Παναγιώτης Τιμογιαννάκης: «Και ως παιδί και ως μεγάλος υπήρξα ένας εξωστρεφής μοναχικός»

Με τον Παναγιώτη Τιμογιαννάκη συναντήθηκα για πρώτη φορά το 2015, περίπου τέτοιο καιρό. Αφορμή στάθηκε ένα άρθρο που ετοίμαζα για την μουσική στον κινηματογράφο. Έντεκα χρόνια μετά συναντιόμαστε με αφορμή το βιβλίο του για τα Όσκαρ από τις εκδόσεις Πεδίο. Για κάποιον αναγνώστη που αποτελεί συνάμα και έναν λάτρη του σινεμά, το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα απίστευτο ανάγνωσμα. Μοναδικές ιστορίες μπλέκονται μαγικά με ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την κινηματογραφική βιομηχανία και τις ταινίες της. Γίνεται αντιληπτός ο τρόπος που ψηφίζει η Ακαδημία και αναδεικνύει τις ταινίες που κερδίζουν το πολυπόθητο αγαλματίδιο. Με τον Παναγιώτη Τιμογιαννάκη ξεκινήσαμε από την Καστέλα του Πειραιά και τα χρόνια της Νομικής. Κάναμε μια στάση στην Εστία, τον Ταχυδρόμο και την τηλεόραση. Ώσπου απογειωθήκαμε, φτάνοντας στις 21 απονομές Όσκαρ στις οποίες έχει παρευρεθεί και στις συναντήσεις του με τον Τζον Τορτούρο, τον Φράνσις Φορντ Κόπολα και τον Μελ Γκίμπσον μεταξύ εκατοντάδων άλλων σταρς. Σήμερα, συνομιλούμε για το yourearticles.

-Γεννήθηκες στην Καστέλα του Πειραιά. Ποιες είναι οι μνήμες σου;

Κατασκευή-ιστοσελίδας-e-shop-smart-web

Όλα περιστρέφονται γύρω από το σινεμά με τοποθεσία τον Πειραιά. Το πρώτο πράγμα που με δόνησε ήταν όταν είδα την Μουσίτσα με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην ταινία ή την Αλίκη αλλά περισσότερο μιλάω για την ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε μέσα στον κινηματογράφο.

-Ο Πειραιάς από μόνος του αποτελεί σημείο αναφοράς για τον κινηματογράφο.

Ακριβώς όπως το λες. Ξέρεις γιατί; Έχει το λιμάνι… Εκεί ανακατεύεται το Ποτέ την Κυριακή του Ζυλ Ντασέν που απεικόνιζε την εύθυμη πλευρά της Τρούμπας μαζί με τη Λόλα του Ντίνου Δημόπουλου και τα Κόκκινα Φανάρια του Βασίλη Γεωργιάδη  που έδειχναν την πιο σκληρή και σκοτεινή όψη του. Και φυσικά να μη παραλείψω το Πεθαίνω Κάθε Ξημέρωμα του Νίκου Φώσκολου όπου αναδείκνυε το κυνήγι για το όνειρο που οδηγούσε στην παγίδα.

-Πώς ήσουν ως παιδί;

Και ως παιδί και ως μεγάλος υπήρξα ένας εξωστρεφής μοναχικός. Ένα αντιφατικό κράμα εξωστρέφειας και μοναχικότητας.

-Η πιο έντονη ανάμνηση που έχει καταγραφεί στο μυαλό της παιδικής σου ηλικίας;

Πάλι θα μιλήσω για ταινίες, για εκείνες που είδα και μου έκαναν εντύπωση. Πρόκειται για το Λαός και Κολωνάκι του Γιάννη Δαλιανίδη και για την Συννεφιασμένη Κυριακή του Γιώργου Ζερβουλάκου. Από ξένες ταινίες, που τις παρακολούθησα μάλιστα σε θερινό σινεμά, θα αναφέρω το Ο Σολομών και η Βασίλισσα του Σαβά  του Κίνγκ Βίντορ και Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι του Ντέιβιντ Λιν.

