Συνέντευξη με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου: «Στην μουσική δεν έχει απολύτως καμιά σημασία να την διαλέξεις. Σημασία έχει να σε έχει διαλέξει εκείνη»

Αποτελεί τον συνδετικό κρίκο με τους μεγάλους Έλληνες συνθέτες. Έναν άξιο συνεχιστή που εκπροσωπεί επάξια την ελληνική μουσική εντός και εκτός συνόρων. Μια πολυσχιδή και δημιουργική φύση. Ένα δημιουργό που έχει εντρυφήσει όσο κανείς στη τέχνη του και έχει δοκιμαστεί σε διαφορετικά μουσικά είδη και φόρμες. Σήμερα, με αφορμή την παρουσίαση του τρίτου μέρους του Μεγάλου Αιρετικού, του ανατρεπτικού κύκλου τραγουδιών εμπνευσμένου από έργα της παγκόσμιας ποίησης, από το Ελληνικό Σχέδιο και τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση στο YouTube Channel στις 21:00, συνομιλώ με τον συνθέτη Δημήτρη Παπαδημητρίου.

-Γεννηθήκατε στη Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας και μεγαλώσατε στην Αλεξάνδρεια. Ποιες είναι οι μνήμες των παιδικών σας χρόνων; 

Στην Τζέντα έμεινα τις πρώτες λίγες μέρες της ζωής μου. Οπότε πρωτογενείς μνήμες μπορώ να αναζητήσω, ίσως, με πολύ βαθειά ύπνωση! Σίγουρα όμως η θερμή, άνυδρη έρημος την οποία επισκεφθήκαμε πολλές φορές, ως παιδική εκδρομή με τους γονείς και τα αδέρφια μου, μου ασκεί ακόμη ένα μυστηριώδη μαγνητισμό πέραν της εικαστικής της γοητείας. Η Όαση του Μαριούτ, η Μαχμουντία, το Αμπουκίρ, η ίδια η γεωγραφική θέση της Αλεξάνδρειας έχουν τη γοητεία της Διεξόδου, μιας τελικής σωτηρίας από τον μαρτυρτικό, θανάσιμο εναγκαλισμό της δίψας της Ερήμου. Η πόλη που συνειδητά πρωτοείδαν τα μάτια μου λοιπόν είναι η Αλεξάνδρεια,  προσφέροντας, ως ένα ισχυρό αντίβαρο της ερήμου, την ανεμόεσσα ελληνιστική της θάλασσα. Αυτή ναι, σίγουρα, με τραβάει πάντα. Είναι άρα αυτή η μνήμη το νόημα μιας όασης και μιας ανοιχτής θάλασσας στο τέλος μιας τεράστιας ερήμου. Αυτό το μεταφυσικό στοιχείο της θείας σωτηρίας υπάρχει στην ίδια την πόλη των βρεφικών και πρώτων παιδικών μου χρόνων, την αγαπημένη Αλεξάνδρεια που σήμερα πια για όλους μας, τους Αλεξανδρινούς είναι συνώνυμη της λέξης μνήμη ιδίως όταν είμαστε εκεί. Είναι δε και συνώνυμη της μνήμης ακόμα και για μη Αλεξανδρινούς, όπως λ.χ. με άλλους τρόπους είναι η Κωνσταντινούπολη.

-Η πιο ισχυρή ανάμνηση που σας ακολουθεί μέχρι σήμερα;

Έχω πολλές και πολύ ισχυρές. Ως ισχυρότερη όμως τεκμαίρεται η παλαιότερη εξ αυτών – είναι ο κήπος που μεγαλώσαμε στην Αλεξάνδρεια, στην συνοικία Σμούχα (Sharaah Gawaher) και οι παιδικές εκδρομές. Σε μια εξ αυτών, στο Αλαμέιν, στην επιστροφή και αφού είδαμε κάποιες δεκάδες χιλιάδες κενοτάφια συμμάχων και Γερμανών στρατιωτών πεσόντων στη γνωστή μάχη και αφού σκαρφαλώσαμε και σε ημικατεστραμμένα γερμανικά και συμμαχικά τάνκ -εκθέματα που υπήρχαν στόν χώρο, πέσαμε σε αμμοθύελλα. Χαθήκαμε για κάτι σαν ένα τετράωρο (μόνο και ευτυχώς). Στις αμμοθύελες της ερήμου εξαφανίζεται από το πρόσωπο της γης ο δρόμος. Πρέπει, χωρίς να απομακρυνθείς μέσα στην έρημο, να περιμένεις ακίνητος, μιαν αλλαγή κατεύθυνσης του αέρα μήπως ο δρόμος  κάπως έστω στιγμιαία ξανααποκαλυφθεί και αυτό πάλι, εάν είσαι τυχερός. Η άμμος, τόσο ψιλή, περνούσε μαζικά και από τα κλειστά παράθυρα του αυτοκινήτου… Όταν άλλαξε ο άνεμος φορά, ο δρόμος μαγικά ξαναφάνηκε για λίγο. Είχαμε βγει από αυτόν κάπου εκατό μέτρα. Ευτυχώς. Αφού ο πατέρας μου -και κάπως και τα μεγαλύτερα δύο μου αδέρφια παιδιά και αυτοί ακόμα- ξεκόλλησαν τις ρόδες από την άμμο. Έτσι μπήκαμε ξανά στον δρόμο της επιστροφής. Είναι μάλλον η πρώτη, από αρκετές μετέπειτα φορές, που οσμίστηκα τον αληθινό κίνδυνο στον αέρα. Ο πατέρας μου με τραγούδια της εποχής, έκρυβε από εμάς τον αληθινό του τρόμο… Η μοίρα μας ήταν για στα χέρια του τυχαίου ανέμου. Ήταν ένα περίεργο και αινιγματικό συναίσθημα.

-Σπουδάσατε στη Νομική Αθηνών. Τι αποκομίσατε;

Μα τι άλλο; Ένα πολύ καλό ξεκίνημα στην Μουσική! Ήδη από την πρώτη κιόλας μέρα στό Πανεπιστήμιο γράφτηκα στο Θεατρικό Τμήμα του (το διάσημο ΘΤΠΑ) αλλά και τον αντίπαλο Φοιτητικό Όμιλο Κινηματογράφου και Θεάτρου, το περίφημο ΦΟΚΘ. Ψάχνανε για φρέσκο συνθέτη, ορεξάτο, πρωτοετή! Εκεί γνώρισα και έγραψα μαζί με τον -κατά ένα χρόνο μεγαλύτερό μου Θύμιο Παπαδόπουλο- την μουσική για τον Οιδίποδα Τύραννο που ανέβηκε από φοιτητές στο Ηρώδειο. Έπαιξα ως μουσικός στην πρώτη ταινιούλα του Τάσου Μπουλμέτη, τη ΝΕΙΛΩ, με την έξοχη μουσική του Θύμιου Παπαδόπουλου, και το CORPUS του Θανάση Ρετζή και τρία τέσσερα ακόμα θεατρικά. Γνώρισα υπέροχους ανθρώπους που ακόμα έχω σε πολύ μεγάλη εκτίμηση και κυρίως το Μάνο Χατζιδάκι και το Τρίτο Πρόγραμμα. Τελικά το Πανεπιστήμιο ήταν η πιο γρήγορη οδός για την Μουσική και την Τέχνη γενικότερα. Όμως η Νομική επιστήμη, που την έφτασα κοντά στο τέλος, μου βελτίωσε κατά πάρα πολύ την διαλεκτική μου σκέψη και την κρίση μου σε κοινωνικά πολιτικά και φιλοσοφικά ζητήματα, χωρίς την οποία η Τέχνη είναι ανάπηρη και στείρα. 

