν για τα ανθρώπινα μυαλά.

-Πώς θα ήθελες να σε θυμούνται όταν φύγεις από την ζωή;

Αν δεν καταφέρω να φτάσω εκεί που θέλω να φτάσω δεν υπάρχει κανένας λόγος να με θυμούνται. 

-Φοβάσαι τον θάνατο;

Ναι. Αν και δεν είμαι σίγουρος πως υπάρχει. Είναι αδιανόητο το ότι υπάρχουν όσα υπάρχουν και εμείς ανάμεσα σ’ αυτά, αλλά θα ήταν εξ ίσου αδιανόητο και να μην υπήρχαν. Τόσο το Μηδέν όσο και το Άπειρο δεν χωράνε στο ανθρώπινο μυαλό.

-Τί είναι για σένα ο έρωτας;

Ο έρωτας είναι μια υπερβατική συνθήκη. Δεν εξηγείται με λόγια. Επίσης δημιουργεί ένα «Ον» που τρέφεται από εμάς. Μπορεί να σου δώσει  τα πάντα αλλά αν δεν προσέξεις μπορεί και να σε διαλύσει. Παρά τους κινδύνους που κουβαλάει ο έρωτας, η ζωή δεν έχει νόημα αν δεν τον ζήσουμε και αν δεν τον σκοτώσουμε.

-Νιώθεις ευτυχισμένος;

Δεν θέλω να νιώθω ευτυχισμένος. Είναι τρομακτικό. Προτιμώ να αισθάνομαι ήσυχος.

Το καταφύγιό σου όταν όλα σκοτεινιάζουν;

Όταν όλα σκοτεινιάζουν δεν υπάρχει καταφύγιο. Το βιώνεις μέχρι να ξεσκοτεινιάσει.

-Τι σημαίνουν για σένα οι δυο σου κόρες, η Αφροδίτη και η Δέσποινα;

Σημαίνουν περισσότερα από όσα μπορώ να σου πω. 

-Πότε έκλαψες τελευταία φορά;

Δεν κλαίω εύκολα. Θυμάμαι κάτι από την περίοδο της πτώσης μου. Ένα βράδυ, όταν γύριζα από το γραφείο μου στη Κηφισίας, σταμάτησα σε ένα βενζινάδικο στη Νέα Ερυθραία. Όχι μακριά από εδώ που καθόμαστε τώρα. Αναλογίστηκα όσα συνέβαιναν στη ζωή μου, που δεν ήξερα τί θα μου ξημερώσει. Κατευθείαν μου ήρθαν στο μυαλό τα κορίτσια μου, δάκρυσα  και σκέφτηκα από μέσα μου: «Γαμώ το κέρατό μου, όχι τα παιδιά μου». Δεν ήθελα να ταλαιπωρηθούν. Είσαι και εσύ πατέρας, έχεις παιδιά και καταλαβαίνεις τί λέω. Εγώ ας πάθαινα το οτιδήποτε. Εκείνα δεν ήθελα να πάθουν τίποτα. Ήταν θυμός και απόγνωση μαζί.

-Τα όνειρά σου για το μέλλον;

Δεν κάνω όνειρα για το μέλλον. Έχω μερικές επιδιώξεις. Κάποια μπορεί να γίνουν, κάποια μπορεί να μην γίνουν. Και τα μεν και τα δε, είναι εκεί και με περιμένουν.

-Η συμβουλή που θα έδινες σε ένα νέο άνθρωπο για να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα;

Αν δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει ας τα κυνηγήσει. Μπορεί και να βγουν. Τώρα που το λες αυτό, θυμήθηκα μια απορία που γεννήθηκε αυτά το χρόνια μετά την καταστροφή. Είχα προσπαθήσει νε βρω κάποια συνεργασία για το ΚΛΙΚ για πολλά χρόνια, ή και να εργαστώ σαν συντάκτης. Και είχα πάει σε όλα τα γνωστά μαγαζιά. Αυτό που μου έκανε εντύπωση δεν ήταν ότι τότε δεν έβρισκα συνεργασία για το ΚΛΙΚ. Μου έκανε εντύπωση που δεν έβρισκα δουλειά ούτε σαν συντάκτης.

-Τι σου έρχεται στο νου όταν λες το όνομα Άρης Τερζόπουλος;

Δεν συνηθίζω να λέω το όνομα μου. Είμαι κάτι εντός και κάτι εκτός μου, αλλά είναι απροσδιόριστο. Δεν ξέρω τι είμαι.

-Άρη σε ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία που είχαμε.

Η χαρά ήταν δική μου. Σε ευχαριστώ πολύ Χρήστο.

Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο

Διαβάστε περισσότερες συνεντεύξεις: εδώ

Ο Άρης Τερζόπουλος έγινε 80 ετών και μοιράζεται τις σκέψεις του

Αποτυχημένος φοιτητής Κοινωνικής Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποτυχημένος φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός και αρθρογράφος. Συλλέκτης βινυλίων, κόμικς και βιβλίων. Λάτρης της ινδικής κουζίνας και του κόκκινου κρασιού. Με το γράψιμο έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Όταν γράφω θέλω η σκέψη που ξεκινάει από εμένα να ολοκληρώνεται από τον αναγνώστη...