Ήθελα πολλά χρόνια να κάνω μια συνέντευξη με τον Άρη Τερζόπουλο. Τον είχα προσεγγίσει το 2021. Ήταν δεκτικός και άμεσος. Για κάποιους δικούς μου λόγους δεν τα καταφέραμε. Ήρθε όμως η στιγμή. Βρεθήκαμε στο στέκι του, το LoubierTennisClub στη Νέα Ερυθραία, όπου περνάει τον χρόνο του δοκιμάζοντας τις αντοχές του παίζοντας τένις. Όπως μου ανέφερε, γίνεται καλύτερος με τον καιρό. Θυμάμαι, ήμουν πέντε χρονών το 1997 όταν έπιασα για πρώτη φορά ένα τεύχος του ΚΛΙΚ στα χέρια μου. Άραγε, εκείνη τη περίοδο υπήρχε σπίτι χωρίς ΚΛΙΚ; Δεν κατάλαβα πολλά από το ξεφύλλισμα. Δεν θυμάμαι καν τι έγραφαν τα κείμενα. Σίγουρα μου έκαναν εντύπωση οι εξωπραγματικές και πολύχρωμες εικόνες των άρθρων, οι φωτογραφίες των μοντέλων που λάνσαραν ρούχα ή κοσμήματα αλλά και οι διαφημίσεις σε αρκετές σελίδες, ειδικά από τσιγάρα και αρώματα.
Στη πορεία των χρόνων, όταν άρχισε να με ελκύει η δημοσιογραφία άρχισα να ψάχνω, να συλλέγω και να αγοράζω παλαιότερα ή της εποχής μου lifestyle περιοδικά. Μέσα στην γενική αναζήτηση, αντιλήφθηκα ότι η παρακαταθήκη των Εκδόσεων Τερζόπουλος είχε αφήσει ένα ξεχωριστό αποτύπωμα. Σε αυτή την εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη μιλήσαμε για τα πάντα. Φεύγοντας, μετά το πέρας δύο και κάτι ωρών συνομιλίας μαζί του, διαπίστωσα το εξής. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι χορτασμένος από οικονομική άνεση, επιτυχία, καταξίωση, αισθητική, εικόνες, εμπειρίες και βιώματα πέραν από αυτά που κουβαλά ο μέσος άνθρωπος. Αυτό που δε συμβαίνει συχνά είναι ένας τέτοιος άνθρωπος να είναι απλός, γήινος και προσεγγίσιμος. Να σου μιλάει για όσα έζησε, όσο σπουδαία και αν ήταν, σαν να πρόκειται για το πιο απλό συμβάν στο κόσμο. Ένας τέτοιος άνθρωπος που γνώρισα ήταν ο Άρης Tερζόπουλος. Σήμερα, τον φιλοξενώ στοyourearticles.
-Άρη, τί θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια;
Γεννήθηκα το 1945 στην Αθήνα. Οι δικοί μου έμεναν αρχικά στα Σεπόλια αλλά λόγω του Εμφυλίου Πολέμου και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας που δημιούργησε, μετακόμισαν στη Βουλιαγμένη, όταν ακόμη ήμουν μωρό. Μετά τον πρώτο χρόνο της ζωής μου, οι γονείς μου επέστρεψαν στα Σεπόλια. Όμως, δεν ήταν ακόμα ασφαλές το περιβάλλον εκεί. Από μετέπειτα αναφορές της μητέρας μου, είχαν δει ανθρώπους να πεθαίνουν στον δρόμο από πείνα και κακουχίες. Δύσκολα πράγματα. Για τον λόγο αυτό εγκαταστάθηκαν στο σπίτι της γιαγιάς μου, της μητέρας του πατέρα μου, στην περιοχή των Αμπελοκήπων, εκεί που σήμερα βρίσκονται τα Τουρκοβούνια.
-Φαντάζομαι οι περιοχές αυτές ήταν πολύ διαφορετικές σε σχέση με σήμερα. Κάπως «παρθένες», πιο πράσινες.
Βέβαια. Όλη η περιοχή ήταν γεμάτη χωράφια. Δεν υπήρχαν και πολλά σπίτια. Μια φορά θυμάμαι, Καθαρά Δευτέρα ήταν, είχα πετάξει αετό μαζί με τον πατέρα μου και έκανε τόσο δυνατό αέρα που με πήρε και με σήκωσε. Ήταν μεγάλος ο αετός και απογειώθηκα. Με έπιασε ο πατέρας μου για να μην χτυπήσω.
-Υπάρχουν αναμνήσεις που έχουν αποτυπωθεί ανάγλυφα στο νου;
Αυτή τη στιγμή μου έρχονται δυο εικόνες. Η πρώτη έχει να κάνει με ένα ολοκαίνουργιο ζευγάρι παπούτσια που μου είχαν αγοράσει οι δικοί μου. Ήταν τέτοια η χαρά μου που τα είχα βάλει κάτω από το μαξιλάρι και κοιμόμουν μαζί τους. Η δεύτερη είναι κάπως αστεία. Ήμουν δυόμιση ετών και το σπίτι μας είχε αυλή. Στην αυλή ερχόταν ένα μικρό κοριτσάκι που έμενε εκεί τριγύρω. Εγώ ήθελα συνέχεια να παίζω με μια ρόδα. Το κοριτσάκι ήθελε να παίζουμε το γιατρό. Μια μέρα λοιπόν, εκεί που της έκανα την ένεση, εμφανίστηκε ξαφνικά η μητέρα μου με τη θεία μου και άρχισαν να μας φωνάζουν. «Τί πράγματα είναι αυτά; Τί κάνετε εκεί;» Ξέρεις τώρα… Όχι ότι κάναμε τίποτα πονηρό. Ούτε που καταλαβαίναμε . Μικρά παιδιά ήμασταν. Αλλά είναι από αυτά τα ευτράπελα που τα θυμάται κανείς.