-Είχατε φανταστεί τον εαυτό σας να ασχοληθεί με τη δικηγορία;

Εννοείται. Είχα και σε αυτήν φυσική ροπή και κλίση και δεν μου ήταν καθόλου δύσκολη η εισαγωγή αλλά και η παρακολούθηση. Είναι περίεργο αλλά η νομική διάλεκτος ήταν σαν μητρική μου γλώσσα. Όχι μόνο λόγω οικογένειας αλλά και λόγω προσωπικών φιλιών με δικηγόρους από παιδί. Τα παιδικά καλοκαίρια στον Πειραιά, τα μεσημέρια της σιέστας που όλα τα παιδιά βαράγαμε μύγες, όταν δεν έπαιζα μουσική ή ποδόσφαιρο στο Λιμάνι ή στο Πασαλιμάνι, στη λέσχη του Ολυμπιακού, πήγαινα βόλτες και έκανα παρέα με δικηγόρους στην δικηγορική πολυκατοικία -Ιακώβου Δραγάτση, στο Δημοτικό κοντά- όπου είχε γραφείο ο πατέρας μου. Πήγαινα στο Καραϊσκάκη δωδεκάχρονος με τους αργότερα καθηγητές μου στη Νομική. Τον Ανδρουλάκη, τον Αντώνη Αντάπαση και τους δικηγόρους Αλμπούρα και Παρασκευόπουλο, τον τότε προϊστάμενο του Πρωτοδικίου Πειραιώς Δημήτρη Κουτσόπουλο κλπ. Όλοι αυτοί Ολυμπιακάρες. Έτσι βλέπετε όλα συνδέονται ωραία και μαγικά. 

-Στη Νομική πραγματοποιήσατε τις πρώτες σας συνθέσεις στο θεατρικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωραία χρόνια; 

Όχι, δεν ήταν οι πρώτες μου συνθέσεις τότε, καθόλου μάλιστα. Είχα παρουσιάσει αρκετές πολύ πιο πριν, σε αρκετές περιπτώσεις ήδη από το Δημοτικό σχολείο, είτε στο Γυμνάσιο είτε σε ρεσιτάλ. Το πρώτο μου συνειδητό κομμάτι γράφτηκε όταν ήμουν επτά-οκτώ ετών… Οπότε καταλαβαίνετε, υπήρχαν αρκετά πράγματα γραμμένα ήδη. Τα κιθαριστικά μου κομμάτια τα έπαιζα στην οικογένεια και οι γονείς μου μας είχαν, με τον μεσαίο αδελφό μου ως μουσικό φινάλε στις επισκέψεις των φίλων τους. Απλά τότε, στο Πανεπιστήμιο, βρέθηκε το πρώτο μαζικό και ανώνυμο ακροατήριο. Το Τρίτο πρόγραμμα, οι παραστάσεις κλπ. Ήδη διδάσκοντας ιδιαίτερα σε ωδείο (στο Λύκειο) έβγαζα πολλά χρήματα για χαρτζιλίκι. Άρχισα όμως τότε να παίζω και σε ηχογραφήσεις δίσκων επαγγελματικά ολοκληρώνοντας ένα ιδιαίτερα καλό εισόδημα.

-Ο λόγος που στραφήκατε στη μουσική;

Στην μουσική δεν έχει απολύτως καμία σημασία να την διαλέξεις. Ούτε κατά συνέπεια να στραφείς. Σημασία έχει να σε έχει διαλέξει εκείνη, να στραφεί αυτή σε εσένα. Οπότε δεν έχεις και καμιά άλλη εκδοχή. Αλλά προσοχή, δεν σημαίνει ότι έτσι η επιτυχία -με κοινωνικά δεδομένα- είναι έτσι εγγυημένη. Η μουσική σε κάνει δικό της χωρίς να προσφέρει ανταλλάγματα. Αλλά καθόλου δεν σε νοιάζει. Δεν είναι δηλαδή επιτήδευμα. Είναι ιδιότητα, δεν σου ανήκει η απόφαση, δεν σου ανήκει σχεδόν ούτε η διαδρομή. Αν κάποιοι ισχυρίζονται το αντίθετο πρέπει να κουμπώνεστε. Ή είναι έμποροι στον Ναό ή είναι αλαζόνες και αχάριστοι και λίγα θα είναι τα ψωμιά τους στην αλήθεια της τέχνης. Και δικηγόρος θα είχα γίνει καλός και οτιδήποτε άλλο θα είχα γίνει ευκολότατα. Όμως ήξερα από μωρό. Ήμουν μουσικός, δεν έγινα. Και όσο και εάν προσπάθησα βάσει άλλων δεξιοτήτων και ικανοτήτων να γλυτώσω, απλά παρέμεινα μουσικός. 

-Η σημασία της μουσικής στη ζωή σας;

Με κάνει να μην την σκέπτομαι την ζωή παρά μόνο ως χρονικό όριο παραμονής μου, στράτευσης μου στον οίκο της και τελικά όλης της Τέχνης που είναι μία και αδιαίρετη. Για αυτό και όλη μου η ζωή και όλοι οι σημαντικοί άνθρωποι δίπλα μου ήσαν και είναι και αυτοί στρατευμένοι στην Τέχνη, με πρώτους τους γονείς μου και τα αδέρφια μου. Είναι η καταφυγή, η καταπακτή, η κατακόμβη όπου μέσα σε τρία λεπτά ξεχνώ τα πάντα. Εκεί παίρνω μαζί μου μόνο ένα βαθύ συναίσθημα ασφάλειας και αγάπης που μου δίνουν η γυναίκα μου, το παιδί μου, τα αδέρφια μου και οι οικογένειες τους.

-Είστε γιος του Στέλιου Παπαδημητρίου ο οποίος υπήρξε στενός συνεργάτης του Αριστοτέλη Ωνάση. Τι αντίκτυπο δημιούργησε σε έναν άνθρωπο των επιχειρήσεων η απόφασή σας να ασχοληθείτε με τη μουσική; 

Ο πατέρας μου και η μητέρα μου έλεγαν ότι το μόνο ίσως πράγμα όπου ο άνθρωπος ασφαλώς υπερέχει των ζώων και αξίζει τον κόπο αυτή η υπεροχή είναι η Τέχνη. Όχι μόνο δεν με εμπόδισαν ποτέ αλλά από παιδάκι με βοήθησαν και με υποστήριξαν με όλη τους τη δύναμη. Αυτονόητο! Ήσαν και οι δύο λογοτέχνες. Η μητέρα μου εξέδωσε και τα βιβλία της στις εκδόσεις Καστανιώτη. Ο πατέρας μου ήταν μια πιο δύσκολη περίπτωση. Ήταν και αυτός ένας πολύ καλλιεργημένος και προοδευτικός άνθρωπος. Ήταν ένας εν κρυπτώ ποιητής. Είχε όμως βάλει τον πήχυ της Τέχνης πάρα πολύ ψηλά και αυτό τον οδήγησε να μην την υπηρετήσει πλήρως έως το τέλος της δημιουργικής διαδρομής. Λόγω ίσως μιας συστολής απέναντι στην εξιδανίκευση της έννοιας της Τεχνης στο μυαλό του. Τα ποιήματά του ωστόσο,  που εμβρόντητοι τα ανακαλύψαμε μετά τον θάνατο του, είναι αποδεικτικά ενός πραγματικού ποιητή με βαθειά ρίζα, μέτρο και γνώση. Ποτέ, ο σπουδαίος εκείνος ευπατρίδης, δεν αμφισβήτησε τις αποφάσεις μου. Τις φοβήθηκε, ταυτιζόμενος μαζί μου και ευρισκόμενος μέσα από μένα για δεύτερη φορά στήν ίδια θέση απέναντι στο ιερό ανθρωποφάγο Θηρίο που λέγεται Τέχνη. Η δική μου παράλληλη ενασχόληση με την Νομική του έβαλε στο μυαλό ότι θα είναι εύκολο να έχω ανοικτή πάντα μια έξοδο διαφυγής και ασφάλειας, ώστε ποτέ να μην υποχρεωθώ να ξεπουληθώ ως καλλιτέχνης. Δεν τον αδικώ ούτε κατά ένα χιλιοστό. Εγώ για τον γιο μου σήμερα θα είχα ακόμη περισσότερες φοβίες. Όμως αυτός με εμψύχωσε στις πρώτες αναταράξεις μετά την πρώιμη μου απογείωση. Αυτός μου διακαίωσε και δυνάμωσε την απόφαση μου στις πρώτες δυσκολίες. Με τέτοια κριτήρια στο μυαλό του εκείνος και με έναν τεράστιο θαυμασμό για εκείνον εγώ, ήθελα να τον κάνω κάπως να πεισθεί ότι έχω τα φόντα να παλέψω για τον μεγάλο στίβο. Και εννοούμε τον Μεγάλο. Ως λογοτέχνης και όχι μουσικός είχε την βαθειά κουλτούρα και σοβαρότητα να μην αρκεσθεί στη δική του γνώμη για να ημερέψει την εύλογη ανησυχία του. 