-Τι ήταν αυτό που σε γοήτευσε από νωρίς στο σινεμά;

Η συνολική ατμόσφαιρα. Με το που μπήκα για πρώτη φορά και μύρισα την μυρωδιά της αίθουσας, τρελάθηκα. Με μάγεψε όλο παιδί μου. Τα φώτα που έσβηναν, οι τίτλοι που έπεφταν, η ταινία που ξεκινούσε. Ήταν μια μυσταγωγία που με αναστάτωνε. Είτε μιλάμε για χειμερινό, είτε για θερινό σινεμά.

-Είναι αλήθεια ότι με τους γονείς πήγαινες να δεις ξένες ταινίες και με τους παππούδες πήγαινες για να δεις ελληνικές ταινίες;

Ναι, τα μοιράζαμε. Και εγώ και η αδερφή μου. Αλλά όσον αφορά τον παππού και την γιαγιά που μου αναφέρεις, να ξέρεις πως τους είχα αλλάξει τον αδόξαστο!

-Με το σχολείο πώς τα πήγαινες; Ήσουν καλός μαθητής;

Στο δημοτικό ναι. Μετά τα φόρτωσα στον κόκορα.

-Και στη Νομική πώς σου ήρθε να  σπουδάσεις;

Για να ξεφύγω. Κανείς από την οικογένεια δεν ήθελε να σπουδάσω. Ο πατέρας μου είχε μαγαζί στη λαχαναγορά. Αν δεν σπούδαζα και δεν έκανα κάτι δικό μου, θα θαβόμουν στο μαγαζί. Και εγώ δεν το ήθελα αυτό. Ο μόνος τρόπος να γλυτώσω ήταν οι σπουδές στο πανεπιστήμιο. Και τα κατάφερα, γλύτωσα.

-Ήθελες να ασχοληθείς με τα νομικά;

Όχι, καλέ! Εμένα με ενδιέφερε μόνο το σινεμά και το θέατρο. Και το αστείο είναι ότι οι απέξω που με παρατηρούσαν να ρουφάω τις ταινίες βλέποντάς τες,  νόμιζαν ότι κατά βάθος ήθελα να γίνω ηθοποιός. Για να βλέπει αυτός τόσο σινεμά, δεν μπορεί! Έχει ψώνιο να παίξει! Φαντάσου ότι έπιαναν τη μάνα μου και της το  λέγανε, κάτι που φυσικά δεν ίσχυε.

-Και πως στράφηκες στη δημοσιογραφία;

Δεν ήθελα να γίνω δημοσιογράφος. Σκεφτόμουν τι θα κάνω. Ώσπου κάποια στιγμή διερωτήθηκα: «Τι επάγγελμα είναι αυτό που μπορείς να βλέπεις ταινίες και να πληρώνεσαι; Μα, ναι! Κριτικός κινηματογράφου».

-Εκείνη την περίοδο δεν υπήρχαν και πολλοί κριτικοί κινηματογράφου.

Κάθε εφημερίδα είχε ένα άτομο, που ήταν ουσιαστικά δημοσιογράφος και έγραφε για το σινεμά. Αλλά πράγματι, δεν ήταν πολλοί. Ήταν ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, ο Βασίλης Ραφαηλίδης στην Ελευθεροτυπία, ο Κώστας Σταματίου στα Νέα, η Ροζίτα Σώκου στην Ακρόπολη και η Ειρήνη Καλκάνη στην Απογευματινή. Όλα αυτά επί δικτατορίας. Με την Μεταπολίτευση άρχισαν να γράφουν και άλλοι. Εγώ όμως, παράλληλα με τη νομική αλλά και πολύ πριν σπουδάσω, από 14 χρονών, έπαιρνα τον ηλεκτρικό από Πειραιά και  πήγαινα και παρακολουθούσα την Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

-Εκεί γνώρισες και τον Τώνη Τσερμπίνο;

Τον Τσερμπίνο τον είχα γνωρίσει στην Ταινιοθήκη πριν ακόμα σπουδάσω. Ήταν πρόεδρος εκεί. Κάποια στιγμή, τους πρώτους μήνες  που βρισκόμουν στη Νομική, πρωτοετής ακόμα, έτυχε να μιλήσουμε και μου πρότεινε αν με ενδιέφερε  να καλύψω μια θέση δημοσιογράφου η οποία άδειαζε στην ΕΣΤΙΑ. Αυτή ήταν η πρώτη πόρτα που βρήκα μπροστά μου. Την έπιασα, την άνοιξα και μπήκα μέσα. Εξάλλου, δεν είχα κάποια άλλη δυνατότητα. Ούτε από κάποια μεγάλη δημοσιογραφική οικογένεια ήμουν, ούτε τίποτα.

