Συνέντευξη με τον Οδυσσέα Ιωάννου: «Εδώ και δεκαετίες η πλειονότητα της κεντρικής εξουσίας παρευρίσκεται δίπλα στους καλλιτέχνες αυτής της χώρας μόνο στις κηδείες τους»

Πρόκειται για έναν από τους πιο σπουδαίους Έλληνες στιχουργούς. Δημιουργός με λόγια που όταν πάρουν φωτιά ομορφαίνουν ακόμα πιο πολύ. Καλλιτέχνης με έντονα προσωπικό ύφος και με κοινωνικό πρόσημο. Καταξιωμένος ραδιοφωνικός παραγωγός με πολυετή θητεία στα ερτζιανά και συγγραφέας. Τον απολαμβάνουμε κάθε σαββατοκύριακο στον αέρα του Αθήνα 9.84 από τις τέσσερις ως τις έξι το απόγευμα στην εκπομπή ο Sido ονειρεύεται. Σήμερα, φιλοξενώ στο Your e-articles τον Οδυσσέα Ιωάννου.

-Τι αναμνήσεις καθόρισαν τα παιδικά σας χρόνια;

Δρόμοι στο κέντρο της Αθήνας, στα Πατήσια, ανάμεσα σε Πατησίων και Αχαρνών, πολύ οδός Φυλής με όλα τα «καλούδια» της, παίζαμε μικρά παιδιά έξω από τους οίκους ανοχής που ήταν μέρος της γειτονιάς μας. Θάλασσα, όλα τα καλοκαίρια σε μια παραλία του Κορινθιακού κόλπου που μας άφηναν σε συγγενείς οι γονείς μας με τον αδερφό μου για να κάνουμε μπάνια μαζί με τα ξαδέρφια μας. Έπαιζα ποδόσφαιρο, διάβαζα, άκουγα τραγούδια που μου άρεσαν, κανονικά πράγματα.

-Ποια είναι η πρώτη φορά που ήρθατε σε επαφή με το γράψιμο;

Κάπου στα πρώτα χρόνια του Γυμνασίου. Πεζά κείμενα εφηβικής μελαγχολίας, αυτής την ωραίας πολυτέλειας της νεότητας και κάποια κείμενα για σχολικές εφημερίδες.

-Πώς νιώθατε όταν γράφατε τους πρώτους σας στίχους;

Δεδομένου πως δεν το επεδίωξα ούτε ήταν κανένας καημός μου, έγινε μετά από προτροπή του Διονύση Τσακνή. Το είδα ως ενα ενδιαφέρον παιχνίδι το οποίο μάλιστα θεώρησα πως δεν θα είχε κάποια συνέχεια.

-Νιώθετε και σήμερα το ίδιο πράγμα;

Όχι, είναι αλλιώς πια. Έχει προστεθεί η ευθύνη του Δημόσιου Λόγου. Το κάνω πλέον επαγγελματικά και παρά την δουλειά και την σοβαρότητα που απαιτεί προσπαθώ όσο μπορώ να μην χάνω και την χαρά του γραψίματος, το fun.

-Γράφετε εν θερμώ ή αφήνετε τα συναισθήματα να καταλαγιάσουν πρώτα και καταπιάνεστε μετά;

Σχεδόν πάντα εν ψυχρώ. Έχει πολλούς κινδύνους το εν θερμώ. Πίσω από έναν ψευδεπίγραφο παρορμητισμό μπορεί να γίνεις άδικος και άστοχος. Να υποπέσεις στο λάθος της δημοσιογραφικής καταγραφής, μιας απλής περιγραφής γεγονότων και αισθημάτων. Μάλλον όμως ο πιο σοβαρός λόγος είναι πως ό,τι περνάω το περνάω έντονα και συνήθως παραλύω –είτε από χαρά είτε από λύπη- και ούτε μπορώ αλλά ούτε και θέλω να πιάσω μολύβι να γράψω κάτι.