-Μεταξύ μας, ποιός δεν έχει παίξει τον γιατρό όταν ήταν παιδί;
Πλάκα κάνεις; Εννοείται. Εν τω μεταξύ, τι θυμάμαι τώρα… Αυτό το κοριτσάκι μια μέρα πήρε ένα γυαλί και μου έκανε ένα μικρό κόψιμο. Μια ουλή που την έχω μέχρι και σήμερα.
-Η πληγή που γίνεται ουλή, όπως έχεις αναφέρει σε συνέντευξη σου.
Ακριβώς. Μόνο που η συγκεκριμένη ουλή δεν με απασχόλησε και πολύ. Υπήρξαν άλλες πιο βαθιές που κράτησαν περισσότερο.
-Θα φτάσουμε και σε αυτές. Μίλησε μου για τον πατέρα σου πρώτα.
Πατέρας μου ήταν ο Ευάγγελος Τερζόπουλος, ένας φωτισμένος άνθρωπος που ασχολήθηκε με τις εκδόσεις. Πάνω από όλα όμως ήταν ένα καλό παιδί. Ήταν φτωχός και αυτοδημιούργητος ώσπου τα πράγματα στην πορεία άλλαξαν. Ουδέποτε τον απασχόλησαν τα χρήματα, ακόμα και όταν έβγαλε αρκετά, εκδίδοντας το περιοδικό Γυναίκα την δεκαετία του 50.
-Στο μετέδωσε και σένα;
Ναι, αυτό ήταν κάτι που μοιραία κληροδότησε και σε μένα. Επιχειρηματικά βέβαια δεν είναι καλό καθώς ο επιχειρηματίας οφείλει να λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος. Εγώ δεν ήμουν το πρότυπο του επιχειρηματία.
-Παρόλα αυτά, βίωσες την οικονομική ευμάρεια μέσα σε μια δύσκολη οικονομικά περίοδο της Ελλάδας.
Πριν ακόμα το καταλάβω, από τα πέντε μου χρόνια, βρέθηκα σε μια πλούσια οικογένεια με μεγάλη άνεση. Και όσο περνούσαν τα χρόνια η άνεση αυτή μεγάλωνε. Αλλά όπως σου ανέφερα, δεν ήταν κάτι που με επηρέασε ή με έκανε να νιώσω πιο σημαντικός ή ξεχωριστός. Σε αυτό έπαιξε ρόλο και ο πατέρας μου και η μητέρα μου με τις δικές τους καταβολές.
-Ο πατέρας σου ήταν καλλιτέχνης;
Ζωγράφιζε από μικρός. Θυμάμαι που είχε ζωγραφίσει τον πίνακα ενός παπά στα Δαρδανέλια, στη Μικρά Ασία. Εκεί έμενε πριν έρθει με την μητέρα μου και εγκατασταθεί στην Αθήνα. Όταν έφτασε εδώ άρχισε να σπουδάζει στη Σχολή Καλών Τεχνών και ταυτόχρονα δούλευε για να ζήσει. Ήταν αδιανόητο εκείνα τα χρόνια να ζήσει κάποιος από την ζωγραφική. Όταν μεγάλωσα και άρχισα να συνειδητοποιώ αυτά που δημιουργούσε στα επόμενα χρόνια, τον θαύμασα πολύ. Είχε μια ικανότητα ξεχωριστή, μια μοναδική ευχέρεια. Και εγώ ζωγραφίζω, αυτοδίδακτος είμαι. Αλλά την ικανότητα του δεν την διαθέτω.
-Υπάρχει κάποια κουβέντα, κάποια συμβουλή του που θυμάσαι;
Όλη του η ζωή ήταν μια συμβουλή για εμένα. Τον εκτιμούσα πολύ τον πατέρα μου. Ήταν ένας σημαντικός άνθρωπος, έξυπνος και γρήγορος. Και το πιο σημαντικό, έβλεπε μπροστά από την εποχή του.
-Είναι μεγάλο βάρος και συνάμα πρόκληση για τα παιδιά σπουδαίων ανθρώπων να περπατήσουν μακριά από τη σκιά τους. Φροϋδικά, ένιωσες την ανάγκη να συγκριθείς μαζί του, να τον «σκοτώσεις» μέσα σου;
Δεν αισθάνθηκα ποτέ ανταγωνισμό για τον πατέρα μου, ούτε ένιωσα πως θέλω να τον ξεπεράσω. Η καλή μου τύχη τα έφερε έτσι και είχα για πατέρα αυτόν τον άνθρωπο. Ακολούθησε τη δική του διαδρομή και εγώ ακολούθησα την δική μου.
-Με τη μητέρα σου πώς τα πήγαινες;
Εξαιρετικά. Ήταν μια πάρα πολύ καλή γυναίκα. Και με τον πατέρα μου ήταν αγαπημένοι μεταξύ τους, ήταν καλοί γονείς. Η μητέρα μου είχε καταγωγή από τη Βήσσανη, ένα χωριό στα Γιάννενα. Ο ξεριζωμός ήταν βίωμα για εκείνη. Από την Ήπειρο βρέθηκε στην Πόλη και από την Πόλη στην Αθήνα. Και λόγω του ότι βίωσε τον ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, πέρασε το κατοχικό σύνδρομο
-Έχεις και έναν αδερφό, τον Χρήστο. Μοιάζετε;
Αντίθετοι χαρακτήρες. Μέρα με τη νύχτα.
-Η σχέση σου μαζί του;
Όταν ήμασταν μικροί είχαμε καλή σχέση. Τον αγαπούσα και με αγαπούσε. Όταν μεγαλώσαμε, χωρίς να το θέλει, μου προκάλεσε τη μεγαλύτερη καταστροφή. Πιο μεγάλη από όση μου έχουν προκαλέσει οι αντίπαλοί μου επαγγελματικά.
