Η ψυχολογία των κατά συρροήν δολοφόνων

Κατά συρροήν δολοφόνος (serial killer) ονομάζεται ο εγκληματίας που έχει τελέσει τρεις ή περισσότερες ανθρωποκτονίες με πρόθεση, σε ξεχωριστούς τόπους τέλεσης και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με μια περίοδο συναισθηματικής αποφόρτισης. Αυτό σημαίνει ότι μεσολαβεί ένα χρονικό διάστημα απραξίας μεταξύ των ανθρωποκτονιών που μπορεί να εκτείνεται από μερικές ώρες έως και χρόνια. Τα δυο τελευταία κριτήρια είναι αυτά που ξεχωρίζουν τον κατά συρροήν δολοφόνο από τον ανθρωποκτόνο πολλαπλών δολοφονιών, αφού ο τελευταίος μπορεί να σκοτώσει πολλά άτομα στο ίδιο μέρος και την ίδια χρονική στιγμή.

Ο ορισμός με την πάροδο του χρόνου αναθεωρήθηκε για να συμπεριληφθεί το κριτήριο ότι συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, δρα μόνος του με ένα ιδιάζον κίνητρο που έχει μοναδικά χαρακτηριστικά, τα οποία άπτονται της προσωπικότητάς του. Σύμφωνα με τους Ronald & Steven Holms ο δράστης θα εξακολουθεί να φονεύει μέχρι να συλληφθεί. Κατά κανόνα δεν υπάρχει κάποια διαπροσωπική σχέση με το θύμα και το κίνητρό του είναι μόνο να σκοτώσει, δηλαδή δεν υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος (π.χ. ερωτικό πάθος ή ψυχική ορμή). Αυτό σημαίνει ότι τα θύματα δεν φαίνεται να συμβάλλουν με κάποιον τρόπο στη θυματοποίησή τους.

Επιδημιολογικά στοιχεία:

Η πλειοψηφία των κατά συρροήν δολοφόνων παγκοσμίως είναι άντρες με την αναλογία της εγκληματικότητας μεταξύ των δύο φύλων σε γενικό πλαίσιο να είναι 9 προς 1.  

Οι κατά συρροήν δολοφόνοι επιλέγουν συνήθως θύματα τα οποία είναι περισσότερο ευάλωτα ή κοινωνικά ανυπόληπτα και των οποίων η εξαφάνιση δε θα γίνει άμεσα αντιληπτή. Έτσι, τέτοιου είδους θύματα είναι οι ελεύθερες γυναίκες, οι ιερόδουλες ή οι παραβατικοί έφηβοι.

Ως προς τον τρόπο δολοφονίας οι περισσότεροι επιλέγουν τον στραγγαλισμό, το μαχαίρωμα ή το χτύπημα,  καθώς έτσι αισθάνονται πως έχουν περισσότερο έλεγχο πάνω στο θύμα και η ίδια η πράξη προσφέρει περισσότερη προσωπική ικανοποίηση.

Είδη κατά συρροήν δολοφόνων:

Οι εγκληματολόγοι Ronald Holms & James DeBurger κατηγοριοποίησαν τους δολοφόνους σε τέσσερις τύπους ανάλογα με τα κίνητρά τους.

Ο οραματικός (visionary): ο δράστης σκοτώνει υπακούοντας σε οράματα ή φωνές που τον καλούν να εκτελέσει τις ανθρωποκτονίες. Συνήθως οι ακουστικές και οπτικές ψευδαισθήσεις έχουν σχέση με τη θρησκεία, καθώς εμφανίζονται με τη μορφή του θεού, των αγγέλων ή των δαιμόνων. Στην πλειοψηφία τους πρόκειται για ανθρώπους με σοβαρή ψυχωσική διαταραχή που είναι αποκομμένοι από την πραγματικότητα και καθοδηγούνται από τις οπτικές και ακουστικές ψευδαισθήσεις τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του David Richard Berkowitz, γνωστός ως «Ο γιος του Σαμ» και ως «Ο δολοφόνος με το 44αρι».

Ο ιεραπόστολος (missionary): ο δράστης θεωρεί πως είναι προορισμένος να φέρει εις πέρας κάποια αποστολή. Η αποστολή αυτή δεν είναι αποτέλεσμα των ψυχωσικών διαταραχών, αλλά του τρόπου ανατροφής και του περιβάλλοντός του. Επηρεασμένος από την υποκειμενική του κρίση και από προσωπικά βιώματα που προσπαθεί να εκλογικεύσει, θεωρεί ότι θα κάνει μεγάλο καλό στην ανθρωπότητα εξαφανίζοντας κάποια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων (π.χ. πόρνες, ναρκομανείς, ομοφυλόφιλους). Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Robert Pickton.

Ο επικυρίαρχος (power – control): ο δράστης σκοτώνει γιατί αντλεί ευχαρίστηση από την εξουσία ζωής και θανάτου που έχει απέναντι στο θύμα του. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Theodore Bundy, ο οποίος είχε αναφέρει: «Ήθελα να εξουσιάζω τη ζωή και τον θάνατο, να τους κατέχω, όπως κάποιος κατέχει μια γλάστρα, έναν πίνακα ζωγραφικής».

