Διήγημα: «ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ» από την Φανή Μπότσαρη

Η Μάρθα σε κάτι τέτοιες στιγμές, που ένιωθε τόσο μα τόσο αδύναμη, καθισμένη στα σκαλιά του σπιτιού της, έκλεινε τα μάτια και νοερά ταξίδευε στο πατρικό της σπίτι στο νησί.

Να τη στο δωμάτιό της να διαβάζει και να έχει μυρωδιές από το φαγητό που ετοίμαζε η μητέρα της στη κουζίνα. Πόσο ασφάλεια την έκανε να αισθάνεται αυτή η θύμηση. Για λίγο ένιωθε πάλι δυνατή, όπως ήταν στην πραγματικότητα πριν από όλα αυτά.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια της πήρε πάλι μια βαθιά αναπνοή και τα ξαναέκλεισε για να βρεθεί πάλι εκεί που ήθελε να είναι. Την έβλεπε ευτυχισμένη κι ανέμελη, παιδί να παίζει στην ακρογιαλιά με τα άλλα παιδάκια, την έβλεπε να αρμενίζει στη θάλασσα με τη βάρκα του πατέρα της όταν την έπαιρνε μαζί του για ψάρεμα. Όλα τόσο ζωντανά στο μυαλό της, που ήταν σα να μύριζε το θαλασσινό αεράκι. Τι ανακούφιση!!!

Ο πόνος όμως από τις μελανιές  και τα χτυπήματα την έκαναν γρήγορα να γυρνάει στην πραγματικότητα και πάντα έλεγε «ποτέ ξανά». Ένα «ξανά» που επαναλαμβανόταν συνέχεια τα δυο τελευταία χρόνια. Μια «φυλακή» που είχε χρεώσει στον εαυτό της δίχως λόγο. Ναι φυλακή ήταν το σπίτι που ζούσε τώρα και συναισθηματικά ήταν κρατουμένη σε όλη αυτή την βάναυση, τυραννική, απίστευτα χειριστική, γεμάτη πόνο κατάσταση. Τι έφταιγε αλήθεια όμως το σπίτι που ζούσε!! Εκείνος ήταν η αιτία για όλα. Ή μάλλον εκείνη, που κατά τα λεγόμενά του είχε ευθύνη για την βίαιη συμπεριφορά του. Κι έτσι κάθε φορά με ένα «συγγνώμη» που της έλεγε εκείνη τα έσβηνε όλα και μετά από λίγο καιρό η ιστορία επαναλαμβανόταν με τη μόνη διαφορά πως τα ξεσπάσματά του ήταν πιο απειλητικά για τη ζωή της. Αλήθεια που έφταιξε εκείνη; Γιατί της μετέθετε το βίαιο ξέσπασμα του χαρακτήρα του; Αυτή, μόνο αγάπη του έδινε και αυτός μόνο πληγές.

Ποτέ ξανά!!!

Αυτή τη φορά έπρεπε να βρει τη δύναμη να τον εγκαταλείψει, να φύγει, να δραπετεύσει από όλα τα άσχημα. Να ξεπεράσει τον φόβο της. Δεν ήταν καθόλου εύκολο, αλλά ήταν αποφασισμένη να το κάνει γιατί τώρα ήταν αλλιώς. Όλα πια ήταν αλλιώς. Είχε τη δύναμη μέσα της που μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Έπρεπε να ζήσει μια ζωή καλύτερη, το άξιζε.

Ξαναέκλεισε τα μάτια της, πήρε πάλι μια βαθειά ανάσα και σα να της ήρθε πάλι η μυρωδιά από τη θάλασσα του νησιού της…. μυρωδιά ελευθερίας!!!
Σηκώθηκε σιγά-σιγά, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της, μάζεψε τα πράγματά της και φεύγοντας κοίταξε για λίγο πίσω της.

Έμεινε για δευτερόλεπτα να κοιτάει… μία ματιά στη ζωή που άφηνε και μία ματιά στις μελανιές από τα χτυπήματά του, που είχε πάνω στο κορμί της. Αυτά τα σημάδια με τον καιρό θα φεύγανε, οι πληγές όμως στη ψυχή της πάντα θα υπήρχαν. Έπρεπε να τις επουλώσει, να τις γιατρέψει. Θα πήγαινε στο πατρικό της κι ήταν σίγουρη πως με τον καιρό θα συναντούσε το μικρό ευτυχισμένο κορίτσι που ήταν κάποτε.
Ναι τώρα πια είχε τη δύναμη να το κάνει. Τώρα πια δεν ήταν μόνη της.

Κλείδωσε την πόρτα πίσω της, χάιδεψε τη κοιλιά της τρυφερά, χαμογέλασε και είπε αποφασισμένη:
-Τι λες πάμε;

Από την Μπότσαρη Φανή

Επιλεγμένα άρθρα από ειδικούς στο είδος τους!

Newsletter

Ευχαριστούμε για την εγγραφή σας στο Newsletter! Κάθε βδομάδα θα διαβάζετε τα καλύτερα άρθρα στο email σας!

Παρουσιάστηκε σφάλμα. Δοκιμάστε ξανά!

Your e-articles will use the information you provide on this form to be in touch with you and to provide updates and marketing.