Η Γιοβάννα είναι μια φωνή βγαλμένη από τον Παράδεισο. Η ίδια μου ανέφερε ότι το όνομα της αποτελεί για εκείνη έναν ήχο που πολεμάει να τον αγαπήσει. Όταν ξεκινάει και αφηγείται τις νησίδες που σηματοδότησαν την διαδρομή της, δεν μπορείς σαν ακροατής παρά να την ακούς προσεκτικά. Η ίδια πέρασε δύσκολα. Βάδισε σε σκοτάδια αλλά η αύρα που κρύβει μέσα της την οδήγησε στο φως. Eίχα για πολλή ώρα στα αυτιά μου το τραγούδι που μου χάρισε acapella λίγο πριν τελειώσουμε τη συνέντευξη. Έφυγα από το σπίτι της στην Κηφισιά έχοντας γνωρίσει έναν άνθρωπο που κατάφερε όσα κατάφερε στο τραγούδι χωρίς να πατήσει επί πτωμάτων. Όσα είπαμε τα κατέγραψα στο yourearticles.
-Μιλήστε μου για τα παιδικά σας χρόνια.
Γεννήθηκα στην Αμαλιάδα. Μεγάλωσα χωρίς να με διδάξει κάποιος την στοργή. Δεν έλαβα τη τρυφεράδα από την μητέρα μου, να τρέξω να κρυφτώ στην αγκαλιά της και να κλάψω. Με αντιμετώπιζε σαν κτήμα της. Ήθελε να ζήσει μέσω εμού και προσπαθούσε διαρκώς να μου κόβει τα φτερά. Δυστυχώς, δεν μπορώ να διηγηθώ αυτά τα οποία βίωσα. Ήταν δύσκολα και με τραυμάτισαν.
-Ο πατέρας σας πως ήταν;
Ο πατέρας μου ήταν καλλιτέχνης, βρισκόταν στον δικό του κόσμο. Είχε τον ίδιο ψυχισμό με εμένα. Ήταν ευαίσθητος και εσωστρεφής. Δεν εκδηλωνόταν για όσα ένιωθε. Στο σπίτι όμως ήταν μια σκιά. Δεν στήριξε τη μητέρα μου σε τίποτα. Ήταν αλλού. Η μητέρα μου πήρε στους ώμους της τις ευθύνες και το βάρος της οικογένειας. Και εγώ πορεύτηκα σε αυτή τη συνθήκη.
-Καταλαβαίνω ότι μεγαλώσατε σε ένα δύσκολο οικογενειακό περιβάλλον το οποίο σας καθόρισε.
Πια, ξέρω καλά τον εαυτό μου. Και έψαξα αρκετά για να τον βρω. Οι γονείς μου ήταν δυο άνθρωποι που δεν έκαναν πίσω τα δικά τους θέλω για να πάρω και εγώ κάτι που αγαπούσα. Και όχι μόνο ως παιδί. Αυτό συνέβαινε και ως ενήλικας.
-Από πότε θυμάστε τον εαυτό σας να τραγουδά;
Από παιδάκι. Ξεκίνησα γύρω στα οκτώ μου χρόνια με μπαλέτο και στη συνέχεια άρχισα να συμμετέχω σε παιδικές χορωδίες. Έπειτα, πήγα στον δάσκαλο μου, τον οποίο τον εντόπισε η μητέρα μου και ήταν αδερφός του Αττίκ. Στο Ωδείο Αθηνών πήρα το δίπλωμα μου και κέρδισα κρατική υποτροφία για να συνεχίσω μουσικές σπουδές στην Μουσική Ακαδημία της Ρώμης αλλά μου κλέψανε την υποτροφία που δικαιούμουν.
-Πώς συνέβη αυτό;
Διάλεξαν τον τρίτο κατά σειρά και με τον τρόπο αυτό έχασα την υποτροφία μου. Ποτέ δεν έμαθα ποιος το υποκίνησε.
-Αυτό που έγινε εις βάρος σας είναι απαράδεκτο.