Ο ηδονιστής (hedonistic): ο δράστης αντλεί ηδονή και ευχαρίστηση μόνο και μόνο από την τέλεση των ανθρωποκτονιών, από την πράξη του φόνου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Andrei Chikatilo, γνωστός και ως «Ο Χασάπης του Ροστόφ» ή «Ο Κόκκινος Αντεροβγάλτης».

Υποκατηγορίες του ηδονιστή είναι ο «εκ λαγνείας δολοφόνος» (lust serial killer) ο οποίος απολαμβάνει σεξουαλική ικανοποίηση από την πράξη. Θα επιλέξει το θύμα του βάσει των σεξουαλικών του προτιμήσεων, συνήθως προηγείται ή έπεται βιασμός και τέλος, μπορεί να τελέσει μια σειρά ενεργειών στο σώμα του θύματος που σχετίζονται με το σεξ (π.χ. διαμελισμός του πτώματος, κανιβαλισμός).

Ο δολοφόνος που «έλκεται από την ηδονή της αγωνίας» (thrill serial killer) επιδιώκει παρατεταμένη σεξουαλική ικανοποίηση την οποία λαμβάνει από την παράταση των βασανιστηρίων του θύματος. Ο φόβος και ο πόνος τρέφουν την ηδονή του, η οποία σταματά μόλις επέλθει ο θάνατος του θύματος.

Τέλος, στην κατηγορία του ηδονιστή συγκαταλέγεται και ο δολοφόνος που σκοτώνει για να αποκτήσει υλικά οφέλη (comfort serial killer), συνήθως χρήματα με τον θάνατο του θύματος.

Έλληνες κατά συρροήν δολοφόνοι:

Στην Ελλάδα ο πρώτος κατά συρροήν δολοφόνος ήταν ο Αντώνης Δαγκλής (δεκαετία του 1990), ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως «Ο δολοφόνος ιερόδουλων». Καταδικάστηκε για τις δολοφονίες και τον τεμαχισμό τριών γυναικών. Κατά τη διάρκεια της δίκης του είχε πει στο δικαστήριο: «Μισούσα όλες τις ιερόδουλες και συνεχίζω να τις μισώ. Πήγαινα να τις δω για σεξ, αλλά ξαφνικά άλλες εικόνες έρχονταν στο μυαλό μου. Άκουγα φωνές οι οποίες με διέταζαν να σκοτώσω».

Άλλη μια υπόθεση που σόκαρε το πανελλήνιο ήταν ο Θεόφιλος Σεχίδης (1996), γνωστός ως «ο Έλληνας Χάνιμπαλ», ο οποίος σκότωσε τον θείο, τον πατέρα, την μητέρα, την αδελφή και την γιαγιά του. Στην ομολογία του δήλωσε: «Ήταν άρρωστοι και ήθελα να τους λυτρώσω». Και αργότερα πρόσθεσε: «Ήθελαν να με βγάλουν από τη μέση και πρόλαβα να τους σκοτώσω πρώτος. Υπήρχε συνωμοσία εις βάρος μου. Βρισκόμουν σε άμυνα. Μου έκαναν ψυχολογικό πόλεμο, επειδή ήξερα ότι ήμουν παιδί άλλης μητέρας και δεν μου έλεγαν την αλήθεια».   

Τέλος, η υπόθεση του Κυριάκου Παπαχρόνη (1981), γνωστός ως «Ο Δράκος της Δράμας» συνδέεται με σεξουαλικά κίνητρα. Είχε πει χαρακτηριστικά: «Θόλωνε το μυαλό μου. Ήθελα να χτυπήσω. Έφτανα στο μεγαλείο». Μάλιστα, είχε αποκαλυφθεί το φετίχ του δράστη, καθώς ερεθιζόταν από τον ήχο των γυναικείων τακουνιών.  

https://www.pexels.com/photo/silhouette-of-a-man-in-window-143580/

Ψυχολογική ανάλυση / Κοινά χαρακτηριστικά:

Αν ανατρέξουμε στην βιογραφία των περισσότερων κατά συρροήν δολοφόνων και αναλύσουμε την προσωπικότητά τους, θα διαπιστώσουμε ότι, παρόλο που είναι διαφορετικοί, μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά.

Το πιο ουσιαστικό χαρακτηριστικό είναι η ομοιότητά τους με τον άνθρωπο της «διπλανής πόρτας». Επιδιώκουν και καταφέρνουν να μοιάζουν με τον συνηθισμένο μέσο άνθρωπο. Με το να συμπεριφέρονται φυσιολογικά εξαφανίζουν τις συμπεριφορές εκείνες που θα μπορούσαν να εγείρουν υποψίες.