-Στα πρώτα χρόνια στην ΕΣΤΙΑ ήσουν το «παιδί για όλες τις δουλειές»;

Κατά μία έννοια ναι. Ήμουν σε ηλικία τέτοια που και μπορούσαν να μου ζητήσουν να κάνω τα πάντα και εγώ θα έπρεπε να τα κάνω χωρίς να δυσανασχετήσω. Είχα πάντα κατά νου αυτό που ήθελα πραγματικά να κάνω. ‘Ήξερα όμως ότι πρώτα έπρεπε να περάσω από όλα. Οπότε, φρόντισα να μάθω καλά οτιδήποτε καλούμουν να κάνω. Είχα γράψει για φαρμακεία, λαχεία, μέχρι και για «το νερό τη λίμνης». Οι παλιοί ξέρουν που αναφέρομαι.. Κάλυψα και το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

-Σχολεία είναι όλα αυτά ε;

Αν είναι… Τα μεγαλύτερα σχολεία της δημοσιογραφίας. Όσο βαρετά και ασήμαντα αν δείχνουν.

-Η πρώτη σου μεγάλη στιγμή στην ΕΣΤΙΑ ποια ήταν;

Δεν μπορώ να σου αναφέρω κάτι συγκεκριμένο. Από την αρχή πήγαν καλά τα πράγματα. Νομίζω ότι αυτό είχε να κάνει με τον τρόπο που δούλευα την ύλη και έφτιαχνα τις ειδήσεις. Και βέβαια ότι δεν πήγα σαν αρπαχτικό. Αυτό ειδικά εκτιμήθηκε.

-Μετά την ΕΣΤΙΑ βρέθηκες  στον Ταχυδρόμο;

Ναι, το 81. Ακριβώς στις εκλογές, με τον Νίκο Κυριαζίδη στη διεύθυνση του περιοδικού. Στο μεσοδιάστημα μεταξύ της ΕΣΤΙΑΣ και  του Ταχυδρόμου, θα σου αναφέρω τα δύο μεγάλους μου σταθμούς. Το 1979  βρέθηκα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κατόπιν πρόσκλησης του Θανάση Ρεντζή, του εκδότη του περιοδικού Φιλμ,  για να καλύψω το Φεστιβάλ για λογαριασμό του περιοδικού. Ήταν η χρονιά που κυκλοφόρησαν οι εξής ταινίες: Το Ταξίδι Του Μέλιτος του Γιώργου Πανουσόπουλου, Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα του Νίκου Νικολαίδη, η Περιπλάνηση του Χριστόφορου  Χριστοφή,το Στο Δρόμο του Λαμόρε του Δημήτρη Μαυρίκιου, ο Ασυμβίβαστος του Ανδρέα Θωμόπουλου και Ο Εξόριστος στην Κεντρική Λεωφόρο του Νίκου Ζερβού.

-Ποιες από αυτές ξεχώρισες πιο πολύ;

Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα του Νίκου Νικολαίδη, ο Ασυμβίβαστος του Ανδρέα Θωμόπουλουκαι Ο Εξόριστος στην Κεντρική Λεωφόρο του Νίκου Ζερβού. Με αυτή την αφορμή, θέλω να αναφέρω ότι κατά τη γνώμη μου, ο Νίκος Ζερβός μαζί με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο είναι οι κατεξοχήν εκφραστές του nouvelle vague στο σινεμά.

-Ξέρω ότι με τον Νίκο Νικολαΐδη είχες αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση.

Τον είχα υπερασπιστεί όταν του την πέσανε διάφοροι στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, οι οποίοι μάλιστα από ότι φάνηκε, δεν ήξεραν και την τύφλα τους. Με τον Νίκο υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση και εξαιρετική χημεία μεταξύ μας μέσα στα χρόνια.