-Πρώτα έρχεται ο στίχος ή προτιμάτε να πατάτε πάνω σε μουσικούς δρόμους;

Ο στίχος. Δεν έχω ιδέα πώς θα μελοποιηθεί, δεν είναι δική μου δουλειά αυτό. Όταν εμπιστεύεσαι το ένστικτο και την έμπνευση των συνεργατών σου αφήνεσαι στην δική τους στιγμή.

-Τα ακούσματα που σας διαμόρφωσαν;

Ελληνικό τραγούδι από το Δεύτερο Πρόγραμμα του κρατικού ραδιοφώνου και αρκετή rock μουσική. Άκουγα ταυτόχρονα Αλεξίου και Pink Floyd. Kαλδάρα και Λοΐζο. Μίκη και Μικρούτσικο με Rolling Stones. Kαι πολλούς άλλους συνδιασμούς που όπως τώρα έτσι και τότε μου φαίνονταν απόλυτα φυσιολογικοί. Οι αγάπες μας ομογενοποιούται μέσα μας.

-Οι καλλιτέχνες που άσκησαν επιρροή στο μουσικό σας έργο;

Ευτυχώς είναι δεκάδες οι καλλιτέχνες που αγάπησα. Όλους τους ρεμπέτες και τους μεγάλους λαϊκούς της δεκαετίας του ’60. Τον Καλδάρα, τον Πάνου, τον Ζαμπέτα. Την μεγάλη και φωτισμένη φουρνιά του εντέχνου. Τον Μίκη, τον Χατζιδάκι, τον Ξαρχάκο, τον Μαρκόπουλο και τον Λοΐζο. Αναστατώθηκα με τον Μικρούτσικο, τον Σαββόπουλο, τον Σιδηρόπουλο, τις λατρεμένες μου Αλεξίου και Μοσχολιού, τον Μπιθικώτση και τον Νταλάρα. Τους μεγάλους μάστορες του στίχου, τους λαϊκούς, τον Ελευθερίου, τον Αλκαίο… Είναι ακόμη πιο μακρύς ο κατάλογος. Σου ανέφερα ορισμένες από τις μεγάλες μου αγάπες. Δεν ξέρω αν και που υπάρχει η επιρροή τους σε όσα έχω γράψει (θα υπάρχει αλλά είμαι ο τελευταίος που θα την διακρίνω) όμως όλοι με έσπρωξαν και με κινητοποίησαν να προσπαθήσω να φτιάξω κάτι δικό μου επειδή ήρθα σε επαφή με την δική τους ομορφιά.

-Πότε γράφεται ένα μεγάλο τραγούδι;

Ποιός ξέρει! Αν ήμουν ο Κοέλιο θα σας έλεγα όταν συνωμοτεί το σύμπαν. Πάντως ταλέντο και συγκυρία θα πρέπει σίγουρα να συμπέσουν.

-Τι είναι η έμπνευση;

Η έμπνευση σε βρίσκει την ώρα που δουλεύεις. Θεωρώ την δουλειά πολύ σημαντική, είναι περισσότερο από το 80%. Το υπόλοιπο είναι το ταλέντο και η έμπνευση που παρά το μικρό ποσοστό τους όμως είναι αυτά που θα δώσουν ζωή και θα μετατρέψουν σε καλλιτεχνικό έργο μια πολύ καλή κατασκευή.

-Ποιο είναι το πιο αντιπροσωπευτικό σας τραγούδι;

Δεν ξέρω τι εννοείς αντιπροσωπευτικό. Θα έλεγα όμως πως αγαπώ τα πλέον αυτοβιογραφικά μου – παρά το γεγονός πως δεν συνηθίζω να αυτοβιογραφούμαι στα τραγούδια μου, δεν το θεωρώ καλλιτεχνική αρετή- το Σκληρό Γαλάζιο, το Ποτάμι, το Στα είπα όλα, τα Παιδιά και το Οι δικοί μου άνθρωποι.