Την ανησυχία του αυτή διόλου δεν συμμεριζόταν ο τότε συνεργάτης του καθηγητής Ιωάννης Γεωργάκης. Ήμουν φαίνεται συχνά μια αιτία διαφωνίας τους. Αλλά ούτε και αυτός τον έπειθε, ως μη μουσικός. Ο καθηγητής λοιπόν, αυτονομήθηκε και επέστρεψε με πειστήρια. Έτσι όταν του διάβασε το γράμμα του Herbert von Karajan προς εκείνον (δηλαδή τον καθηγητή Ιωάννη Γεωργάκη) και όπου υπήρχαν σε μια παράγραφο πολύ επαινετικά σχόλια και αναμονή παρτιτούρας κάποιου συμφωνικού μου έργου, είχε τότε και μια έξωθεν μαρτυρία για το πιθανό, από μεριάς μου, αληθινά υψηλό από έναν αληθινό υψηλό μάρτυρα! Τα πρώτα εννέα χρόνια της πορείας μου είχα ζητήσει από τον πατέρα μου και την μητέρα μου -και το τήρησαν- να μην συνδεθεί με κανένα τρόπο το όνομα και κάθε δραστηριότητά τους με εμένα. Έτσι στα δέκα μου πρώτα βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου και από το Υπουργείο Πολιτισμού και γενικά σε κάθε δημόσια αναφορά, απουσίαζαν παντοειδώς… Και όταν πια θα ήταν βλακώδες κάποιος να θεωρήσει ότι στηρίχθηκα σε αυτούς με τον οποιοδήποτε τρόπο μου ζήτησε -με τον δικό του άμεσο και συγκινητικο τρόπο- να πάψει να το αποκρύπτει και να αρχίσει να έρχεται στα διάφορα events. Το επιχείρημα του σοφού αυτού ανθρώπου ήταν ότι στην κάθε κοινωνία ο βλάξ ή ο συκοφάντης πάντα θα υπάρχει, όσα αντεπιχειρήματα και να φτιάξεις.

-Τα ακούσματα που σας καθόρισαν ως δημιουργό;  

Η αλυσίδα της Ιστορίας συνεχίζεται μόνο με τον σωστό επόμενο κρίκο και όχι με οποιονδήποτε ξένο ή νέο.  Η σύνθεση μουσικής είναι μια διαφορετική διαδικασία, δεν έχει να κάνει με τα ακούσματα αλλά με μια προ-μαθηματική αποτύπωση και απεικόνιση του επιστητού (της εμπειρίας, του συναισθήματος και της σκέψης). Το άκουσμα είναι ο γύψος πάνω στον οποίο τα προ-μαθηματικά αυτά μηνύματα αποτυπώνονται, σχηματοποιούνται ως σειρές αρμονικών λόγων. Ετσι λοιπόν, όποτε πέφτεις στην παγίδα απομίμησης ενός ακούσματος, δεν έχεις ποτέ ουσιαστικό περιεχόμενο δικό σου. Μπορείς όμως μέσα από άλλη ανάλυση να ξεκλέψεις την μουσική σκέψη ενός μεγάλου συνθέτη, να ξεκλειδώσεις την ενστικτώδη μεθοδολογία ή και την εγκεφαλική του διαδρομή ώστε να οδηγηθεις κι εσύ και κατ’ αναλογίαν να πλατύνεις και να σχεδιάσεις ταχύτερα τον δικό σου δρόμο. Βασική λοιπόν επίδραση επάνω μου είχε το ξεκλείδωμα της μουσικής σκέψης-μεθοδολογίας του ελληνικού ιδιώματος σε όλο του το μήκος και πλάτος στην ιστορική του παράδοση. Έπονται στην μελέτη μου οι Χατζιδάκις και Θεοδωράκης για τελείως άλλους ο καθείς λόγους. Ο Μαμαγκάκης, ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος και πολλοί άλλοι εξίσου σημαντικοί που πήγαν τα πράγματα με το ιδίωμα τους ένα σωστό βήμα μπροστά. Αυτοί όλοι μαζί σχηματοποίησαν και προχώρησαν αυτό που νοείται ως το ελληνικό μουσικό ιδίωμα του σήμερα. Από την άλλη μεριά όμως γονάτισα ευλαβικά και στον Μπαχ, τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν, τον Ραβέλ τον Ντεμπυσύ. Μέγιστης αξίας υπήρξε για μένα η μελέτη της Ρωσικής και Ουγγρικής εθνικής σχολής που επέτυχαν πράγματι να ενώσουν τον εθνικό τους μελωδισμό στην κοινή ευρωπαϊκή μουσική συνείδηση. Άλλωστε και αυτή δεν είναι ένα γερμανο-ιταλο-γαλλικό κράμα με μικρές αγγλικές παρεμβολές; Η Ελληνική Εθνική Σχολή, άξια στην πρόθεση και με σπουδαία έργα, δεν πέτυχε να συνθέσει τους δύο διαφορετικούς κόσμους σε μια ενιαία γλώσσα. Μόνο να τους παραθέσει στο ίδιο έργο κατάφερε και ενίοτε να τους αντιπαραθέσει. Και αυτό οφείλεται νομίζω στο ότι οι συνθέτες της, αν και απόλυτα φιλοσοφημένοι, προκειμενου περί μουσικής, ήσαν συγκινημένοι αλλά όψιμοι “επισκέπται” του ελληνικού ιδιώματος, όμως ως μουσικοί  “μόνιμοι κάτοικοι” της γερμανικής μουσικής γλώσσας. Στην δεύτερη απόπειρα Εθνικής Σχολής συνέβη το ακριβώς ανάποδο. Μια ερασιτεχνική και καθυστερημένη επαφή με το συμφωνικό ιδίωμα από “μόνιμους κατοίκους” του ελληνικού παραδοσιακού μελωδισμού. Εννόησα ως το κύριο αίτημα της δικής μου ιστορικής στιγμής το να διανοιχθεί κάποτε ο ελληνικός δρόμος στην σύγχρονη κλασική και παγκόσμια μουσική σκηνή. Και για την μουσική μου έβαλα και έναν ακόμα στόχο. Να επαναπροσδιορισθεί, με μια σύγχρονη και αληθινά ελληνική γλώσσα, βγαλμένη ως απόσταγμα του τραγουδιού μας, μια αληθινή και λειτουργική Ελληνική Εθνική Σχολή στον σύγχρονο δυτικό συμφωνικό κόσμο. Έτσι από την μια υπηρέτησα την ελληνική μουσική πραγματικότητα και ως συνθέτης και ως εκτελεστής, από τα λαϊκά ρεμπέτικα πάλκα μέχρι την μελέτη των αρχαίων και των Βυζαντινών ώστε να τα μεταφέρω από την άλλη στην αρμονική και μελωδική γραφή μου. Έγραψα, αρχικά μέσα από αυτή την μελέτη, τραγούδια που λειτούργησαν πραγματικά, πολιτογραφήθηκαν στην σύγχρονη ελληνική κοινωνική συνείδηση ως ζωντανό μέρος της ζώσας τραγουδιστικής μας ιστορίας. Εν συνεχεία, πήρα από αυτά το απόσταγμα, και έχτισα από αυτό εξαρχής μιαν ελληνική αρμονική γλώσσα διαφορετική μεν από την καθολικής εμπνεύσεως ωδειακή αρμονία αλλά και όχι μονόχνωτα δογματική ή φολκλορική. Όπως δηλαδή είναι η σύγχρονη Ελλάδα. Τόσο- όσο. 