-Ο δεύτερος μεγάλος σταθμός ποιος ήταν;

Η  γνωριμία με τον Μάνο Χατζιδάκι στο Ραδιομέγαρο της ΕΡΤ λόγω της ΕΣΤΙΑΣ, ο οποίος στη συνέχεια  με προσκάλεσε στον Μουσικό Αύγουστο στο Ηράκλειο της Κρήτης. Εκεί με είδε ο Κυριαζίδης και του έκανα εντύπωση. Και κάπως έτσι, άνοιξε ο δρόμος για τον Ταχυδρόμο και για τα επόμενα που ήρθαν.

-Στη καριέρα σου έγραψες για σπουδαία περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Η πένα σου είχε βάρος. Ένιωσες μέσα σου ότι κατείχες  την εξουσία και την δύναμη την δημοσιογραφική;

Καθόλου. Δεν ένιωθα ότι έχω κάποια δύναμη. Απλά έγραφα αυτά που πίστευα και ένιωθα. Βέβαια, στο ξεκίνημα έλαβα κάποιες τύπου απειλές. Εγώ όμως δεν χαμπάριαζα από αυτά. Μοιραία, κάποια στιγμή αυτοί που λειτουργούσαν έτσι σταμάτησαν. Κάποιοι σκηνοθέτες και διανομείς μου το κρατήσανε όμως μέσα στα χρόνια αυτό, το ότι  δεν υπέκυψα σε αυτά που ήθελαν. Επί της ουσίας όμως, δεν υπήρχε έχθρα. Είχα τη γνώμη τους, είχαν τη δική τους

-Οι παλιοί κριτικοί πώς σε υποδέχτηκαν;

Θα σου αναφέρω μόνο αυτό. Κάποια στιγμή, έμαθα ότι ο Βασίλης Ραφαηλίδης, χωρίς να το ξέρω, με είχε υπερασπιστεί μπροστά σε άλλους που έλεγαν άσχημα πράγματα για μένα.

-Από πού το έμαθες;

Μου το είχε εμπιστευτεί η Τζένη Καρέζη.

-Αυτό που αναφέρεις είναι προς τιμήν του Βασίλη Ραφαηλίδη.

Σαφέστατα. Δεν ήταν όμως όλοι έτσι. Θα μου πεις βέβαια, τα ίδια πάνω κάτω  δεν συμβαίνουν και σε κάθε επάγγελμα;

-Έχω την αίσθηση ότι παρότι ήσουν μέσα στον καλλιτεχνικό πυρήνα, κρατούσες αποστάσεις από πρόσωπα και πράγματα, δεν ήθελες πολλά πολλά.

Έτσι ακριβώς λειτουργούσα. Είχα κάποιους φίλους αλλά γενικότερα ήμουν διακριτικός. Σκέψου αυτό που θα σου πω. Πώς θα μπορούσα να είμαι αντικειμενικός γράφοντας μια κριτική για μια μεγάλη Ελληνίδα σταρ αν το προηγούμενο βράδυ είχαμε φάει μαζί σπίτι της;

-Έζησες μεταξύ άλλων την έκρηξη αλλά ταυτόχρονα και την κρίση στις εφημερίδες και τα περιοδικά.

Η  κατάρρευση του έντυπου τύπου ήταν μέσα στο παιχνίδι. Αυτό που μετράει όμως είναι η πρώτη στενοχώρια. Αυτή σε ψήνει πάντοτε. Και για μένα ήρθε πολύ πιο πριν.

-Πότε;

Με το κλείσιμο του Ταχυδρόμου το 1993. Πόνεσα πολύ. Πένθησα κανονικά. Θυμάμαι ότι η τελευταία κριτική που είχα γράψει ήταν για τα Χρόνια της Αθωότητας του Σκορτσέζε. Μάλιστα ζήτησα να γράψω ένα αποχαιρετιστήριο κείμενο αλλά δεν μου το ενέκριναν. Αυτό με πίκρανε και με θύμωσε γιατί κατάλαβα ότι υποκινήθηκε από κάπου ψηλά. Δε βαριέσαι…

-Με ποιο τρόπο λειτουργούσες παρακολουθώντας μία ταινία για να γράψεις κριτική;

Έχοντας σίγουρα ως μπούσουλα τον εργοκεντρισμό, τον οποίο  έχω αναλύσει και εξηγήσει αρκετές φορές. Εκεί που έδινα βάση πρωτίστως, ήταν το σενάριο. Το σενάριο ήταν καθοριστικό για το αποτέλεσμα της ταινίας. Χωρίς σενάριο, δεν υπάρχει ταινία. Οπότε, η κριτική μου βασιζόταν σε αυτό.