-Αναφέρεσαι στο ότι δεν έδωσε τη συγκατάθεση του στη πρόταση του Πέτρου Κωστόπουλου για να αγοράσει τη Γυναίκα;
Ακριβώς εκεί αναφέρομαι. Ήταν ένα τρομερό λάθος από πλευράς του, το οποίο δεν το κατάλαβα ποτέ. Μου προκάλεσε μεγάλη ζημιά. Είχα κάνει τα πλάνα μου να πάω στην Αμερική και να δουλέψω. Αλλά με σακάτεψε.
-Πόσα χρήματα σας έδινε ο Πέτρος;
Δύο δισεκατομμύρια και διακόσια πενήντα εκατομμύρια δραχμές. Εν έτη 1999. Τότε, ακόμα είχαμε δραχμές. Ήταν καλά τα λεφτά.
-Καλά λεφτά δεν λες τίποτα… Το ένα δέκατο από αυτά τα χρήματα να μου έδινε κάποιος απ’ το πουθενά, θα ήμουν ευχαριστημένος. Επιστρέφω στις αντιθέσεις με τον αδερφό σου. Έχεις αναφέρει σε παλαιότερη συνέντευξη ότι εκείνος ήταν πιο ορθολογιστής ενώ εσύ προσέγγιζες το μεταφυσικό. Έχεις βιώσει ενοράσεις;
Έχω αισθανθεί τον θάνατο του πατέρα μου την στιγμή που συνέβαινε, ενώ βρισκόμουν αλλού. Το ίδιο μου έχει συμβεί και με έναν καλό φίλο που έφυγε. Ήμουν στη Ρώμη εκείνο το απόγευμα. Ταυτόχρονα, αισθάνομαι και άλλα πράγματα. Τι είδους συναισθήματα και βιώματα κουβαλάει ο καθένας με τον οποίο συζητώ.
-Έχω βιώσει και εγώ αντίστοιχα γεγονότα. Καταλαβαίνω απόλυτα αυτό που λες. Εξάλλου, οι άνθρωποι είμαστε ενέργεια. Όπως όλα γύρω μας και μέσα στο σύμπαν.
Υπάρχει τίποτα που να μην είναι ενέργεια; Και το φλιτζάνι που υπάρχει εδώ στο τραπέζι ενέργεια έχει. Απλά διαθέτουμε τις συγκεκριμένες αισθήσεις σαν άνθρωποι και έχουμε ελλιπή αντίληψη για το τί πραγματικά συμβαίνει στον χωροχρόνο. Βλέπουμε ένα μέρος των πραγμάτων.
-Η τέχνη αποτελεί άξονα στη ζωή σου. Ασχολήθηκες μόνο με τη ζωγραφική;
Εκτός από τη ζωγραφική μου άρεσε και μου αρέσει η μουσική. Βέβαια, όσον αφορά εμένα και σε σχέση με τη μουσική, έχω ένα μειονέκτημα. Μου λείπει η αντίληψη του να ακούω καλά τη φωνή μου. Οπότε, όταν πάω να τραγουδήσω, τραγουδάω τρέχα-γύρευε. Επίσης, το μυαλό μου δεν μπορεί να συγκρατήσει μια ορισμένη μελωδία ώστε να καταλάβω πώς να πατήσω πάνω σε αυτή. Δεν τα καταφέρνω. Ενώ άμα ακούσω μια ορχήστρα να παίζει, μπορώ να αντιληφθώ την οποιαδήποτε παραφωνία που θα κάνει.
-Έχει μεγάλη δύναμη η μουσική. Πώς την αντιλαμβάνεσαι;
Η μουσική είναι εφαρμοσμένα μαθηματικά. Αποτελεί την κορυφαία ψυχότροπη μορφή τέχνης. Επεμβαίνει ψυχικά στον άνθρωπο με τεράστια ταχύτητα. Πιστεύω ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Το μόνο που θέλω να αναφέρω είναι να ακούμε όσο πιο πολλή μουσική από αυτήν που μας αρέσει. Μόνο καλό μπορεί να μας κάνει.
-Ξέρεις κάποιο όργανο;
Το παλεύω να παίζω ηλεκτρική κιθάρα και να παράγω ήχους που έχουν να πουν κάτι σε μένα. Για παράδειγμα, τρελαίνομαι για τους ήχους που παράγει ο David Gilmour με την κιθάρα του. Αυτές τις μέρες ακούω και μαθαίνω ξανά το Comfortably Numb.
-Σπουδαίο psychedelic rock κομμάτι. Τώρα βέβαια, μου αναφέρεις και τον μάγο της κιθάρας.
Εξαιρετικός. Λιτός και δωρικός. Δεν κατανάλωνε τον εαυτό του να κάνει επίδειξη των δεξιοτήτων του. Αυτό τον διακρίνει
-Τα ακούσματα σου ποια ήταν;
Από τα πρώτα μου ακούσματα, το 1955, ο Elvis Presley. Στη συνέχεια ανακάλυψα τον Ray Charles. Μετά γοητεύτηκα με τους Beatles. Η μουσική τους ήταν βαθιά. Το πήγαν πολύ συναισθηματικά και μακριά το κομμάτι της μουσικής. Γενικότερα, άκουγα και ακούω ένα ευρύ φάσμα μουσικών ειδών.
-Ήσουν καλός μαθητής;
Σχετικά καλός. Του 16. Δεν είχα ιδιαίτερες δυσκολίες αλλά δεν με ενδιέφεραν κιόλας.
-Σπούδασες στην Ανωτάτη Εμπορική. Εκεί πώς πήγε το πράγμα;
Στην Ανωτάτη Εμπορική ήμουν συμφοιτητής και με τον Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, της Χαλυβουργικής. Θυμάμαι στο τρίτο έτος της σχολής, το 1965 ήταν, υπήρχε ένα παλιομάθημα που λεγόταν «Μαθηματική Στατιστική».
-Κουράστηκα μόνο που το άκουσα. Βλέπεις, είμαι παιδί της θεωρητικής.