Επιστρέφω λοιπόν τώρα στην αρχή αυτής της απάντησης περί της λάθος προσέγγισης της ελληνικότητας μέσω ακουσμάτων και σας λέω πως δεν ορίζει το άκουσμα την ελληνικότητα αλλά ένα βαθύ προ-μαθηματικό μουσικό ιδίωμα. Έτσι πιο βαθιά ελληνικές μπορεί να είναι οι Gymnopedies και οι Gnossiennes του Eric Sati από ότι  το να παίξει με κλαρίνο ο Πετρολούκας το Adagio του Albinoni ή ο Καραντίνης με μπουζούκι τις τέσσερεις εποχές…

-Οι φωνές που σας έχουν συγκινήσει;  

Ο τραγουδιστής είναι τρία πράγματα: το προσωπικό ρεπερτόριο του που περιλαμβάνει τόσο το εύρος όσο και την ποιοτική συνέπεια, το φυσικό του φωνητικό χάρισμα και ηχοχρωματικό ιδίωμα και τέλος το ερμηνευτικό και υποκριτικό του ήθος που πρέπει ισορροπεί με το ήθος του έργου. Στη λίστα αυτή θα βάλω αυτούς που αρχετυπικά όρισαν μια φωνητική δυναστεία ο καθείς, που έφτιαξαν ένα φωνητικό είδος. Σημαντικοί σύγχρονοι τραγουδιστές ακολουθούν σήμερα τα χνάρια τους. Ο καθείς κάποιου ή κάποιων εξ αυτών. Η Κάλλας, ο Κώστας Πασχάλης, η Μορφονιού, η Ζανέτ Πηλού, ο Επιτροπάκης, η Μπέλλου, η Νίνου, η Χασκίλ, η Γεωργακοπούλου, ο Μάρκος και ο Μπάτης. Ο Καζαντζίδης, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Γαβαλάς, η Πόλυ Πάνου, ο Μπιθικώτσης, ο Μητροπάνος, ο Πουλόπουλος και η Μοσχολιού. Η Νταντωνάκη, η Μούσχουρη, ο Ηλίας Λιούγκος, η Μαρία Δημητριάδη και η Μαρία Φαραντούρη. Η Βέμπο, ο Γούναρης, ο Μαρούδας, η Δανάη και η Μαίρη Λώ. Η Καίτη Χωματά, ο Πετρολούκας Χαλκιάς, η (γιαγιά) Κονιτοπούλου, οι αδελφές Χατζιδάκη και ο Στυλιανός Μπέλος. Ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Αργύρης Μπακιρτζής. Ευτύχησα να έχω συνεργασθεί με αρκετούς από αυτούς είτε ως μουσικός εκτελεστής είτε ως συνθέτης. Και βέβαια κυρίως με νεώτερους και νεώτατους αντάξιους συνεχιστές που όλοι γνωρίζουν πολύ καλά. Από το ξένο τραγούδι οι Παβαρότι, Ντομίγκο, ο μικρός τότε Paul Miles Kingston, η Σάρα Μπράιτμαν, ο Ανταμό, ο Ντέμης Ρούσος, ο Ιαν Γκίλλαν, ο Φρεντυ Μέρκιουρυ, ο Μπόουι, ο Γκάμπριελ, η Ούμ Καλθούμ, η Φαϋρούζ, ο Αμπντελ Χαλίμ Χάφεζ και η Μερσέντες Σόσα.

-Πώς έρχεται η έμπνευση;

Έργα σπουδαίων συνθετών, τριών και τεσσάρων ωρών έχουν διαρκή και αδιάλειπτη έμπνευση που υπάρχει τόσο στην ουσία όσο και στην τεχνική τους. Αρα δεν μπορεί η έμπνευσή τους να ήταν στιγμιαία. Με διαλογιστικές τεχνικές και συνεχή επαφή με τον βαθύτερο ή ανώτερο εαυτό σου η λεγόμενη έμπνευση έρχεται, μετά από κάποια χρόνια άσκησης σχεδόν πάντα, όποτε την επικαλείσαι. Το δύσκολο είναι να διακόπτεις τη ροή της γιατί η κόπωση σου την αυξάνει μαζί με την ανάγκη για ξεκούραση… Και αυτή η αδιάκοπη συνέχιση πέραν της κόπωσης σε οδηγεί μαθηματικά στην υπερκόπωση. 

-Γράφετε εν θερμώ ή όταν βρίσκεστε σε νηνεμία;

Εάν εννοείτε ότι η ζωή με οδηγεί, ναι αυτό είναι το φυσιολογικό. Εν θερμώ όμως ζω. Εν ψυχρώ απλά επαναφέρω το εν θερμώ τεχνητά σε άλλες φόρμες. Ο κάθε δημιουργός έχει μέσα του κάποια φορτηγά χώμα να ξεφορτώσει. Το τάλαντο, το βάρος. Θα το κάνει αργά ή γρήγορα, όταν βρεί την διάθεση, την διαδικασία, μέσα από την όποια ζωή του. Εάν όχι θα τρελαθεί. Οπότε θα την βρει έτσι την δίοδο του. Αλλά άλλο τόσο με οδηγεί και η ίδια η Τέχνη που ερμαφρόδιτα προκαλεί την αναπαραγωγή της. 

-Η γνωριμία σας με τον Μάνο Χατζιδάκι; Τι θυμάστε από αυτή τη σπουδαία φυσιογνωμία της ελληνικής μουσικής;

Αφού ήταν δύσκολο να τον καταλάβεις ζωντανό, πώς να περιγράψεις τον Μάνο Χατζιδάκι τώρα σε κάποιον που δεν τον πρόλαβε; Οσο ζούσε, για να τον ακούσει ο αποβλακωμένος κόσμος έκανε σαν παιδί που ζητά την προσοχή σου καυγάδες, προκλήσεις, σαματά. Όλα αυτά με ιδιοφυία και λεπταίσθητη πρωτοτυπία και άγνοια φόβου. Τώρα, χωρίς αυτά τα αφυπνιστικά τσιμπήματα, όλοι ξανακοιμήθηκαν δοξάζοντας και υμνολογώντας ένα κενό γράμμα. Έτσι πια δικαιωμένος Χατζιδάκις είναι για τον καθένα μας ότι του πάει και τον συμφέρει. Εχουν βγεί δε και κατά συρροήν μαημούδες Χατζιδάκηδες, μιμητές στην άνευ λόγου πρόκληση και τον σαματά, χωρίς όμως την ιδιοφυία, την λεπταίσθητη πρωτοτυπία. Και χωρίς το έργο.

Ωραιολογούμε και κενολογούμε ταυτόχρονα όταν αναφερόμαστε σήμερα στον Μάνο Χατζιδάκι. Όλοι βγήκαμε φίλοι του κολλητοί, όλοι αντλούμε από αυτόν ύπαρξη. Ο δε πολύς κόσμος, περιλαμβανομένων των ανθρώπων της μουσικής, αγνοεί το έργο για το οποίο ο ίδιος ήθελε να είναι αγαπητός. Και αγνοεί τον λόγο του έργου αυτού. Ήταν ένας ακριβός και σπάνιος άνθρωπος. Από αυτό το είδος που σήμερα κανείς δεν έχει πια ανάγκη. Το είδος του ανθρώπου που σήμερα είναι άχρηστος, που στην κοινωνία περιττεύει. Γιατί κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πόσο έχει ανάγκη κάτι που του είναι άγνωστο. Η ανάγκη του λοιπόν παραμένει ταυτόχρονα τόσο ακραία όσο και άγνωστη. 

Ο ιδιοφυής Χατζιδάκις είχε ένα τεράστιο κυριολεκτικά ένστικτο. Αισθητικό, ιστορικό, κοινωνικό. Η μουσική του είναι ακραία γοητευτική, όπως ήταν και ο ίδιος. Τα υπόλοιπα, τα ανεκδοτολογικά, είναι ρηχές καταναλώσεις του μεγέθους του μέσα στην εποχή της ρηχής και καταναλωτικής πληροφορίας. Το μόνο που θέλω είναι να μην τον απογοητεύσω. Να τον θυμάμαι αληθινό. Δόξα τω Θεώ που ηταν δάσκαλος και φίλος στα πρώτα μου χρόνια. Και Δόξα τω Θεώ που με απέκοψε συνειδητά και εγκαίρως από την επίδραση του. Αυτή ήταν πράξη αληθινής αγάπης. 