-Η πιο αντιπροσωπευτική σας συνεργασία;

Δεν θα μπορούσε να μην με έχει σημαδέψει για πάντα η συνεργασία μου με τον Θάνο Μικρούτσικο και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου το 1999 όταν ηχογραφήσαμε το Θάλασσα στη σκάλα. Ο πρώτος μου ολόκληρος δίσκος, με δύο θηρία και λατρεμένους μου καλλιτέχνες που παρά το πολύ νεαρό της ηλικίας μου, μου φέρθηκαν απόλυτα ισότιμα και περάσαμε κάποιους μήνες μαζί στο studio και αργότερα στα live που δεν πρόκειται να τους ξεχάσω ποτέ.

-Είχατε μια εκτενή συνεργασία και μια στενή σχέση με τον Θάνο Μικρούτσικο. Γράψατε και τη βιογραφία του. Πώς βιώνετε την απώλειά του σχεδόν ένα χρόνο μετά τον θάνατό του;

Πολύ δύσκολα και πολύ παράξενα. Ο Θάνος έφυγε πια αλλά έχω βρει διάφορα τρικ και τον ξαναφέρνω. Μιλάμε ακόμη.

-Υπάρχει κάποιο περιστατικό μεταξύ σας που θα το φυλάτε για πάντα στην καρδιά σας;

Ήταν πολύ έντονη σχέση ζωής. Είχε ξεφύγει πολύ από την απλά επαγγελματική συνεργασία, ήμασταν οικογένεια. Η Μαρία, η γυναίκα του, βάφτισε την μεγάλη μου κόρη. Περνούσαμε μαζί όλες τις γιορτές αλλά και όλα τα ζόρια. Ήταν κάτι μεταξύ δεύτερου πατέρα μου και μεγάλου μου αδερφού. Δεν θέλω να επιλέξω μόνο μια στιγμή. Απλά θα ήθελα να μην θυμάμαι τους τελευταίους δύο μήνες.

-Είστε επίσης δημοσιογράφος. Αρθογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός. Τι εσωτερικές ανάγκες καλύπτουν αυτές οι ιδιότητες;

Όλα είναι κώδικες έκφρασης. Ο καθένας με διαφορετιά χαρακτηριστικά και απαιτήσεις. Κάθε φορά ανάλογα με τα δικά μου φεγγάρια είτε λόγω επαγγελματικών αναγκών βιοπορισμού, το ένα παίρνει κεφάλι από το άλλο. Είναι φορές που αισθάνομαι αποκλειστικά στιχουργός, κάποιες άλλες μόνο κειμενογράφος και παλαιότερα μόνο ραδιοφωνικός παραγωγός. Με έχει βοηθήσει πολύ αυτό στο να μην φορτώσω –όχι πως το έχω αποφύγει- τα τραγούδια μου με όλα τα συγγραφικά μου «μεράκια» με σύνθετες σκέψεις που υπονομεύουν την ανάγκη που έχει το τραγούδι για απλότητα, αμεσότητα και οικειότητα.

-Η δημοσιογραφία είναι άλλος κόσμος από τη στιχουργία; Υπάρχουν κοινά σημεία;

Εντελώς διαφορετικά. Και όταν τα μπερδέψεις το αποτελέσμα είναι μπάσταρδο. Ο δημοσιογράφος θα καταγράψει, θα περιγράψει, θα αναλύσει, θα γίνει ένα φίλτρο αλήθειας και ρεαλισμού. Η τέχνη ευτυχώς σου δίνει πολλά εργαλεία να ξεφύγεις από αυτόν τον ωμό ρεαλισμό και να μην πρέπει και να δώσεις λόγο γιατί το κάνεις. Ας πούμε πως η δημοσιογραφία ορίζεται επάνω σε ένα δισδιάστατο τοπίο, σε μία ευθεία γραμμή που όλα τα σημεία πρέπει να ενώνονται μεταξύ τους με εξηγήσιμους και αποδείξιμους κανόνες. Η τέχνη κινείται πάνω σε ένα τρισδιάστατο πεδίο. Δεν έχει ευθείες γραμμές, τα σημεία είναι σε ακανόνιστη θέση στο χώρο και εσύ τα βάζεις σε μια σειρά με ένα απόλυτα δικό σου τρόπο.