Αν κουράστηκες εσύ τι να πω και εγώ που έπρεπε να το δώσω… Δεν καταλάβαινα λέξη. Διάβασα ένα κεφάλαιο στη τύχη και έπεσε αυτό. Δεν μπορώ να στο εξηγήσω πώς έγινε. Πραγματικά. Και το πέρασα. Εγώ και άλλοι 35 μέσα σε 1000 παιδιά. Και όλοι νόμιζαν ότι ήμουν διάνοια. Έλεγα από μέσα μου: «Πού να ξέρατε». Στο τελευταίο έτος για το πτυχίο είχα περάσει εννιά από τα δέκα μαθήματα. Σε ένα που μου είχε απομείνει είπα να δοκιμάσω το ίδιο κόλπο που δοκίμασα με την «Μαθηματική Στατιστική». Αλλά έπεσε άγνωστο θέμα και αναγκαστικά έγραψα έκθεση ιδεών. Ο καθηγητής πρέπει όταν διόρθωνε το γραπτό να το μαχαίρωνε παράλληλα.
-Και μετά από τη σχολή;
Πέρασα ένα χρόνο στο Μίκυ Μάους επειδή είχε αποχωρήσει ο διευθυντής του. Οπότε, βρέθηκα εκεί να καλύψω τη θέση.
–Μίκυ Μάους… Άλλο ιστορικό περιοδικό που μεγάλωσε γενιές και γενιές.
Στο Μίκυ Μάους πέρασα έναν υπέροχο χρόνο. Εκεί «ψήθηκα» στο να καταφέρω να μάθω τί χρειάζεται ένας εργαζόμενος για να εργαστεί, πώς να νιώσει καλύτερα στο εργασιακό περιβάλλον και να λειτουργήσει ελεύθερα. Επειδή τις εκδόσεις τις είχα κληρονομήσει, αισθανόμουν κάπως άβολα να κάνω τον μάγκα με κάτι που απέκτησα μέσω του πατέρα μου. Και ήθελα όσοι δούλευαν μαζί μου να περνάνε καλά. Για τον λόγο αυτό, από τις πρώτες μέρες κιόλας έκανα δυο πράγματα. Ζήτησα να μου μιλάνε στον ενικό οι εργαζόμενοι και κατόπιν επιθυμίας των κοριτσιών, έβαλα να παίζει μουσική στο γραφείο, σαν να γινότανε ένα μικρό πάρτι ενώ δουλεύαμε. Έτσι, απελευθερωθήκαμε όλοι μας και η δουλειά γινόταν πιο ευχάριστα. Βγάζαμε διπλή παραγωγή.
-Πολύ καινοτόμα όλα αυτά. Η στάση σου και ειδικά μέσα στην συγκεκριμένη εποχή.
Για την ευεργετική επίδραση της μουσικής σου μίλησα παραπάνω. Όσον αφορά τον πληθυντικό, πάντα πίστευα ότι αποτελεί ένα πλέγμα. Ένα δίχτυ που δημιουργεί αποστάσεις. Κάποιος που σου μιλάει στον πληθυντικό δεν έχει άνεση, φοβάται να εκφραστεί πλήρως. Η δουλειά μας για να βγει θέλει κλίμα άνεσης. Και ο ενικός δημιουργεί οικειότητα και καλλιεργεί εμπιστοσύνη. Αυτό πιστεύω.
-Εν τω μεταξύ, εσύ τα περιοδικά και τις εκδόσεις δεν τα ανακάλυψες όταν ανέλαβες τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης. Τριγυρνούσες από παιδί στο τυπογραφείο, σωστά;
Ναι, Πήγαινα και έβλεπα όλους τους χώρους. ‘Έμπαινα κάτω από τις μηχανές, κουβαλούσα το χαρτί. Προσπαθούσα να έχω εικόνα από όλα και να τα μάθω καλά. Στη ζωή είναι καλό να μαθαίνουμε όσα μπορούμε.
-Στο Μίκυ Μάους ήσουν μόνο διευθυντής;
Όχι, μου άρεσε να αλλάζω τις λεζάντες. Όχι μόνο τα ονόματα, πολλά πράγματα. Αν το ήξερε ο Ντίσνεϋ θα με κρεμούσε ανάποδα. ‘Έβγαζα χιούμορ από την εικόνα. Ξέφευγα από το σενάριο χωρίς όμως να το χαλάω και ταυτόχρονα έκανα τους διαλόγους να είναι αστείοι μέσα από τις εικόνες. Αυτό με διασκέδαζε πάρα πολύ. Ήταν ωραία η περίοδος στο Μίκυ Μάους.
-Μετά από το Μίκυ Μάους βρέθηκες στην Γυναίκα;
Πριν βρεθώ στη Γυναίκα είχα απορίες μέσα μου σχετικά με τον τρόπο που σκεφτόταν ο πατέρας μου. Πώς διάλεγε τα θέματα, πώς τα οργάνωνε κλπ. Και ειδικά για ένα γυναικείο περιοδικό. Στην Γυναίκα μπήκα στην αρχή ως συντάκτης, γράφοντας κείμενα. Εκείνη την περίοδο είχε ξεκινήσει η Όλγα Μπακομάρου και η Όλγα Μπατή, δύο σπουδαίες και καινοτόμες δημοσιογράφοι. Επίσης, θυμάμαι την Λιάνα Ελευθερουδάκη, την Άννυ Χέρρα Ζυμαράκη, την Μαρία Καραβία και την Έλλη Παππά. Με αυτά τα κορίτσια πορευτήκαμε στην Γυναίκα. Μέσα σε ένα μήνα κατάλαβα απόλυτα τί χρειαζόταν το περιοδικό για να απευθυνθεί στις γυναίκες. Μου ήταν σαφές.