Ένα αρκετά μεγάλο μέρος των κατά συρροήν δολοφόνων έχει εξωτερικεύσει με κάποιον τρόπο από πολύ μικρή ηλικία τις φαντασιώσεις θανάτου και βίας. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι διαθέτουν ένα μικρό εγκληματικό ιστορικό. Μερικές ενδείξεις είναι οι σκέψεις ή και πράξεις σχετικές με τον βασανισμό ή την θανάτωση μικρών ζώων, η εμμονή με τη φωτιά ή η συμμετοχή σε μικρο-εμπρησμούς, ενώ άλλο ένα σύμπτωμα είναι οι χρόνιες ονειρώξεις.

Μέσα από την ιστορία των παιδικών τους χρόνων, πολλοί έχουν αποτυπωμένα και ανεπεξέργαστα παιδικά τραύματα, όπως το να έχουν βιώσει ή να έχουν γίνει μάρτυρες σε σωματική, ψυχική, σεξουαλική ή λεκτική κακοποίηση. Άλλοι έχουν ανατραφεί σε δύσκολα οικογενειακά περιβάλλοντα όπου υπήρξε παραμέληση ή εγκατάλειψη από τους γονείς ή υιοθεσία, που τελικά δεν αναπτύχθηκε συναισθηματικός δεσμός, ενώ άλλοι έχουν μεγαλώσει με ιδιαίτερα αυταρχικούς και βάναυσους γονείς. Ο ψυχολόγος Joel Norris αναφέρει το εξής: «Γονείς που κακοποιούν τα παιδιά τους τα εμποτίζουν με μια ενστικτώδη ανάγκη καταφυγής στη βία».

Πολύ συχνά το μίσος εναντίον των γυναικών που οδηγεί σε δολοφονία προέρχεται από την προβληματική σχέση και την έλλειψη δεσμού με την μητέρα. Συχνά πρόκειται για μια μητέρα κυριαρχική, ελεγκτική, υπερπροστατευτική ή κακοποιητική σωματικά και συναισθηματικά, που δεν επιτρέπει στο παιδί της να αυτονομηθεί. Ο μη εκδηλωμένος θυμός οδηγεί σε επιθετικότητα η οποία, επειδή δεν μπορεί τελικά να εκφραστεί στη μητέρα, μετατίθεται στο γυναικείο φύλο γενικότερα.

Τέλος, είναι πολύ κοινή η ανάγκη για την απόκτηση εξουσίας εις βάρος των άλλων, η οποία κατά κύριο λόγο επιτυγχάνεται μέσω της σεξουαλικής κυριαρχίας, της ταπείνωσης και του μέχρι θανάτου βασανισμού. Πολύ συχνή είναι η συμπεριφορά των δραστών να διατηρούν τρόπαια από τις σκηνές των εγκλημάτων ή από τα ίδια τους τα θύματα, ώστε να αναβιώνουν ξανά την ευχαρίστηση του φόνου. Αυτό κατ’ επέκταση πυροδοτεί και τους μελλοντικούς φόνους.

Έτσι διαπιστώνεται ότι οι περισσότεροι κατά συρροήν δολοφόνοι διαθέτουν παρόμοια συναισθηματικά ζητήματα. Η νηπιακή και η παιδική ηλικία, αλλά και η σχέση με τη μητέρα αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες που ερμηνεύουν την εγκληματική τους συμπεριφορά.

Παιδιά που δεν έχουν λάβει επαρκή προσοχή, σωματική επαφή (αγκαλιές και φιλιά) και συναισθηματική φροντίδα δεν έχουν αναπτύξει τα συναισθήματα της στοργής, της αγάπης και της μεταμέλειας, βασικά συστατικά για την διαμόρφωση μιας υγιούς προσωπικότητας. Μεγαλώνοντας, πολύ συχνά οι κατά συρροήν δολοφόνοι είναι έφηβοι απομονωμένοι, με μαθησιακά ή διατροφικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να γίνονται θύματα εκφοβισμού. Εξαιτίας της συναισθηματικής πίεσης καλλιεργούν σιγά-σιγά μυστικές επιθετικές φαντασιώσεις.

Η ψυχολογία των κατά συρροήν δολοφόνων κεντρίζει το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών, αν και δεν υπάρχει σαφής θεωρία που να εξηγεί την αιτία πίσω από τις πράξεις τους και να προβλέπει μελλοντικές συμπεριφορές. Ακόμη, εξακολουθούν να υπάρχουν δυσκολίες στον τρόπο που θα πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των εγκληματιών και θα αντληθούν πληροφορίες.

Δικτυογραφία:

Επιμέλεια άρθρου: Ευγενία Κελαράκου

Απόφοιτη Ψυχολογίας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Eιδικευόμενη Ψυχοθεραπεύτρια Συστημικής/Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας. Πιστεύω η ψυχολογία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας και η ύπαρξη της ψυχικής μας ευημερίας και γαλήνης δημιουργούν τις συνθήκες για μια πιο ευτυχισμένη και παραγωγική ζωή. Μόττο μου: «Ας δείξουμε εμπιστοσύνη στη ζωή και στο ένστικτό μας. Ξέρουν να μας καθοδηγούν». (nikolidakiel.psy@gmail.com)