-Υπήρξατε στον Μελωδία 99,2 για σχεδόν 20 χρόνια. Όμορφα χρόνια;

Όχι όλα. Τα τελευταία τρία-τέσσερα ήταν δύσκολα. Ξεκινούσε η οικονομική κρίση, ήμουν διευθυντής. Έπρεπε από την μία να πάρω επώδυνες αποφάσεις για να κρατηθεί ο σταθμός και όσες περισσότερες θέσεις εργασίας και από την άλλη να κρατήσω ζωντανή την ψυχή και τον χαρακτήρα του σε εποχές που το ραδιόφωνο play list άρχισε να κερδίζει την μάχη. Το ραδιόφωνο που αγαπούσαμε πέθαινε και δεν ήξερα –ούτε και τώρα θα ήξερα- τι θα μπορούσαμε να κάνουμε για να το κρατήσουμε όπως ξεκίνησε, με όλα τα γνωρίσματα του παλιού ραδιοφώνου που μας είχε όλους μαγέψει μικρούς και μας έσπρωξε να κάνουμε αυτήν την δουλειά.

-Γίνατε και διευθυντής του σταθμού για μια δεκαετία. Ήταν ρίσκο για εσάς;

Μου είχε προταθεί από το 1998 δύο χρόνια πριν αναλάβω τελικά. Κάποια στιγμή ο ιδιοκτήτης του σταθμού έθεσε τελεσίγραφο «ή αναλαμβάνει ο Οδυσσέας ή σας φέρνω κάποιον διευθυντή απ΄έξω». Με πίεση αρκετών παιδιών από τον σταθμό που ανησύχησαν -όπως και εγώ- στην ιδέα να έρθει κάποιος απ΄έξω, δέχτηκα το 2000. Κέρδισα πράγματα αλλά θεωρώ πως έχασα περισσότερα.

-Τώρα βρίσκεστε στον Αθήνα 9.84 κάθε Σαββατοκύριακο. Νιώθετε το ίδιο όταν βρίσκεστε πίσω από το μικρόφωνο;

Είναι πολύ διαφορετικά πια. Είμαι εντελώς απελευθερωμένος, έχει μεσολαβήσει μια δεκαετής διαδρομή μου τόσο στο τραγούδι όσο και στο θέατρο και δεν έχω πια άγχος και πίεση όταν κάνω εκπομπή. Είμαι και ο ίδιος διαφορετικός σε αρκετά πράγματα και αυτό νομίζω πως φαίνεται στο στήσιμο των εκπομπων μου.

-Το 2014 γράψατε το θεατρικό κείμενο της μουσικοθεατρικής παράστασης 9:05 που σκηνοθέτησε ο Παντελής Βούλγαρης. Πώς προέκυψε αυτή η δημιουργική κατάθεση και τι αποκομίσατε;

Ήταν μια ιδέα του Βασίλη, το σκεφτόταν αρκετό καιρό. Στην πορεία σκεφτήκαμε τον Παντελή Βούλγαρη που αγαπούσαμε και θαυμάζαμε και οι δύο, παρά το γεγονός πως δεν συνήθιζε τις σκηνοθεσίες για θέατρο. Έτσι μαζευτήκαμε τρεις άνθρωποι δίχως καμία θεατρική εμπειρία και νομίζω πως φτιάξαμε κάτι ιδαίτερα συναισθηματικό. Ήταν από τις πιο όμορφες εμπειρίες της ζωής μου. Κάναμε 270 παραστάσεις και για τρία χρόνια -πέρα από τα θέατρα Διάνα και Καρέζη στην Αθήνα- γυρίσαμε δύο φορές -χειμώνα καλοκαίρι- όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Αποκορύφωμα βέβαια ήταν η παράστασή μας στο Ηρώδειο.

-Η συνεργασία σας με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου σε κάτι τελείως καινοτόμο;

Με τον Βασίλη συνεργαζόμαστε είκοσι πέντε χρόνια. Έχουμε κοινούς κώδικες πια και μια σχέση που δεν έχει κανέναν κόμπο. Είναι ιδιαίτερα τολμηρός και όταν εμείς ζοριζόμασταν ή θεωρούσαμε πως κάποια πράγματα δεν γίνεται να τα κάνουμε, εκείνος έδινε την ώθηση και τελικά γίνονταν όλα.