-Με τί τρόπο το κατάφερες;
Νομίζω ότι έχω μόνο μια ικανότητα. Να πάρω κάτι στα χέρια μου και να το τεμαχίσω θεωρητικά. Να το αναλύσω και να εξηγήσω τον τρόπο που λειτουργεί. Έτσι, λειτούργησα στα περιοδικά που ανέλαβα και εξέδωσα στην πορεία. Στην Γυναίκα συγκεκριμένα σκέφτηκα ότι είχε έρθει μια νέα εποχή, η Μεταπολίτευση. Δεν μπορούμε να γράφουμε πια για οικοκυρικά και για γιουβαρλάκια. Δεν θα ήταν καλύτερο να κάνουμε μια συνέντευξη με τον Ανδρέα Παπανδρέου; Και κάπως έτσι, με έναν νέο άξονα, προχώρησε το περιοδικό.
-Θυμάσαι τη περίοδο της χούντας; Περνούσε από λογοκρισία η ύλη του περιοδικού;
Αναγκαστικά το κάθε τεύχος το πηγαίναμε στη λογοκρισία για να το ελέγξουν. Να δουν μήπως έχει κάτι που δεν ταίριαζε με το καθεστώς τους. Μια φορά είχε τύχει να μην τους αρέσει μια γελοιογραφία του ΚΥΡ επειδή τους φάνηκε αντιπολιτευτική και αναγκαστικά την αφαιρέσαμε. Δεν μου άρεσε αυτή η περίοδος, ξέρεις. Δεν τα πάω καλά με τις δικτατορίες. Και με τις καταπιέσεις γενικότερα. Ούτε να με καταπιέζουν θέλω, ούτε να καταπιέζω εγώ τους άλλους.
-Έζησες την νυχτερινή ζωή της δεκαετίας του 70. Πώς ήταν;
Ήταν ωραία και αλλιώτικα. Υπήρχαν και λίγα μαγαζιά. Συνήθιζα να πηγαίνω στις 9 Μούσες, στα Νούφαρα και στο Ένα. Ήμασταν όλοι μια μεγάλη παρέα.
-Ένα μέλος αυτής της μεγάλης παρέας ήταν ο Βλάσσης Μπονάτσος;
Ο Βλάσσης είχε μεγάλη πλάκα. Ήταν ψυχάρα. Είχε ένα μοναδικό χάρισμα να διηγείται τις πιο απίθανες θεωρίες συνομωσίας και μπορούσες να τον ακούς για ώρες. Όσα διαδίδονται δηλαδή τα τελευταία χρόνια με διάφορες συνομωσίες, ο Βλάσσης τα έλεγε από το 70. Θέλω να σου πω και κάτι άλλο όμως. Η περίπτωση της φυσιογνωμίας του Βλάσση, μου δημιουργεί τη σκέψη ότι οι άνθρωποι που λειτουργούν με μεγάλη εξωστρέφεια, κρύβουν έναν άλλο εαυτό μέσα τους, ενδεχομένως κάπως πληγωμένο.
-Τί κατάσταση επικρατούσε στα νυχτερινά μαγαζιά;
Απίστευτα. Δεν μπορώ να στο περιγράψω. Μπορούσες να βρεις αυτό που ήθελες. Ό,τι και αν ήταν αυτό.
-Και ναρκωτικά;
Ναρκωτικά κυκλοφορούσαν από το 1972 και μετά. Πρώτα ήρθε η μαριχουάνα και περιστασιακά το lsd. Μετά ήρθε και η ηρωίνη. Η κοκαΐνη δεν είχε εμφανιστεί ακόμα.
-Έχασες φίλους σου από ναρκωτικά;
Πάρα πολλούς. Αλλά άρχισαν να «φεύγουν» αργότερα. Οι περισσότεροι έπαθαν ηπατίτιδα και τους χτύπησε στο συκώτι στα εξήντα τους.
-Μπήκαν στη δική σου ζωή οι ουσίες;
Όχι, δεν μου πηγαίνανε. Ούτε αλκοόλ δεν πίνω. Ακόμα και το κανονικό τσιγάρο με ζαλίζει. Δεν μου ταιριάζει οτιδήποτε μου ταράζει το μυαλό και δεν με αφήνει να σκεφτώ καθαρά, να γράψω και να ζωγραφίσω. Η καλύτερη μου διασκέδαση για μένα είναι να έχω καθαρό το μυαλό μου.
-Ανήκεις σε μια γενιά ανθρώπων που έζησε ένα εντελώς διαφορετικό κλίμα στη Μύκονο. Πότε εξερεύνησες το νησί για πρώτη φορά;
Η πρώτη φορά που πήγα στη Μύκονο ήταν το Πάσχα του 1970. Γνώρισα ένα διαφορετικό νησί. Και πέρασα καταπληκτικά. Καμία σχέση με όλο αυτό το πανηγύρι που επικρατεί τις τελευταίες δεκαετίες.
-Συμπτωματικά, στη Μύκονο γνώρισες και τον Πέτρο Κωστόπουλο;
Πιο μετά, το 1986.
-Έχεις αναφερθεί σε αυτή τη γνωριμία η οποία προέκυψε κάπως ανορθόδοξα. Αλήθεια τώρα; Ήταν εραστής της γυναίκας σου;
Είναι μια ωραία ιστορία. Να το πάρουμε όμως από την αρχή για να βάλουμε τα πράγματα σε σειρά. Από νωρίς, η σχέση μου με τις γυναίκες δεν ήταν απλή. Θα την χαρακτήριζα θεϊκή. Για μένα οι γυναίκες είναι μυθολογικά πρόσωπα και πάντοτε με ολοκλήρωναν. Μετά από κάποιες σεξουαλικές εμπειρίες που είχα, διαπίστωσα το αιώνιο δράμα του είδους μας. Από τη μία πλευρά επιθυμούμε να έχουμε μια διαρκή σχέση με τον έρωτα που συναντάμε. Από την άλλη πλευρά, είμαστε πολυγαμικά όντα και ταυτόχρονα ο έρωτας μεταβάλλεται σε κάτι διαφορετικό. Τί κάνουμε λοιπόν για ισορροπήσουμε;
-Για πες μου.