-Υπήρξε στιγμή που αδίκησες κάποια ταινία με την κριτική σου και το συνειδητοποίησες εκ των υστέρων;

Ναι, το έχω κάνει και το παραδέχομαι. Στάθηκα παραπάνω αυστηρός και τελικά άδικος με τον Γρηγόρη Γρηγορίου. Μου πήρε καιρό για να το καταλάβω.

-Έχεις κάνει συνεντεύξεις  με παγκόσμιες προσωπικότητες του κινηματογράφου. Ξεχωρίζεις κάποιες;

Το ζήτημα δεν ήταν τα πρόσωπα καθαυτά. Αν ήταν δηλαδή παγκόσμιας ή μικρής εμβέλειας. Πάντοτε, επιζητούσα το εξής πράγμα κάνοντας μια συνέντευξη. Αφού την είχα ολοκληρώσει, αν μου έμεναν κάποιες κουβέντες που είχαν ειπωθεί και με πήγαιναν παρακάτω. Αυτό, έχει συμβεί. Όχι μόνο με καλές συνεντεύξεις. Έχει συμβεί και με πιο μέτριες. Μια τέτοια συνέντευξη ήταν αυτή που μου έδωσε η Αλίκη Βουγιουκλάκη.

-Τι ειπώθηκε και σου έκανε εντύπωση;

Μιλώντας μου για τις επιτυχίες που έκανε θεατρικά με το Ωραία μου Κυρία και κινηματογραφικά με την Αστέρω, η Αλίκη ένιωθε ότι ακόμα δεν είχε έρθει ο ρόλος που θα κατάφερνε να την ξεκλειδώσει. Ώσπου, ήρθε ο ρόλος της Παπασταύρου από το Ξύλο Βγήκε Απ’ Τον Παράδεισο και την ξεκλείδωσε για τα καλά. Μου μίλησε για την αγωνία που έχει ο κάθε ηθοποιός να βρεθεί ο κατάλληλος ρόλος για να τον απογειώσει και να τον καθορίσει. Μου τόνισε ότι μπορεί να περάσει μια καριέρα και να μην  βρεθεί ποτέ ο ρόλος αυτός.

-Με ποιον δεν τα πήγες καλά με συνέντευξη.

Με τον Τζον Τορτούρο έγινε μια μικρή παρεξήγηση. Ουσιαστικά, παρερμήνευσε κάτι που τον είχα ρωτήσει για το ζήτημα της τυποποίησης των ρόλων που έπαιζε, επειδή επαναλαμβανότανε στις ταινίες. Αλλά ξεπεράστηκε. Επί της ουσίας δεν υπήρχε κάποια τέτοια περίπτωση  για τον απλούστατο λόγο ότι εγώ πήγαινα απλά να μιλήσω για το σινεμά. Δεν πήγαινα για να «γκρεμίσω» κάποιον ή να του τη «βγω».

-Η τηλεόραση ήταν ωραίο κεφάλαιο;

Με την τηλεόραση γρήγορα κατάλαβα ότι δεν είμαστε για πολλά. Το μόνο που είπα στον εαυτό μου ήταν το εξής: «Μεγάλε, όταν θα βγεις έξω από το στούντιο υπάρχει περίπτωση να σε κοιτάνε οι άνθρωποι. Δεν έγινες κάτι διαφορετικό που δεν ήσουν πριν, ούτε ανακάλυψαν την αξία σου. Απλά σε κοιτάνε επειδή αναγνωρίζουν τη φάτσα σου». Και όλα πήγαν καλά.

-Ταινίες που βλέπεις μόνος σου ξανά και ξανά;

Ποια να σου πρωτοπώ; Πάρα πολλές! Ανάλογα με την διάθεση της στιγμής. Μπορεί να θέλω να δω μια περιπέτεια, μια φαντασίας, ένα νέο νουάρ. Θυμάμαι ένα βράδυ, είχα ανοίξει την τηλεόραση αργά και έπαιζε σε ένα κανάλι μια ταινία  με τον Στάθη Ψάλτη. Την είδα και χαλάρωσα. Ήταν αυτό που ήθελα εκείνη την ώρα να παρακολουθήσω.

-Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το βιβλίο σου για τα Όσκαρ. Πως γεννήθηκε η ιδέα;

Η ιδέα για το βιβλίο ξεκίνησε με το να καταγράψω όλα όσα έμαθα αυτά τα 21 χρόνια  που βρέθηκα στις διοργανώσεις και ταυτόχρονα  ήρθα σε τριβή με τον τρόπο που αποφασίζουν τα μέλη της Ακαδημίας για την απονομή των βραβείων.

-Το βιβλίο είναι καλογραμμένο και έχει όμορφες αναδρομές, δίνοντας ξεχωριστές πληροφορίες για τις ταινίες και τους συντελεστές. Για ποιο λόγο προς το τέλος, αναφέρεσαι αναλυτικά στα βραβεία Όσκαρ που δόθηκαν τη τελευταία δεκαπενταετία;

Επειδή ήταν πιο πρόσφατα και ήθελα να είναι ταυτόχρονα και πιο πρόσφορα για τους αναγνώστες. Το σκέφτηκα να αναφερθώ σε πιο παλιές δεκαετίες. Αν το έκανα όμως, πιστεύω πως  θα ξέφευγε το πράγμα  από αυτά που είχα αρχικά στο μυαλό μου.

-Για 21 χρόνια παρευρέθηκες στις Απονομές των Όσκαρ όπου γνώρισες εκατοντάδες ανθρώπους και έζησες μαγικές στιγμές. Μέσα στα όσα περιγράφεις, έχω συγκρατήσει  τους τρόπους διαχείρισης αυτής της κατάστασης. Αλήθεια, πως μπορεί γενικότερα να διαχειριστεί ο μέσος άνθρωπος μια τόσο μεγάλη και έντονη στιγμή χαράς και αμηχανίας;

Αυτό που θα πω μας αφορά όλους και για κάθε περίπτωση. Όταν μας συμβαίνει κάτι υπέροχο να λέμε από μέσα μας ότι  μας συμβαίνει επειδή μας αξίζει. Για αυτό το βιώνουμε. Να μην πέφτουμε στην παγίδα της κατάθλιψης, του πανικού, της ενοχής και του φόβου. Στην Ελλάδα μας μεγαλώνουν από τα σπίτια αλλά και μέσα στην κοινωνία να νιώθουμε ότι δεν αξίζουμε τα χαρούμενα και τα ευτυχή γεγονότα που μας συμβαίνουν. Όχι. Μας αξίζουν και θα τα ζήσουμε.

-Ξεχώρισες κάποια απονομή;

Όλες. Μα όλες, ειλικρινά.

-Ποιος παρουσιαστής σου άρεσε περισσότερο;

Ο καλύτερος παρουσιαστής των ημερών μου ήταν κατά τη γνώμη μου ο Μπίλι Κρίσταλ

-Που αποδίδεις την δυναμική των Όσκαρ;

Στο ίδιο το σινεμά και την δύναμη που οφείλει στην εικόνα. Τα βραβεία Όσκαρ δεν τα σταμάτησε ούτε ο ΄Β Παγκόσμιος Πόλεμος.

-Έπεσες ποτέ έξω σε εκτίμηση;

Ε, δεν πέφτω και πάντα σε όλα μέσα. Με τα χρόνια όμως που καταλαβαίνω ακόμα πιο καλά τον τρόπο που σκέφτεται η Ακαδημία, τα πάω καλύτερα.

-Είχες συναντήσει τους πιο σπουδαίους του σινεμά. Πες μου για τον Φράνσις Φορντ Κόπολα;

Ναι, τον Κόπολα τον είχα συναντήσει  στα Όσκαρ. Αλλά είχαμε κάνει μια πολύ ωραία συνέντευξη για τον Ταχυδρόμο, την περίοδο που  κυκλοφόρησε ο Δράκουλας. Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα είναι ένας υπέροχος συζητητής. Γλυκός και  άμεσος. Αυτό που τον χαρακτηρίζει δε στις ταινίες του, είναι ότι ακόμα και στις αποτυχίες του υπάρχουν στοιχεία που σε τραβάνε.