-Φέτος επανήλθατε με την Κοινή Ησυχία. Εκεί είναι διαφορετική συνθήκη;

Το διαφορετικό είναι πως μιλάμε πια για ένα θεατρικό έργο και όχι για έναν δικό μου μονόλογο, όπως ήταν το 9:05. Προστέθηκαν δύο ηθοποιοί, η Σοφία Πανάγου και ο Μιχάλης Τιτόπουλος και παρακολουθούμε μία ιστορία που εξελίσσεται μέσα σε ένα μόνο βράδυ. Στο 9:05 λέγαμε πως η πραγματικότητα έχει το μισό δίκιο. Αυτή η παράσταση μιλάει για το άλλο μισό. Βέβαια όλα αυτά διανθισμένα με τριάντα σπουδαία τραγούδια από τον Βασίλη, ο οποίος έτσι κι αλλιώς είναι ο βασικός άξονας της παράστασης. Τεράστια η συμβολή της Ελένης Ράντου που υπογράφει την πρώτη της σκηνοθεσία, η οποία πήρε ένα κείμενο και το έκανε θέατρο. Είναι πολύς ο δρόμος, τώρα το μαθαίνω κι εγώ.

-Πώς αντιλαμβάνεστε τη σημερινή μουσική πραγματικότητα;

Το μότο μου είναι πως κάθε εποχή γεννάει αυτό που έχει ανάγκη. Τα κενά κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, καλύπτονται. Η μουσική πραγματικότητα είναι η δική μας πραγματικότητα η ίδια που ισχύει για όλα τα  υπόλοιπα της ζωής μας. Ο καθένας ας τα αξιολογήσει.

-Την κατάσταση στη δισκογραφία και στα πνευματικά δικαιώματα;

Η δισκογραφία, με την έννοια του φυσικού προϊόντος τείνει προς εξαφάνιση. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω και η τεχνολογία έχει τον πρώτο λόγο και υπαγορεύει και τους τρόπους παραγωγής. Οι δίσκοι-concept είναι πια μια πολυτέλεια για λίγους. Τα μεμονομένα τραγούδια-singles είναι το ζητούμενο των περισσότερων και δεν υπάρχει κι εκείνη η ανάγκη να πάρεις στα χέρια σου έναν δίσκο. Να τον πιάσεις, να διαβάσεις κείμενα, πληροφορίες και στίχους, να τον αφήσεις να σε παρασύρει… Κανείς δεν δίνει πολύ χρόνο για τίποτα στην εποχή μας. Όλα πρέπει να είναι γρήγορα και σύντομα γιατί πιστεύουμε πως έχουμε κι άλλες δουλειές να κάνουμε και δεν μας φτάνει ο χρόνος αλλά καμία δουλειά πιο σοβαρή δεν έχουμε στην ουσία. Έχουμε μπει σε μία δίνη και μας πάει όπου γουστάρει ενώ εμείς πιστεύουμε πως την ελέγχουμε. Χάνουμε την σοφία της βραδύτητας. Τα πνευματικά δικαιώματα στην Ελλάδα δικαιώνουν με αξιοζήλευτη συνέπεια τα περισσότερα «χαρίσματά» μας. Διχασμός, προχειρότητα, μεσάζοντες, ψευτοεπιχειρείν, λαμογιές.

-Οι κοινωνικές σας ανησυχίες;

Είναι εντυπωσιακή η συντηρητικοποίηση των κοινωνιών παγκοσμίως. Με μεγάλα βήματα επιστρέφουμε σε εποχές που θεωρούσαμε όλοι πως είχαμε ξεμπερδέψει. Ακριβώς όμως επειδή θεωρούσαμε πως είχαμε ξεμεπερδέψει δεν φροντίσαμε να κρατήσουμε ζωντανό το μικρό κομμάτι πράσινου που αναλογούσε στον καθένα. Τίποτα δεν είναι κερδισμένο για πάντα, το μάθαμε πια με τον άσχημο τρόπο και τώρα έχουμε διπλάσια απόσταση να καλύψουμε όλοι μας για να μην μπούμε στην ζώνη του λυκόφωτος.