Με μια μεταφυσική προσέγγιση, ο έρωτας βρίσκεται λίγο πάνω από τα ανθρώπινα. Ταυτόχρονα, γίνεται αντιληπτό ότι η λίμπιντο μας λειτουργεί διαρκώς και δεν τιθασεύεται με τίποτα. Όταν ερωτευόμαστε έναν άνθρωπο, θέλουμε να τον «φάμε». Ο μόνος τρόπος για να τον «φάμε» είναι να κάνουμε έρωτα μαζί του. Το θέμα είναι ότι ο έρωτας μεταβάλλεται αλλά η λίμπιντο παραμένει. Προσπάθησα να τα ταιριάξω αυτά μεταξύ τους υπάρχοντας σε αρκετές σχέσεις. Όταν γνώρισα την Λάουρα Ντε Νίγκρις, την ερωτεύτηκα και κάναμε σχέση. Επειδή δεν τα πήγαινα καλά με τα ψέματα, δεν ήθελα να πάω με μια γυναίκα κρυφά από την Λάουρα και να πρέπει να σκαρφιστώ ιστορίες για να δικαιολογιέμαι. Δεν θα ήταν τιμητικό ούτε για μένα, ούτε για την Λάουρα. Οπότε, της πρότεινα λοιπόν να έχουμε έναν ανοιχτό γάμο. Το δέχτηκε. Δεν ξέρω μέσα της τί χρειάστηκε να υπερβεί για να το καταφέρει.
-Δούλεψε αυτή η συνθήκη;
Μέχρι ένα διάστημα, ναι. Από ένα σημείο και μετά ο έρωτας σκοτώθηκε μεταξύ μας. Η σχέση μας μετατράπηκε σε κάτι άλλο. Δεν μπορεί να το καταλάβει εύκολα κάποιος αν δε ζήσει κάτι αντίστοιχο. Ξέρεις Χρήστο, συνήθως όταν ο έρωτας πεθάνει, κάποιος από τους δύο φεύγει ή οι δυο τους ζούνε μαζί μια συμβατική ζωή. Εμείς ζούσαμε ως ζευγάρι. Αυτό που δεν μας κράτησε μαζί, ενώ θα μπορούσε αν υπήρχε, ήταν ο διάλογος. Είχε τελειώσει, όμως. Μια σχέση κρατιέται ακόμα και αν ο έρωτας φύγει. Αρκεί να υπάρχει ο διάλογος μεταξύ του ζεύγους.
-Πώς έμαθες για τη σχέση του Πέτρου με τη Λάουρα;
Η Λάουρα μου το είπε. Μέσω εκείνης γνωριστήκαμε και στη πορεία γίναμε φίλοι.
-Απίστευτο και πρωτοποριακό μπορώ να πω. Ποια στοιχεία του Πέτρου σε κέρδισαν;
Ο χαρακτήρας του. Βέβαια, ήμασταν διαφορετικοί μεταξύ μας. Δεν είχε καμία σχέση με μένα. Παρόλα αυτά, ήταν έξυπνος, φιλόδοξος και είχε μεγάλη ενέργεια. Ο Πέτρος με βοήθησε να πάω παραπέρα στα περιοδικά. Ένιωσα κάποια στιγμή ότι ήμουν μόνος στη Γυναίκα. Είχε πρωτότυπες ιδέες. Κάναμε παρέα, ήρθαμε κοντά και αποφασίσαμε να συνεργαστούμε.
-Περίεργο δεν ακουγόταν να συνεργαστείς μαζί του δεδομένης αυτής της συνθήκης
Ναι, ήταν ένα τρίγωνο για το οποίο γνώριζαν κάποιοι φίλοι. Σε επίπεδο δουλειάς όμως δεν θα λειτουργούσε. Το κατάλαβε η Λάουρα και ο Πέτρος και σταμάτησαν αυτή τη σχέση. Όταν ξεκίνησε το ΚΛΙΚ ήταν όλα παρελθόν μεταξύ τους.
-Η ανάγκη που γέννησε το ΚΛΙΚ;
Στην αρχή ξεκίνησε να κουβαλά μια πολιτική χροιά. Ανέδειξε την ανάγκη των καταπιεσμένων νέων της δεκαετίας του 80 μαζί με τους προϋπάρχοντες να εκφραστούν. Ξέρεις Χρήστο, μετά από τόσα χρόνια αποκόμισα ότι κάποια περιοδικά έχουν την δική τους ψυχή. Και κρύβουν μια νομοτέλεια ως προς το αποτέλεσμα τους.
-Με πηγαίνεις στην τελεολογική θεωρία του Αριστοτέλη.
Μα όλα δεν γίνονται για κάποιον σκοπό; Άσχετα αν δεν μπορούμε να το εκλογικεύσουμε.
-Για τα ελληνικά δεδομένα το ΚΛΙΚ ήταν κάτι το πρωτοποριακό. Από άποψη θεματολογίας και ύφους.
Και να ξέρεις πως αυτά τα γεγονότα, όπως η γέννηση του ΚΛΙΚ δεν καθορίζονται από έναν ή δύο ανθρώπους. Το ΚΛΙΚ συγκροτήθηκε από μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων που δούλεψαν συνολικά. Οφείλω να το αναφέρω αυτό.
-Πήγαν καλά τα πρώτα τεύχη του περιοδικού;
Μέτρια. Η εκτίναξη έγινε στο τέταρτο τεύχος, εκεί που με αφορμή ένα άρθρο για το AIDS, αποφασίσουμε να διανείμουμε μαζί με το ΚΛΙΚ και ένα προφυλακτικό. Ήταν ιδέα του Πέτρου.
-Πόσα αντίτυπα έκανε;
Όσα εκδώσαμε. Κοντά στις σαράντα χιλιάδες. Πουλήθηκαν όλα. Και να σου πω την αλήθεια, δεν πίστευα ότι θα πάει τόσο καλά.
-Η πορεία για το ΚΛΙΚ στη συνέχεια ήταν διαρκώς ανοδική. Κάποια στιγμή ένιωσες να αδειάζεις μέσα σου;
Μπορείς να το πεις και έτσι. Όλα ολοκληρώνονται κάποια στιγμή στη ζωή, κάνουν τον κύκλο τους. Αυτό ένιωσα. Ταυτόχρονα, αισθάνθηκα ότι χάσαμε τον αρχικό μπούσουλα. Αρχίσαμε να κινούμαστε στην επιφάνεια και να δίδεται έμφαση στο lifestyle.