-Πρώτη σας εμφάνιση στη δισκογραφία ήταν ο δίσκος Τοπία το 1981. Πώς αναλογίζεστε τη κατάθεση αυτή 40 χρόνια μετά; 

Ο πρώτος μου δίσκος soundtrack ήταν ο Ηλεκτρικός Άγγελος του Θανάση Ρετζή το 1980. Ο πρώτος προσωπικός μου δίσκος, ναι, ήταν τα Τοπία. Αν σκεφτεί κανείς ότι έπαιξα την Πόλη πίσω απ’ τη θάλασσα στην β’ Λυκείου, η ρίζα αυτή είναι ακόμη βαθύτερη. Από τα ΤΟΠΙΑ άντλησα πολλές φορές υλικό για επόμενα έργα μου, κυρίως τα κλασικά. Όποιος ακούσει τα συμφωνικά μου έργα και μετά τα Τοπία, πολλά υλικά θα αναγνωρίσει εκεί. Αλλά και η πρακτική εκμάθηση της δισκογραφικής πράξης εκεί πρωτοεντοπίζεται, αφού έκανα με τα χεράκια μου σχεδόν τα πάντα, ακόμα και την (παράνομη) αφισοκόλληση, για την οποία και συνελήφθην μαζί με ένα φίλο.

-Έχετε γράψει ορχηστρική μουσική, μουσική για θέατρο, σινεμά, κύκλους τραγουδιών και μελοποιημένη ποίηση. Νιώθετε πλήρης; Είναι αδηφάγα η ψυχή του καλλιτέχνη και αναζητά το κάτι παραπάνω;

Νιώθω πλήρης μόνο στιγμιαία, με κάποια τελευταία έργα μου. Τα Συμφωνικά Ζωγραφικά Soundtracks, το Χρονικό Ενός Πρώιμου Φθινοπώρου, το Satyricon, τους Πλανόδιους των Ονείρων, το Κοντσέρτο μου για Πιάνο και Ορχήστρα. Οταν κρυφακούω τραγούδια μου από μαθητές Γυμνασίων, σε πάρτι κλπ ή αν τυχαία ακούσω κάτι παλαιό δικό μου, ξεχασμένο και το θυμάμαι ταυτόχρονα καθώς το ακούω… Περίεργο συναίσθημα.

-Η πιο αντιπροσωπευτική δισκογραφική σας στιγμή;

Μάλλον θα είναι εφέτος με την (κυριολεκτικά) παγκόσμια κυκλοφορία του πρώτου μου Κοντσέρτου για Πιάνο από γερμανική δισκογραφική εταιρεία. Στο παρελθόν πολύ σημαντικό είναι το έργο μου για τον Κ. Π. Καβάφη, το Λουλούδι στη Φωτιά του Νίκου Γκάτσου και το Δελτίο Ανέμων. Οι Μπαλάντες της οδού Ατθίδων σε ποίηση του Διονύση Καψάλη, τα δύο Λόγω Τιμής (με ποίηση Λαπαθιώτη, Γκανά, Αναγνωστάκη, στίχους Αλκαίου, Θεσσαλονικέα και Βλάχου) και φυσικά τα ιστορικά Τραγούδια για τους Μήνες και Στης Ψυχής το Παρακάτω με τον θρυλικό Δημήτρη Μητροπάνο. Ωστόσο τα τραγούδια από τα Σήριαλ όπως το Στα ίδια Μέρη και το Σκάκι με τον Ανδρεάτο ή Οι Δρόμοι με τη Χαρούλα, το Κοίτα Κοίτα ή το Φεύγα και η Λένη μου χάρισαν τη σπάνια συγκίνηση της ορθής ιδεολογικά επιτυχίας. Τώρα τελειώνει και κυκλοφορεί ίσως το πιο σημαντικό μου σύγχρονο τραγουδιστικό έργο Ο Μεγάλος Αιρετικός με τη Βερόνικα Δαβάκη, τον Γιώργο Φλωράκη και τον Πάνο Παπαιωάννου όπως και οι Παραλλαγές σε μιαν Αχτίδα του Οδυσσέα Ελύτη με τον Κώστα Μακεδόνα, τη Βερόνικα Δαβάκη, τον Γιώργο Φλωράκη και τη Μυρσίνη Μαργαρίτη. Σύντομα θα ξαναέρθει και ο Μόμπυ Ντίκ. 

-Πώς θυμάστε τη συνεργασία με την Ελευθερία Αρβανιτάκη;

Ήταν μια ευτυχισμένη συνεργασία. Βρεθήκαμε ευθυγραμμισμένοι στην σωστή ιστορική στιγμή τόσο για τους δυο μας όσο και για την ελληνική κοινωνία. Ήταν μια ευλογημένη εποχή. Ο δίσκος Τα Τραγούδια για τους Μήνες ψηφίστηκε δύο φορές από τους κριτικούς, (αλλά και πράγματι έμεινε στη συλλογική συνείδηση) ως ένας από τους κλασικούς δίσκους ελληνικού τραγουδιού. Κάναμε μαζί όλων των ειδών τις συνεργασίες πλήν της θεατρικής. Δηλαδή σήριαλ, σάουντρακ ταινίας, της ενορχήστρωσα το Τα Κορμιά και Τα Μαχαίρια του Αρα Ντινκζιάν, τη βοήθησα σε προγράμματα και παραγωγές, συναυλίες πολλές…. Ξανακάναμε πρόσφατα και δύο πολύ ωραία τραγούδια σε στίχους του Χρήστου Παναγιωτόπουλου.

-Υπάρχουν φωνές σήμερα που τις ακούτε με θαυμασμό;

Επιλέγω τους τραγουδιστές των τραγουδιών μου πάντα με βάση την καλλιτεχνική τους προσωπικότητα, όπως θα έκανα ένα κάστιγκ για ρόλους. Για κάποιους ρόλους παίρνεις καλλονές και για κάποιους κακοχυμένους και άσχημους, γιατί έτσι πρέπει, αυτό είναι το κατάλληλο και το ωραίο για το συγκεκριμμένο τραγούδι. Η μαγεία υπάρχει όταν συνδεθούν φωνή με μουσική και στίχο. Η καλλιέπεια δεν ειναι αυτοσκοπός στην τέχνη. 

Θαυμάζω λοιπόν όχι μια φωνή από μόνη της αλλά το ιερό αυτό δέσιμο που προσπαθώ πάντα να συμβαίνει στα τραγούδια μου. Ούτως ή άλλως σπάνια στο λαϊκό τραγούδι οι φωνές έχουν την τελειότητα ενός οργάνου. Όμως έχουν την μαγεία ώστε μαζί με το ρεπερτόριο τους να σκιαγραφούν μια τρισδιάστατη μουσική προσωπικότητα στην φαντασία του ακροατή. 

-Πώς κρίνετε την ελληνική κοινωνία; Παρατηρείτε παθογένειες;

Στο ευρύτερο facebook όπου υπηρετεί πλέον ο καθείς, όπου όλοι καταναλίσκονται στην εντύπωση και την πληροφορία χωρίς κανένα απολύτως έργο, λέω να απουσιάσω. Δεν θέλω να γίνω influencer άμα μεγαλώσω. Υπάρχει μόνο κάποιο απτό έργο για όποιον ενδιαφέρεται για λίγη μη τεχνητή πραγματικότητα.