-Πώς κρίνετε την κοινωνική και οικονομική κατάσταση της Ελλάδας;

Τα πράγματα, στο τελευταίο θεοκρατικό κράτος της Ευρώπης -και από τα τελευταία στον κόσμο- δεν θα έλεγα ότι πάνε και πρίμα. Δεν ξέρω πότε και πώς προέκυψαν τόσες μαύρες τρύπες κάτω από τα πόδια μας. Κάποιοι τις έσκαβαν χρόνια, έκαναν το ριφιφί του αιώνα -στον σκοταδισμό, την συντήρηση, τον φασισμό, την μισαλλοδοξία και τον μισανθρωπισμό- κι εμείς δεν ακούσαμε τίποτα. Θα είχαμε βάλει πολύ δυνατά τα τραγούδια μας…

-Σε τι κατάσταση βρίσκονται οι καλλιτέχνες την περίοδο του κορωνοιού;

Στην χειρότερη εδώ και πολλά χρόνια. Πολλοί θα κλείσουν πάνω από χρόνο δίχως κανένα έσοδο. Όταν βρίσκεσαι στα όρια της ανέχειας και της κατάθλιψης δεν μπορείς να σκεφτείς τίποτα καθαρά.

-Η στάση της κυβέρνησης στους ανθρώπους της μουσικής αυτή τη δύσκολη περίοδο;

Προκλητικά αδιάφορη. Εδώ και δεκαετίες η πλειονότητα της κεντρικής εξουσίας παρευρίσκεται δίπλα στους καλλιτέχνες αυτής της χώρας μόνο στις κηδείες τους. 

-Ο δίσκος που ακούτε τις πιο προσωπικές σας στιγμές;

Δεν έχω κάπoιον συγκεκριμένο. Πάντως όταν βάζω μουσική σπίτι είναι συνήθως ξένη. Είμαι λίγο παλιακός. Θα βάλω Pink Floyd.

-Η αγαπημένη σας ταινία;

Tσάι στη Σαχάρα και Γλυκειά συμμορία.

-Το αγαπημένο σας βιβλίο;

Κάτι από Ντοστογιέφσκι ή Καμύ ή Κάφκα. Δύσκολα θα σπάσει κάποιος αυτήν την τριπλέτα.

-Πιστεύετε στον Θεό;

Όχι αλλά δεν έχω αποδείξεις. Εννοώ πως δεν έχω κανένα θέμα με όσους πιστεύουν γιατί έτσι κι αλλιώς κανείς δεν έχει στοιχεία να πείσει τον άλλον. Δυστυχώς δεν πιστεύω σε τίποτα μετά τον θάνατό μας. Θα γίνουμε τίποτα για πάντα. Κάτι λιγότερο από τίποτα για πολύ περισσότερο από για πάντα.

-Πώς λειτουργείτε όταν ερωτεύεστε;

Εννοείς όταν πρωτοερωτεύομαι. Πρέπει να πάω πολύ πίσω. Αν θυμάμαι καλά ήμουν σκέτο κορμί και τρελαμένο αίμα στις φλέβες. Τίποτα δεν άξιζε έξω από αυτό, τίποτα δεν αξίζει χωρίς αυτό. Το ακριβό δώρο του Θεού στους ανθρώπους. Έπρεπε να μας δώσει κάτι εξίσου μεγάλο για να αντισταθμίσει ότι μας έδωσε την πληροφορία πως θα πεθάνουμε κάποτε.

-Τι είναι η ευτυχία;

Μια ηδονή που μπορεί να προκύψει από διάφορες πηγές. Συνήθως η διάρκειά της είναι αντιστρόφως ανάλογη της φασαρίας που κάνουμε για να την αποκτήσουμε.

-Τι άνθρωπος είναι ο Οδυσσέας Ιωάννου;

Ατελής.