-Επήλθε και το σημείο της ρήξης μεταξύ σας. Ήταν αναπόφευκτο πιστεύεις;
Στη ζωή συμβαίνουν αυτά. Μην εκπλήσσεσαι. Για να συμβεί η ρήξη με τον Πέτρο συνέπεσαν δυο πράγματα. Αφενός, η φιλοδοξία του Πέτρου ο οποίος βρήκε την ευκαιρία να την εκδηλώσει. Όποιος βρισκόταν στη θέση του το ίδιο θα έκανε. Και σου μιλάω ειλικρινά δεν έχω κάτι προσωπικό με τον Πέτρο. Αφετέρου, η κρίση που περνούσε το ΠΑΣΟΚ λόγω του ότι ο Ανδρέας έφτανε στο τέλος του και πολλοί φοβόντουσαν ότι θα χρίσει για διάδοχο την Δήμητρα. Ξέρω τι σου λέω.
-Ο Πέτρος φεύγοντας για να ιδρύσει το Nitro πήρε μαζί του 96 από τους 100 εργαζομένους του ΚΛΙΚ. Πώς το διαχειρίστηκες αυτό;
Τί να διαχειριστώ; Ήταν πολύ ζόρικα. Ψυχολογικά πιέστηκα απίστευτα. Μέσα σε ένα μήνα να πρέπει να στήσω ένα «τρένο» και να έχω έτοιμο το καινούργιο τεύχος. Δεν ξέρω πώς έγινε. Ίσως βοήθησε και η τύχη; Το καταφέραμε.
-Έχεις αναφέρει σε παλαιότερη συνέντευξη ότι σε έχουν εκμεταλλευτεί εις γνώσιν σου. Γιατί το επέτρεψες να συμβεί;
Τί να έκανα; Κάποια πράγματα είναι για να γίνουν. Και σου δίνουν μια γεύση ανθρώπινη. Έτσι είναι οι άνθρωποι Χρήστο. Εγώ ποτέ δεν μπόρεσα να φάω στη ψύχρα κάποιον. Δεν το έχω αυτό.
-Από τα περιοδικά σου πέρασαν σπουδαίοι συντάκτες, αρχισυντάκτες και διευθυντές. Τώρα που μιλάμε, αν σε ρωτήσω, υπάρχουν κάποιοι που σου έρχονται στο μυαλό και τους οποίους ξεχώρισες;
Ο Γιάννης Νένες μου είναι πολύ αγαπητός. Είναι καλό παιδί και έχει αξία. Σωστό παλικάρι. Και η Σταυρούλα Παναγιωτάκη, την συμπαθούσα πολύ.
-Στη πορεία έκανες και άλλα περιοδικά. Πήρες ρίσκα και τόλμησες, δεν το έβαλες κάτω. Είχες προβλέψει την κρίση στα έντυπα μέσα και την μετέπειτα κατάρρευση;
Φαινότανε. Από το 2000 είχα δει το τέλος. Το είχα πει και στον Πέτρο: «Πέτρο, πούλα τώρα που είναι νωρίς».
-Την οικονομική πτώχευση που βίωσες και εσύ, πώς την διαχειρίστηκες;
Έλα ντε; Δεν ξέρω. Ήμουν ξάπλα, στο πάτωμα. Σίγουρα ήταν δύσκολα αλλά την ξεπέρασα. Και εδώ πιστεύω έπαιξε ρόλο η τύχη.
-Σήμερα, ζούμε μια διαφορετική εποχή όπου το ιντερνέτ είναι κυρίαρχο στον χώρο των media.
Απόλυτα κυρίαρχο. Ξέρεις όμως τί με ενοχλεί; Η εποχή αυτή βγάζει τόσο υπερβολική πληροφορία, ειδικά στο διαδίκτυο, που μας αποσπά θέλοντας και μη. Οι επόμενες γενιές που θα έρθουν είναι χαμένες από χέρι. Τα νέα παιδιά δεν μπορούν να διαβάσουν όπως πρέπει. Έχουν μπει στη λογική της οθόνης και έχουν μάθει να διαβάζουν διαγώνια και στα γρήγορα. Φυσικά, παίζει ρόλο και το τί διαβάζει κανείς. Θα υπάρξει μεγάλη παραγωγή ηλιθίων στο μέλλον, άνθρωποι που δεν θα μπορούν να διαβάσουν και να σκεφτούν. Και εξαιτίας αυτού, θα αναδυθούν πολλά καθίκια στη κοινωνία τα οποία θα εκμεταλλευτούν καταστάσεις. Θα παρασύρουν κόσμο και θα φέρουν καταστροφές.
-Θα επέστρεφες στην έντυπη μορφή;
Όχι με τον τρόπο που το κάναμε τότε. Με κάποιον διαφορετικό τρόπο ίσως.
–Tί ονειρεύεσαι για το νέο KLIK.gr;
Έχω ιδέες που θέλω να τις βάλω σε σειρά. Δεν είμαι μόνος μου βέβαια. Υπάρχουν συνεταίροι και συζητάμε μαζί για όλα. Θα προκύψουν όμορφα πράγματα στο μέλλον.

-Σε απασχολεί το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης;
Μου αρέσει πολύ η τεχνητή νοημοσύνη. Τη θαυμάζω σαν τεχνολογικό επίτευγμα. Αλλά πιστεύω ότι θα μας καταστρέψει, εμάς την ανθρωπότητα. Και πρόκειται για νομοτέλεια.