Είναι, πράγματι. Αλλά και να το μάθαινα; Θα έβγαζα άκρη;
-Από την αρχή αντιληφθήκατε ότι τα πράγματα δεν θα είναι ρόδινα στο μονοπάτι που διαλέξατε. Τι άλλες δυσκολίες αντιμετωπίσατε;
Ανάμεσα στους συναδέλφους μου ήξερα πως δεν ήμουν τυχαία. Και αυτό ήταν αντιληπτό από τους συνεργάτες μου. Υπήρξαν στιγμές που δεν ήταν ευχάριστες. Και ήταν αρκετές σε διαβεβαιώ. Προσπαθώ να μην τις θυμάμαι. Βέβαια, ζωδιακά είμαι σκορπιός. Ίσως για αυτό έμαθα πάντοτε να σκοτώνω την χαρά μου.
-Με τις δισκογραφικές εταιρίες πως τα πηγαίνατε;
Εμένα μου έδιναν από τη δισκογραφική μου τραγούδια για να τραγουδήσω που όταν τα άκουγα, κλώτσαγα μέσα μου. Και τα έλεγα, όσο καλύτερα μπορούσα. Λάθος μου. Εμένα μου ταίριαζαν άλλης μορφής τραγούδια, άλλου ρεπερτορίου. Θυμάμαι ότι ο Γιώργος Νταλάρας είχε αναφέρει ότι το ρεπερτόριο καθιερώνει τον τραγουδιστή. Και έχει δίκιο σε αυτό που είπε. Δες για παράδειγμα, τη Νάνα Μούσχουρη. Η Νάνα Μούσχουρη δεν έγινε τυχαία αυτή που έγινε. Είχε τον ανάλογο χαρακτήρα και τη δυνατότητα να κρίνει σωστά. Να αντιλαμβάνεται ποιο τραγούδι έπρεπε να υπηρετήσει και ποιο έπρεπε να πετάξει. Αυτό είναι πολύ σπουδαίο για έναν τραγουδιστή.
-Δεν σας έχω συναντήσει ξανά. Πιστεύω ότι έχω απέναντι μου έναν άνθρωπο που δεν θα πατούσε επί πτωμάτων για να κάνει καριέρα.
Έτσι είναι.
-Σας κόστισε αυτό;
Πολύ. Η Νάνα, που την ανέφερα και παραπάνω, δεν λειτουργούσε όπως εγώ. Ήταν εντελώς διαφορετική. Ταυτόχρονα, είχε μεγάλο πάθος και λύσσα για το τραγούδι. Χωρίς πάθος και λύσσα ο μεγάλος καλλιτέχνης δεν πάει πουθενά.
-Ξέρω για ένα περιστατικό με εσάς και την Νάνα Μούσχουρη, έπειτα από την ηχογράφηση κάποιων δικών σας τραγουδιών, που κατέληξε σε ένα τασάκι που έσπασε.
Αυτό συνέβη σε ένα διάλειμμα, την περίοδο που με τη Νάνα ηχογραφούσαμε στο ίδιο στούντιο τα τραγούδια μας. Η καθεμιά τα δικά της. Εγώ έγραφα τη Μυρτιά και το Αν Θυμηθείς Το Όνειρό Μου.
-Δεν θέλω να το θίξω παραπάνω. Όπως και να έχει όμως, δεν μπορώ να δικαιολογήσω την έκρηξη της.
Δεν μπορείς να τα έχεις όλα στη ζωή. Όπως σου ανέφερα και πιο πριν, αν δεν λειτουργούσε με τον τρόπο που λειτούργησε, δεν θα γινόταν αυτή που έγινε. Η Νάνα δεν χρειάστηκε managers. Είχε για manager τον εαυτό της.