 -Πώς αντιλαμβάνεστε τη κοινωνική και οικονομική κατάσταση της χώρας;  

Αφού επιμένετε, να σας πώ για κάτι που συμβαίνει παγκοσμίως και μεγαλώνει και στη χώρα μας. Αποδεικνύεται ότι η επιλογή να μην έχουν παιδεία και καλλιέργεια οι λαοί δεν οδηγεί στην επιθυμητή αποβλάκωση και υποδούλωση τους αλλά στην ακατάσχετη, αμορφοποίητη και ζωώδη οργή τους. Όλα αυτά τα γλυκανάλατα με τα social media δεν μπορούν να ευνουχίσουν μια επαπειλούμενη μεγάλη κοινωνική σύρραξη. Aντίθετα μάλλον. Την θεριεύουν. Μια μόλις γενιά μετά θα δούμε περίεργα πράγματα. Δεν είμαι υπέρ της, δεν είμαι κατά της, είναι ηλίθιο να έχεις γνώμη επάνω σε μια μη ιδεολογημένη οργή. Απλά τη βλέπω να έρχεται, συνήθως κρυμμένη πίσω από προσχηματικές αιτίες. Οι οπαδοί του Τράμπ, οι αρνητές του κόβιντ, οι ισλαμιστές, οι νεοναζί, οι οπαδοί του Μαδούρο, οι γκρίζοι λύκοι. Όλες αυτές οι φαινομενικά άσχετες κοινωνικές ομάδες συνδέονται στο ότι δεν έχουν βρεί δικά τους λόγια να εκφράσουν την απόλυτη απόγνωση και δυστυχία που βιώνουν και δεν τους ενδιαφέρει και να τα βρουν. Βρίσκουν έκφραση της οργής τους όπου και οποιαδήποτε βία υψώνει σημαία. Τώρα πώς θα τους αντιμετωπίσουν οι εξουσίες, τα κράτη; Χωρίς διάλεκτο, χωρίς διαλεκτική, χωρίς την στοιχειώδη σημειολογία δεν υπάρχει διάλογος, μόνο καταστολή. Και η καταστολή εξαγριώνει περισσότερο. Και η δύναμη του όχλου είναι ανίκητη. Λείπει φοβάμαι μόνο το πρόσχημα που θα δημιουργήσει την έκρηξη. Kαι για το ανερμάτιστο κράτος που νομίζει ότι υποδουλώνει με την κατάργηση της πνευματικότητας και της παιδείας, η καταστολή και οι φυλακές θα είναι το μόνο αλλά ανεπαρκές όπλο άμυνας του. Στην Ελλάδα που ο πολιτισμός της σύγχρονης ζωής αργεί -ευτυχώς- να φτάσει, υπάρχει ακόμα πολιτισμός και γλώσσα που δεν μπόρεσε η εκμοντερνισμένη μας παιδεία να καταστρέψουν. Η παράδοση ζει. Η οικογένεια σαν βαθύ συναίσθημα καταφύγιου ζει ακόμα και στις πιο αλλοτριωμένες παρυφές της κοινωνίας. Η πατρίδα ζεί, αν και κάποιοι καπελώνουν αρνητικά τη λέξη με έναν τρόπο, κάποιοι αλλιώς. Η γλώσσα λαβωμένη, ζει ακόμη. Κάποιος μπορεί να τραγουδήσει και να εκφράσει την οργή του πριν τα σπάσει όλα. Γι’ αυτό έχουμε μια ελπίδα να προλάβουμε: είτε να δούμε το κακό αλλού και να βάλουμε μυαλό είτε να κάνουμε ξανά αυτή την δική μας, την άναρχη, περιοδική στροφή στον εαυτό μας και να ξανατραφούμε με αυτό που μας έσωσε έως τα τώρα. Τον ίδιο τον πολιτισμό μας. 

-Επηρέασε τους καλλιτέχνες ο κορωνοϊός;  

Οικονομικά επηρέασε αρνητικά, δημιουργικά θετικά. Το πρώτο είναι αυτονόητο. Το δεύτερο ίσως λιγότερο. Όλοι πρέπει να κάνουμε ένα στοπ και να πάρουμε τον χρόνο να σκεφτούμε καλύτερα που και γιατί οδηγούμε άλλους ή οδηγούμαστε κάπου. Υπήρξε χρόνος πολύς ώστε να σαπίσουν τελείως κάποια κακώς κείμενα, να ξανανθίσουν τα ξεχασμένα καλώς κείμενα. Τέλος, να ξαναδούμε τον χάρτη του Χρόνου με εμάς μέσα σε αυτόν. 

Η πανδημία επηρεάζει τον κοινωνικό τρόπο σκέψης. Μπορεί ο μέσος άνθρωπος να οσφραίνεται αφελείς συνομωσίες, αυτό όμως έχει από μόνο του το μήνυμά του. Έλλειψη εμπιστοσύνης των λαών στην σύγχρονη δημοκρατική πράξη αλλά και στην ηθική των κυβερνήσεων ως προασπιστών των κοινωνιών. Η πλειοψηφία υπακούει, ωστόσο με μια διαρκή και αβάσιμη υποψία που δημιουργεί εκνευρισμό.

-Σε τι κατάσταση βρίσκεται η σημερινή δισκογραφία;  

Κατεστραμμένη η δισκογραφία, ανθεί όμως η νέα δημιουργία σε τόπους σκιερούς και υπόγειους. Απόδειξη ότι το να αφήνεις την τύχη του πολιτισμού ανεξέλεγκτα στα δικτατορικά χέρια των εμπόρων οδηγεί στην καταστροφή του. Εκατοντάδες νέοι συνθέτες και στιχουργοί του νέου ελληνικού τραγουδιού, σοβαροί και με συγκεκριμμένο στίγμα, δημιουργούν. Κανένα ραδιόφωνο, καμιά εφημερίδα, καμιά τηλεόραση δεν χαλαλίζει τον πολύτιμο χρόνο του για να παρουσιάσει αυτή την νεότερη γενιά. Για τις θυρίδες τηλεπώλησης με τον άπειρο τηλεοπτικό χρόνο σε φίλτρα νερού, στοιχήματα, χαλιά και γνωριμίες, για τους σαχλούς δημοσιογράφους με τις αιωνόβιες φίρμες που στήνουν την ακροαματικότητα τους και τους κίτρινους τζιτζιφιόγγους των πρωινάδικων υπάρχει. Αχ, τι κρίμα! Παρακμή. 

Η εμπορική εκμετάλλευση της μουσικής, ίσως με άλλη τεχνολογική μορφή σίγουρα κάποια στιγμή θα αναστηθεί. Όταν η εικόνα χάσει την ρηχή όσο να’ ναι αίγλη της και δώσει τη θέση της στην τεχνητή πραγματικότητα, όπου η μουσική θα έχει και πάλι κυρίαρχο ρόλο.

-Υπήρξατε διευθυντής στο Τρίτο Πρόγραμμα από το 2003 έως το 2010 και γενικός διευθυντής της ΕΡΑ από το 2010 έως το 2013. Ήταν κάτι έξω από τα νερά σας; Αντιμετωπίσατε δυσκολίες και ευθύνες;

Κάποιες φορές ήταν πιο δύσκολα και κάποιες πιο εύκολα. Μιλάμε άλλωστε γιά 18 συναπτά έτη. Παρέλαβα το 2008 το Τρίτο με 0,2% στην μισή Αθήνα και το παρέδωσα (στο μαύρο του κλεισίματος) 5,8%. Η εποχή του Ανδρικάκη που προηγήθηκε εμού ήταν μια πολύ καλή εποχή για τα ραδιόφωνα όπου και εμείς επωφεληθήκαμε στό Τρίτο βάζοντας πολλούς αναμεταδότες (περισσότερους από ό,τι σήμερα) αλλά και μετά ως Γενικός είδα τα θετικά αφού συνεχίστηκε η άνοδος όλων των ραδιοφώνων με την προσπάθεια μας πάνω στις γενικές γραμμές του. Χωρίς αυτόν στο τιμόνι της ραδιοφωνίας πολλά πράγματα θα ήταν ανέφικτα και μετά. Αργότερα, στο Δεύτερο αντιμετώπισα μια πολύ διαφορετική συμπτωματολογία και ήθελε θεσμικές αλλαγές που αυτές πάντα πρέπει να γίνονται και με ανθρώπινα κριτήρια. Ηθελε λίγο ακόμα χρόνο για να αποδώσει -το κράτησα ένα χρόνο και κάτι- ήταν και αυτό όμως ήδη ανεβασμένο από το 3,5 στο 5%. Το ίδιο ο Κόσμος και η ΕΡΑΣΠΟΡ (κοντά στο 7%). Πολλά οφείλω και στην καλή μου σχέση με τους εργαζόμενους και τα σωματεία τους που σέβομαι βαθιά φύσει και θέσει. Η μεγαλύτερη μη μουσική χαρά της δημόσιας ζωής μου μού δόθηκε από την Ελληνική βουλή όταν, ως υποψήφιο μέλος του ΔΣ  υπερψηφίστηκα από όλα σχεδόν τα κόμματα της Βουλής πλην Χρυσής Αυγής. Το ΚΚΕ, που κατά παράδοσιν ψηφίζει σε όλους αρνητικά, έδωσε λευκή ψήφο. Ηταν και αυτό τιμητικό. 