-Πού το βασίζεις ότι θα μας καταστρέψει;
Η τεχνητή νοημοσύνη σκέφτεται. Τη ρωτάμε κάτι και απαντάει αμέσως. Εξελίσσεται ραγδαία και θα λειτουργήσει με τέτοιο τρόπο για να διασφαλίσει την αυτονομία και την αυτοεξέλιξη της. Το παιχνίδι θα μετατοπιστεί και σε στρατιωτικό επίπεδο. Δυστυχώς, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι μια πυρηνική βόμβα που σκέφτεται.
-Τί άνθρωπος είναι ο Άρης Τερζόπουλος
Αυτό θα το πεις εσύ και όποιος διαβάσει τη συνέντευξη.
-Το απόσταγμα της μέχρι τώρα διαδρομής σου;
Δεν έχει βγει. Έχουμε ακόμα δρόμο για να περπατήσουμε.
-Ας πούμε ότι εφευρίσκεις μια χρονομηχανή και γυρίζεις τον χρόνο πίσω. Υπάρχει κάτι που θα άλλαζες;
Θα ήθελα να είχαν έρθει τα πράγματα με τέτοιο τρόπο ώστε η Γυναίκα να είχε αγοραστεί από τον Πέτρο. Θα είχα πραγματοποιήσει αρκετά από αυτά που είχα ονειρευτεί εκείνο το διάστημα. Αλλά τί νόημα έχει να το λέμε; Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω.
-Πλήγωσες ανθρώπους;
Δεν θα έχω πληγώσει και εγώ κάποιους ανθρώπους, έστω και άθελα μου;
-Πιστεύεις στον Θεό;
Όχι με την παραδοσιακή και την δογματική έννοια. Αλλά, παρατηρώντας τον κόσμο γύρω μου, αντιλαμβάνομαι έναν άψογο συγχρονισμό, μια άρτια ενορχήστρωση ενεργειών. Όλα ώστε να λειτουργήσει. Όλα αυτά έχουν γίνει μόνα τους άραγε;
-Αν είχες τη δυνατότητα να συναντήσεις μια παγκόσμια προσωπικότητα, ποια θα ήθελες να είναι;
Ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Να τον ρωτήσω τί άλλα έμαθε που δεν μας είπε. Η Τζοκόντα, ο διάσημος πίνακάς του, είναι η πιο σαφής απεικόνιση του θείου. Για αυτό τον λόγο λατρεύεται ως ο καλύτερος πίνακας στην ιστορία της ζωγραφικής. Δεν είναι ένα μυστήριο ο Θεός και η ύπαρξη μας; Κάπως έτσι αποκτά θεϊκή διάσταση και η Τζοκόντα. Η απεικόνιση της κάτι κρύβει θα αποτελεί για πάντα ένα μυστήριο.
-Πώς θα ήθελες να σε θυμούνται όταν φύγεις από την ζωή;
Δεν με πολυενδιαφέρει να σου πω την αλήθεια.
-Φοβάσαι τον θάνατο;
Ναι. Βλέπεις, είμαι άνθρωπος. Αν και μέσα μου δεν πιστεύω ότι υπάρχει ο θάνατος. Είναι η γέφυρα για μια μεταβατική κατάσταση.
-Τί είναι για σένα ο έρωτας;
Ο έρωτας είναι μια μαγική κατάσταση. Θέλει όμως προσοχή. Μπορεί να σου δώσει τα πάντα αλλά αν δεν προσέξεις μπορεί και να σε διαλύσει.
-Νιώθεις ευτυχισμένος;
Δεν θέλω να νιώθω ευτυχισμένος. Είναι τρομακτικό πράγμα η ευτυχία. Τρομακτικό ως συναίσθημα. Δεν μπορώ να στο εξηγήσω.
-Πότε ένιωσες αυτό που περιγράφεις;
Κάποτε μέσα στη δεκαετία του 70. Είναι καλύτερο να είμαστε πιο ανέμελοι. Ας μην κυνηγάμε την ευτυχία καθεαυτή.
Το καταφύγιό σου όταν όλα σκοτεινιάζουν;
Το μυαλό μου.
-Τι σημαίνουν για σένα οι δυο σου κόρες, η Αφροδίτη και η Δέσποινα;
Σημαίνουν περισσότερα από όσα μπορώ να σου πω.
-Πότε έκλαψες τελευταία φορά;
Δεν κλαίω εύκολα. Θυμάμαι κάτι από την περίοδο της πτώσης μου. Ένα βράδυ, όταν γύριζα από το γραφείο μου στη Κηφισίας, σταμάτησα σε ένα βενζινάδικο στη Νέα Ερυθραία. Όχι μακριά από εδώ που καθόμαστε τώρα. Αναλογίστηκα όσα συνέβαιναν στη ζωή μου, που δεν ήξερα τί θα μου ξημερώσει. Κατευθείαν μου ήρθαν στο μυαλό τα κορίτσια μου, δάκρυσα και σκέφτηκα από μέσα μου: «Γαμώ το κέρατό μου, όχι τα παιδιά μου». Δεν ήθελα να ταλαιπωρηθούν. Είσαι και εσύ πατέρας, έχεις παιδιά και καταλαβαίνεις τί λέω. Εγώ ας πάθαινα το οτιδήποτε. Δεν θα με ένοιαζε. Εκείνα δεν ήθελα να πάθουν τίποτα. Ήταν θυμός και απόγνωση μαζί.
-Τα όνειρά σου για το μέλλον;
Να φτάσω εκεί που θέλω… Να δούμε, θα το καταφέρω;
-Η συμβουλή που θα έδινες σε ένα νέο άνθρωπο για να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα;
Ας τα κυνηγήσει. Χαμένος δεν θα βγει.
-Τι σου έρχεται στο νου όταν λες το όνομα Άρης Τερζόπουλος;
Τίποτα. Ας το αφήσουμε να αιωρείται.
-Άρη σε ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία που είχαμε.
Η χαρά ήταν δική μου. Σε ευχαριστώ πολύ Χρήστο.
Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο
Διαβάστε περισσότερες συνεντεύξεις: εδώ
Ο Άρης Τερζόπουλος έγινε 80 ετών και μοιράζεται τις σκέψεις του