-Έχετε διακριθεί στο εξωτερικό και έχετε λάβει βραβεία, κάτι που είναι τιμητικό για εσάς. Σας πικραίνει που στην Ελλάδα δεν έχει συμβεί κάτι αντίστοιχο;
Δεν μπορώ να έχω παράπονο. Και θα σου πω τον λόγο. Επί σαράντα χρόνια είχα ξεχάσει ότι ήμουν τραγουδίστρια. Χάρη στον Γιάννη Ρίτσο που μου άνοιξε την πόρτα του λόγου, στράφηκα στη λογοτεχνία και αφιερώθηκα σε αυτήν. Και να ξέρεις, η λογοτεχνία είναι ένα ωκεανός που δεν αστειεύεται.
-Με ποιον τρόπο σας επηρέασε ο Γιάννης Ρίτσος
Όταν βρέθηκα σε μια καμπή μετά την Eurovision όπου εκπροσώπησα την Ελβετία, ο Γιάννης Ρίτσος λειτούργησε σαν ένας μεγάλος κλειδούχος, ο οποίος γύρισε το κλειδί και άλλαξε τις ράγες μου σε μια διαφορετική πορεία.
-Τι αποτέλεσε για εσάς το γράψιμο;
Μέσα από το γράψιμο προσπάθησα να καταλάβω τι κρύβει ο κάθε άνθρωπος. Προσπάθησα να δω τα βάσανα και την αξία τους. Θυμάμαι την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου που έλεγε πως αν δεν κλάψεις δεν πρόκειται να γράψεις. Υπηρέτησα το γράψιμο και έφτασα εκεί που μπόρεσα.
-Από πού αντλούσατε έμπνευση για τα βιβλία που γράψατε;
Από την ίδια την ζωή. Στο ισόγειο της πολυκατοικία που μένω, έμενε παλιά μια κυρία γύρω στα εξήντα. Ήταν χήρα με παιδιά. Είχε ένα λουκουματζίδικο, εδώ κοντά στο άλσος της γειτονιάς μου, και ξαφνικά ερωτεύτηκε τρελά έναν νέο δεκαοκτώ ετών που δούλευε στο μαγαζί της. Έτσι έγραψα το Άντε Γεια που έκανε ταινία ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος.
-Σας άρεσε η κινηματογραφική προσαρμογή του βιβλίου σας;
Θεωρώ πως δεν δόθηκε το βάρος εκεί που το έριξα εγώ. Δεν είδα στην ταινία το βάθος της βασανισμένης γυναίκας που ακόμα και στα εξήντα της, και στα εκατό της, μπορεί να ερωτευτεί και να υπάρξει μέσα από την τρομακτική δύναμη του έρωτα. Αυτό το συναίσθημα δεν το εισέπραξα από το φιλμ.
-Αναφερθήκατε στον Γιάννη Ρίτσο, τον οποίο σας σύστησε ο Σπήλιος Μεντής. Μιλήστε μου για την συνεργασία σας με τον Μεντή.
Ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και καλλιτέχνης. Ήταν γλυκιά η συνεργασία μας. Μέσα μου όμως νιώθω ορισμένες τύψεις.
-Για ποιον λόγο;
Δεν τον τραγουδούσα όσο έπρεπε. Και μια φορά μου το είχε αναφέρει. Και είχε δίκιο. Δεν θέλω να μου δώσω ελαφρυντικά. Από την άλλη πλευρά και εγώ, δεν έκανα συναυλιακές εμφανίσεις. Εμφανιζόμουν σε κάτι κέντρα της συμφοράς όπου δεν είχα τον χρόνο να αναδείξω και να συστήσω το έργο του. Έλεγα ορισμένα τραγούδια. Αν είχα τα τραγούδια του τώρα, θα μπορούσα να οργανώσω ένα ρεσιτάλ και να τα ταξιδέψω με έναν διαφορετικό τρόπο. Να μιλήσω στον κόσμο για τη σπουδαιότητα του έργου του.
-Τι εικόνες έχετε από την συμμετοχή σας στη Eurovision το 1965;
Κάναμε εντατικές πρόβες μέχρι τις δύο τελευταίες ώρες πριν βγούμε στη σκηνή. Και είχαμε ζωντανή ορχήστρα. Πιέστηκα τόσο πολύ που βγήκα με έναν φρικτό πονοκέφαλο και τραγούδησα. Και πιστεύω πήγα καλά.