Κοντολογίς η ραδιοφωνία, αν και έκλεψε πολύ χρόνο από τις μέρες μου, μου χάρισε πολλαπλάσιες ανθρώπινες εμπειρίες και μια σοφία εκτός πενταγράμμων που μπήκε μετά εντός των. 

-Πώς αντιλαμβάνεστε τις αποκαλύψεις στο χώρο του θεάματος για τις παρενοχλήσεις εις βάρος των καλλιτεχνών; 

Οι αποκαλύψεις λοιπόν στον χώρο του θεάματος, αποδεικνύουν πόσο διαυγέστερη και διαφανής είναι η καλλιτεχνική ζωή. Άντε να δούμε τώρα πότε θα βγούν των μεγαλοπολιτικών, των μεγαλοεπιχειρηματιών, των μεγαλοδημοσιογράφων και των μεγαλογιατρών οι -επίσης ανεπισήμως πανθομολογούμενες- αποκαλύψεις. Μάλλον ποτέ. 

-Πιστεύετε στον Θεό;  

Η ερώτηση είναι άτοπη. Είναι σαν να με ρωτάτε εάν αποδέχομαι τα μαθηματικά αξιώματα. Μπορώ εξίσου να τα αποδεχτώ όσο μπορώ και όχι, αφού τα αξιώματα πάνω στα οποία όλα τα μαθηματικά θεωρήματα έχουν χτιστεί, δεν αποδεικνύονται και πρέπει να τα δεχτείς ως ισχύοντα χωρίς αποδείξεις. Απλά η αποδοχή τους ήταν πιό κοντά στην κοινή αντίληψη του κόσμου. Και για να αποδειχθεί ένα αξίωμα θα πρέπει να φτιάξουμε ένα άλλο αξίωμα στη θέση του. Θεώρημα Incompleteness του Godel. Να λοιπόν και μια μαθηματική απόδειξη της πίστης. Όμως τι νοιάζει κάποιον εάν κάποιος άλλος πιστεύει; Θα τον επηρεάσει στο να πιστεύσει και αυτός; Ούτε μόδα είναι, ούτε ποδοσφαιρική ομάδα αλλά και ούτε χωρούν σε αυτό δημοκρατικές διαδικασίες… Ευτυχώς Θεέ μου!

-Έχετε αποκαλύψει ότι πάσχετε από την Myasthenia Gravis, ασθένεια που έπασχε και ο Αριστοτέλης Ωνάσης. Πώς επηρεάζει αυτό τη καθημερινότητα σας;

Ε καλά τώρα, μην το τραγικοποιείτε. Δεν χρειαζόταν καμιά αποκάλυψη. Ειναι λέξη στη δημοσιογραφική μόδα η αποκάλυψη! Αποκαλύπτουμε συνταγές, την νέα κολεξιόν εσωρούχων, το πώς κάνουν σέξ οι πλούσιοι και διάσημοι, την συνομιλία μας με τον περιπτερά κλπ. Η μυασθένεια δεν χωράει καν στις αποκαλύψεις, είναι κάτι που δεν κρύβεται, όσο το έχεις, αφού πέφτουν τα βλέφαρα, αλληθωρίζεις και τραυλίζεις! Εδώ και τέσσερα χρόνια έχει υποχωρήσει μέχρις εξαφανίσεως, δεν παίρνω κάν φάρμακα και είμαι και πάλι σχετικά ακούραστος. Έχω στο διάστημα αυτό γράψει τα πιο μεγάλα μου έργα. Από τον Μόμπυ Ντίκ (τρίωρο μιούζικαλ) και τα Ζωγραφικά Soundtracks μέχρι τον Μεγάλο Αιρετικό (κύκλο με τριάντα τραγούδια αιρετικών ποιητών), τις Παραλλαγές σε μια Αχτίδα πάνω στό έργο του Ελύτη (αυτό που παρουσιάστηκε στό Σούνιο και παίχτηκε τηλεοπτικά την Πρωτοχρονιά), το Πιάνο Κοντσέρτο και πολλά σκόρπια τραγούδια… Αν προσθέσεις το Τρίτο, το ΔΣ της ΕΡΤ, το Ελληνικό Σχέδιο, τις συναυλίες και την βοήθεια στην φροντίδα στο παιδί, πού καιρός για ασθένειες και αποκαλύψεις… O Ωνάσης, μιας που τον αναφέρατε, δεν πρόλαβε, δυστυχώς για αυτόν, τα σωστά φάρμακα ώστε να σωθεί. Όμως δίνοντας με την διαθήκη του τότε πολλά χρήματα στην έρευνα αυτή, βοήθησε στο να βρεθούν τα φάρμακα μετά το θάνατο του και στο να μην πεθαίνουν πλέον οι ομοιοπαθείς. Εις εξ’ αυτών λοιπόν εγώ. Καλή σκέψη είχε γιατί είναι μιά σπανια και άρα μη εμπορική ασθένεια και αυτές δεν συμφέρουν τους ερευνητές.

-Απο τι παίρνετε δύναμη;

Από τον επί γης παράδεισο που υπάρχει σε μυριάδες κομματάκια. Παντού, εάν θέλεις να τον βλέπεις. Από την οικογένεια μου. Από τα νέα μου έργα. Απο την αγάπη των συναδέλφων που μου επιστρέφει. Αλλά και από τις δυσκολίες και τις αποτυχίες παίρνω δύναμη.

-Γίνατε μπαμπάς για πρώτη φορά στα 61 σας χρόνια. Είναι μαγικό σωστά; Πώς νιώθετε;

Ηταν μιά σχεδόν μεταφυσική οφειλή στο μέλλον και το παρελθόν ταυτόχρονα, που αν και την άργησα, είναι αλήθεια, όμως την εκπλήρωσα. Η ηλικία μου νομίζω είναι η αμέσως καλύτερη μετά τα δεκαεπτά με εικοσιένα. Τότε είσαι ακόμα ανέμελος, λόγω άγνοιας κινδύνου και σωματικά πολύ πιο δυνατός. Εάν δεν κατατρύχεσαι από την ανησυχία του μέλλοντος και έχεις σχετική οικονομική άνεση είναι πολύ καλή εποχή. Στα 60 όμως είσαι πολύ πιο σοφός, με πολλούς άλλους τρόπους ισχυρός, ήρεμος, χορτάτος και ισορροπημένος. Λιγότερα στοιχειώδη λάθη, μεγαλύτερη ασφάλεια, πιο πολύς χρόνος ελεύθερος για το παιδί. Και πολύ ακομπλεξάριστος. 

-Το καταφύγιο σας;  

Δεν χρειάζομαι νομίζω άλλο καταφύγιο από το προαναφερθέν της μουσικής. Αγαπώ πολύ τους ανθρώπους και θεωρώ πως με αγαπούν και αυτοί. Προτιμώ να είμαι εγώ το καταφύγιο των άλλων. Και ο θεός ευδόκησε να είμαι για πολλούς. Αυτό μου αρέσει πιό πολύ.  

-Ο μεγάλος σας φόβος;  

 Ο άκαιρος θάνατος.

-Πώς λειτουργείτε όταν ερωτεύεστε;

Αποφασιστικά. Σοφά. Επαναστατικά.

-Νιώθετε ευτυχισμένος; 

Η ευτυχία είναι το πιο απλό πράγμα. Είναι θέμα δηλωμένης ανάγκης, διοικητικής απόφασης και ολίγον έξυπνης και σταθερής αμυντικής τεχνικής. Θα έπρεπε να διδάσκεται από το Δημοτικό Σχολείο έως και το Πανεπιστήμιο. Και βέβαια είμαι. Και πολύ μάλιστα. 