-Η εικόνα που σχημάτισες για τον Μέλ Γκίμπσον;

Τον συνάντησα όταν έκανε το Bravehart. Ήταν συμπαθέστατος και αξιαγάπητος. Μου αρέσουν οι ταινίες που έχει σκηνοθετήσει. Βρίσκω στοιχεία του Clint Eastwood στο τρόπο προσέγγισης του σινεμά που κάνει ο Γκίμπσον.

-Τι άνθρωπος είναι ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης;

Απόμακρος και συνάμα επικοινωνιακός.

-Νιώθεις πληρότητα για όσα έχεις βιώσει στη ζωή σου;

Είμαι ευγνώμων για όσα έχω ζήσει. Ταυτόχρονα, έχω όρεξη για να μάθω και άλλα για το σινεμά και να καταφέρω να τα μεταδώσω.

-Τι ρόλο έπαιξε ο έρωτας στη ζωή σου;

Ο έρωτας έπαιξε τον ρόλο που του αναλογούσε. Τον έζησα με κινηματογραφικούς όρους. Με τη ματιά του Βιτόριο Ντε Σίκα και

του Σίντνει Πόλακ.

-Είσαι ευτυχισμένος;

Απόλυτα. Ευτυχισμένος και ευχαριστημένος.

-Αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω  υπάρχει κάτι που θα άλλαζες  στην διαδρομή σου;

Τίποτα απολύτως. Αν άλλαζα έστω και το κατιτίς θα άλλαζε όλη η διαδρομή. Πως θα μάθαινα αυτά που έχω μάθει τώρα; Δεν θα βρισκόμουν στο ίδιο σημείο ζωής και εμπειρίας.

 -Υπάρχει κάτι που φοβάσαι;

Την αρρώστια και την ανημπόρια.

 -Ποιο είναι το καταφύγιο όταν όλα δείχνουν δύσκολα;

Τι ρωτάς και εσύ… Το σινεμά!

-Αν η ζωή σου ήταν ταινία ποιος θα τη σκηνοθετούσε;

Πριν πάμε στον σκηνοθέτη πρέπει να βρούμε πρώτα ποιος θα έγραφε το σενάριο…

-Αν ναυαγούσες σε ένα ερημικό νησί τι αντικείμενο θα ήθελες να σου κρατά συντροφιά;

Καμία συντροφιά. Θα ήθελα ένα μέσο για να φύγω από το ερημικό νησί.

-Πιστεύεις στον Θεό;

Ναι, πιστεύω σε μια ανώτερη δύναμη. Σε αυτό που λέμε το Α και το Ω. Αλλά, από το Β μέχρι το Ψ κάνουμε κουμάντο εμείς.

-Τα όνειρα σου για το μέλλον;

Να έχω όρεξη να βλέπω ταινίες και να γράφω.

-Η συμβουλή που θα έδινες σε έναν άνθρωπο για να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα;

Τη δίνω με χαρά. Και ας μην μου τη ζητήσει. Να ακολουθήσει το όνειρο του και την εσωτερική του φωνή. Και κανέναν άλλον.

-Τι σου έρχεται στο μυαλό όταν λες το όνομα Παναγιώτης Τιμογιαννάκης;

Ο παππούς μου που τον έλεγαν και αυτόν έτσι.

-Παναγιώτη σε ευχαριστώ πολύ για την συνομιλία μας.

Και εγώ σε ευχαριστώ.

Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης: Ο μόνος Έλληνας που έχει πάει 21 φορές στα Όσκαρ: εδώ


Διαβάστε περισσότερες συνεντεύξεις: εδώ

Αποτυχημένος φοιτητής Κοινωνικής Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποτυχημένος φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός και αρθρογράφος. Συλλέκτης βινυλίων, κόμικς και βιβλίων. Λάτρης της ινδικής κουζίνας και του κόκκινου κρασιού. Με το γράψιμο έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Όταν γράφω θέλω η σκέψη που ξεκινάει από εμένα να ολοκληρώνεται από τον αναγνώστη...