-Μετά την Eurovision;
Θυμάμαι έντονα την μοναξιά μου. Δεν είχα που να απευθυνθώ για να βρω στήριγμα σε όσα ήθελα να κάνω στη συνέχεια. Και δεν είχα κανέναν. Αλλά τα έβγαλα πέρα.
-Στη μουσική σας διαδρομή συναντήσατε τις δυο κολόνες της ελληνικής μουσικής. Τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη.
Με τον Χατζιδάκι δεν έκανα παρέα. Όταν διηύθυνε την ορχήστρα από το Αν Θυμηθείς Το Όνειρό Μου του Θεοδωράκη, μου είχε πει επί λέξει: «Γιοβάννα, θα γίνεις μεγάλη τραγουδίστρια». Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε τον δικό του μουσικό κόσμο ο οποίος ήταν άκρως συνδεδεμένος με τον λαό και την ιστορία του. Ο Μίκης ήταν ο δωρικός της Ελλάδας.
-Υπάρχουν αντίστοιχα καλλιτεχνικά μεγέθη σήμερα;
Έφυγε ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Πλέσσας, ο Σαββόπουλος… Όλοι οι σπουδαίοι έφυγαν. Το κενό τους είναι δυσαναπλήρωτο.
-Αν γυρνούσατε το χρόνο πίσω υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε;
Σύμφωνα με τις δυνατότητες και τα προσόντα που είχα πήγα εκεί που μπορούσα. Θα άλλαζα όμως τον χαρακτήρα μου. Να είχα «εγώ», ώστε να μην έχουν προτεραιότητα μόνον οι άλλοι στη ζωή μου αλλά και εγώ η ίδια.
-Τι είναι ο έρωτας;
Ερωτεύτηκα τον ίδιο τον έρωτα. Την αίσθηση, την δύναμη και το ταξίδι του.
-Το απόσταγμα που έχετε βγάλει για τις ανθρώπινες σχέσεις;
Οι ανθρώπινες σχέσεις δομούνται από ανθρώπους. Οι άνθρωποι έχουν κρυφές σκέψεις που τις κρατάνε για τον εαυτό τους. Αυτό δημιουργεί δυσκολίες. Αλλά ακόμα και η πιο μεγάλη ελευθερία, έχει τις δυσκολίες της.
-Σας λείπει από τη ζωή σας ένα παιδί;
Μου λείπει το χεράκι ενός μικρού παιδιού γύρω από το λαιμό μου. Να μπορούσα να δω στα μάτια του να γεννιέται η συνείδηση, η γνώση ότι υπάρχει και ζει.
-Είστε ευτυχισμένη;
Ευτυχισμένη δεν υπήρξα στην ζωή μου. Να ξέρεις ότι η ευτυχία δίδεται πάντα σε μικρές δόσεις.
-Τι άνθρωπος είναι η Γιοβάννα;
Αυτή που συνομιλεί μαζί σου για τόση ώρα.
-Υπάρχει κάτι που σας φοβίζει;
Η αρρώστια.
-Πιστεύετε στον Θεό;
Πιστεύω, ναι.
-Το καταφύγιο σας ποιο είναι;
Ο εαυτός μου. Μέσα σε μένα κρύβομαι.
-Τα όνειρα σας για το μέλλον;
Θα ήμουν βλάσφημη αν έκανα όνειρα για το μέλλον. Η κάθε μέρα ό,τι φέρει. Αρκεί να μην πονάει.
-Η συμβουλή που θα δίνατε σε έναν νέο άνθρωπο;
Να παλέψει και να γνωρίσει τον εαυτό του καλύτερα. Να καταλάβει πως δεν μπορεί να υπάρξει συν χωρίς πλην και πλην χωρίς συν.
-Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν λέτε το όνομα Γιοβάννα;
Ένας ήχος που πολεμάω να τον αγαπήσω.
-Γιοβάννα σας ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.
Εγώ σε ευχαριστώ.
Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο
Διαβάστε περισσότερες συνεντεύξεις: εδώ