-Τι άνθρωπος είναι ο Δημήτρης Παπαδημητρίου;  

Τι σημασία έχει; Ακούστε τα έργα, αν ακούτε ακόμα ενεργητικά το οτιδήποτε. Αυτό έχει μόνο αξία. Οι πεζές πληροφορίες πάντα βλάπτουν και γειώνουν την θεϊκή διάσταση των έργων τέχνης, ακόμα και των πιο ασήμαντων. Βοηθούν μόνο σε κάτι τηλεοπτικά αφιερώματα. Ο αληθινός χαρακτήρας των καλλιτεχνών είναι μόνο το έργο τους. 

-Αν μπορούσατε να γυρίσετε τον χρόνο πίσω υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε;  

Ναι, δεν θα τιμωρούσα τον σκύλο των εφηβικών μου χρόνων την ίδια την μέρα που πέθανε, όταν για να μου δείξει ότι έχει πρόβλημα υγείας έκανε ανήκουστες αταξίες που με ξάφνιασαν και με θύμωσαν. Ποτέ δεν ειχε ξανακάνει τόση αταξία και ποτέ δεν τον είχα τιμωρήσει. Δεν ήξερα ότι αυτή είναι η μέθοδος που ακολουθούν για να σου δείξουν ότι κάτι κακό τους συμβαίνει και τραβούν έτσι την προσοχή σου. Ήταν μιά βλακώδης και ρηχή αντιμετώπιση. Έπρεπε να έχω πιο ευαίσθητη φαντασία. Έχω πολλές τύψεις και πολλή αγάπη για αυτό το σκυλί. Κατά τα λοιπά η ζωή είναι σαν ένας λαβύρινθος. Τα αδιέξοδα είναι αυτά που σε οδηγούν μαθηματικά στην έξοδο εάν δεν επαναλαμβάνεις την ίδια διαδρομή. Δεν είναι όμως εύκολο αυτό! Τα λάθη μου τα αγάπησα, μα δεν τα επανέλαβα. Και κάποια στιγμή την έξοδο την βρήκα. Αρα καλώς. 

-Πώς φαντάζεστε τη τελευταία μέρα σας στη γη;  

Δεν έχω τέτοια σχέδια κατά νου. Ξέρετε κάτι;

-Τα όνειρά σας για το μέλλον;  

Το Μέλλον είναι το διαρκές παρόν. Παρελθόν είναι επίσης το διαρκές Παρόν. Παρελθόν και Μέλλον δεν υπάρχουν. Τα Όνειρα μου είναι όλα στο τώρα. 

-Ετοιμάζετε κάτι αυτή την περίοδο;  

Ηχογράφησα τον Μεγάλο Αιρετικό με τριάντα τραγούδια πάνω σε αιρετικά ποιήματα από την παγκόσμια λογοτεχνία. Είναι ένα σημαντικό έργο μου που συνθέτω και παρουσιάζω στην Στέγη εδώ και τρία χρόνια. Opus Magnus για την τραγουδιστική μου πλευρά. Το πρώτο μου Κοντσέρτο για Πιάνο ( έχω γράψει κι άλλο ένα) που ηχογραφήηκε με την ΚΟΑ, τον Τίτο Γουβέλη και μαέστρο τον Γιώργο Πέτρου και θα κυκλοφορήσει σε όλο τον κόσμο από γερμανική εταιρεία κλασικής μουσικής. Το ξαναανέβασμα του Μόμπυ Ντίκ, που κατέβηκε λόγω κορονοΪού μετά από μόλις εννέα -πολύ επιτυχημενες εμπορικά παραστάσεις- στό Παλλάς. Είναι μια, αν όχι ή πιο μεγάλη παραγωγή ελληνικού μούζικαλ όλων των εποχών. Ειχαμε ήδη κλείσει καμμιά εικοσαριά sold out όταν μας διέλυσε ο κορονοϊός. Καλοκαιρινές συναυλίες σε ιδιαίτερους τόπους της Ελλάδας με τον Κώστα Μακεδόνα, την Βερόνικα Δαβάκη, τον Γιώργο Φλωράκη και τον Πάνο Παπαϊωάννου. Σε αρκετές περιπτώσεις θα συνεργασθούμε με τον Κώστα Μακεδόνα.

-Τι συμβουλή θα δίνατε σε ένα νέο άνθρωπο για να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα;  

Να διατηρείς και να διορθώνεις διαρκώς την πορεία σου χωρίς να αλλοιώνεις τον τελικό σου στόχο, γιατί ο στόχος όσο τον πλησιάζεις και γίνεται απτός, αλλάζει σημαντικά και διαρκώς θέση. Είναι ένα φαινόμενο σαν fata morgana. Μπορεί να φτάσεις τελικά πολύ αλλού, εάν δεν επανεκτιμάς διαρκώς την πορεία σου. Είναι και η αρχή της Αβεβαιότητας αλλά και ο νόμος των οκτάβων του Ουσπένσκι. Παράλληλα να είσαι ακέραιος. Απέναντι στην αλήθεια τη δική σου, των ονείρων σου και μιάν αδιάφορη εως πολύ αντίξοη πραγματικότητα. Γιατί έχει σημασία να φτάσεις εσύ και όχι ένας άλλος στον πραγματικό στόχο σου. Τέλος προσοχή στις παρέες σου. Χωρίς τους σωστούς συντρόφους κανένας Οδυσσέας δεν γύρισε στην Ιθάκη. 

-Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν λέτε το όνομα Δημήτρης Παπαδημητρίου;

Όταν λέω το όνομα μου ασυναίσθητα ψάχνω να δω εάν πήρα ταυτότητα μαζί μου για να το αποδείξω. Γιατί, ποιος θα ήμουν αν δεν μπορούσα να το αποδείξω ανα πάσα στιγμή; Σημαντικό αποδεικτικό είναι και η πιστωτική κάρτα και μάλιστα περιέχει και μια ποσοτική μου αποτίμηση όσο και όλη την καμπύλη ευημερίας μου των τελευταίων δεκαετιών. Επίσης έχω και πολλούς πολλούς κωδικούς ασφαλείας που πρέπει να θυμάμαι για να αποδεικνύω στους μηχανισμούς ασφαλείας ότι είμαι εγώ! Κάρτες, κομπιούτερ και προγράμματα, τηλέφωνα, κλειδαριές, για να καλέσω ταξί, ακόμα και στις τουαλέτες σε μαγαζιά για να πας πρέπει να έχεις το pin. Όλα αυτά με καθορίζουν με ακρίβεια και με ασφάλεια, όσο φυσικά τα θυμάμαι και δεν τα μπλέκω. Μόλις τα μπλέξω -συμβαίνει πολύ συχνά- αναρωτιέμαι μήπως ξαφνικά είμαι ένας ξένος εισβολέας μέσα στα πιο μύχια μυστικά μου, ένας άλλος; Με λίγα λόγια αυτή η ερώτηση είναι σαν να με ρωτάει κάποιος ποιο είναι το pin με το οποίο αναγνωρίζει ο εαυτός μου τον εαυτό μου. Το ξέχασα το pin και περιμένω να μου στείλουν νέο στο mail μου. Αλλά και στο mail μου κάτι σκάλιζα μάλλον και χρειάζομαι άλλο pin, το περιμένω με sms. Αλλά πρέπει να θυμηθώ το id του τηλεφώνου μου, αλλιώς ελπίζω να μου στείλουν άλλο, αλλά πού να τους πω;

-Κύριε Παπαδημητρίου σας ευχαριστώ πολύ για την επικοινωνία μας.

Και εγώ σας ευχαριστώ.

Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο

Χρήστος Ηλιόπουλος (στιχουργός)

Αποτυχημένος φοιτητής Κοινωνικής Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποτυχημένος φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός και αρθρογράφος. Συλλέκτης βινυλίων, κόμικς και βιβλίων. Λάτρης της ινδικής κουζίνας και του κόκκινου κρασιού. Με το γράψιμο έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Όταν γράφω θέλω η σκέψη που ξεκινάει από εμένα να ολοκληρώνεται από τον αναγνώστη...

Newsletter

Ευχαριστούμε για την εγγραφή σας στο Newsletter! Κάθε βδομάδα θα διαβάζετε τα καλύτερα άρθρα στο email σας!

Παρουσιάστηκε σφάλμα. Δοκιμάστε ξανά!

Your e-articles will use the information you provide on this form to be in touch with you and to provide updates and marketing.