-Ποιο είναι το προσωπικό σας καταφύγιο;

Από ανθρώπους η οικογένειά μου, η γυναίκα μου, τα κορίτσια μου, οι φίλοι. Από «άψυχα» πάντα η θάλασσα.

-Ο μεγάλος σας φόβος;

Όταν έχεις δύο ανήλικα παιδιά όλοι οι άλλοι φόβοι πέρα από την υγεία τους είναι πολυτελείς.

-Το μεγάλο σας πλεονέκτημα;

Δεν ξέρω, θα μπορούσα να τα έχω πάει πολύ χειρότερα στη ζωή μου.

-Το μεγάλο σας μειονέκτημα;

Θα μπορούσα να τα έχω πάει ελάχιστα καλύτερα στη ζωή μου.

-Το λάθος που δε θα συγχωρήσετε ποτέ στον εαυτό σας;

Κανένα. Με κατανοώ, ξέρω τι τράβηξα για να το κάνω. Αρκεί που το έκανα. Ας μην του προσθέσω και την άρνηση συγχώρεσης.

-Αν μπορούσατε να γυρίσετε τον χρόνο πίσω υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε;

Όχι, τίποτα και με τίποτα! Όχι πως δεν έχω κάνει τρελά λάθη και βλακείες. Αλλά πιστεύω πως αν αλλάξεις μία ελάχιστη παράμετρο του παρελθόντος ενός ανθρώπου οι εξελίξεις μπορεί να είναι καταιγιστικές και μη αναστρέψιμες. Αλλάζεις θέση σε ένα μικρό δευτερεύον κομματάκι και καταρρέουν όλα. Λέω να μην το ρισκάρω.

-Ετοιμάζετε κάτι αυτή την περίοδο;

Υπάρχουν κάποια δισκογραφικά σχέδια, όχι ιδιαίτερα επείγοντα όμως, κάποια κείμενα για θέατρο και κοιτάμε με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου να οργανωθούμε για το επόμενο φθινόπωρο για να συνεχίσουμε την καινούργια μας παράσταση Κοινή Ησυχία που κατέβηκε λόγω Πανδημίας.

-Ποια είναι τα όνειρά σας για το μέλλον;

Δεν κάνω ποτέ μακροπρόθεσμα σχέδια. Μακάρι μέρα με τη μέρα να μεγαλώνω όμορφα και υγιής -μέχρι όσο πάει δηλαδή- να γοητεύομαι, να μοιράζομαι, να ταϊζω τα πάθη μου, να δημιουργώ.

-Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν λέτε τα παρακάτω ονόματα;

Θάνος Μικρούτσικος: Δεύτερος πατέρας μου

Ρίτα Αντωνοπούλου: Για πάντα κορίτσι

Βασίλης Παπακωνσταντίνου: Δεύτερος μεγάλος μου αδερφός

Γιώτα Νέγκα: Σπουδαία λαϊκή ερμηνεύτρια

Δημήτρης Μητροπάνος: Ακόμα θέλω να του γράψω κι άλλα τραγούδια…

Νατάσσα Μποφίλιου: Πολύτιμη φίλη

Μίλτος Πασχαλίδης: Ο κολλητός

Σωκράτης Μάλαμας: Ακόμη αντέχει εκείνη η αναστάτωση που ένιωσα όταν τον πρωτοάκουσα.

Χάρις Αλεξίου: Η πατρίδα μου σε φωνή

Διονύσης Τσακνής: Ο νονός μου στην δισκογραφία

-Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν λέτε το όνομα Οδυσσέας Ιωάννου;

Ωραίο, εύηχο όνομα με πολλά και διαφορετικά φωνήεντα! Πάντως από μικρός ήθελα να με λένε Παύλο…

-Ευχαριστώ για την επικοινωνία μας.

Κι εγώ ευχαριστώ.

Συνέντευξη στον Χρήστο Ηλιόπουλο

Αποτυχημένος φοιτητής Κοινωνικής Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποτυχημένος φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός και αρθρογράφος. Συλλέκτης βινυλίων, κόμικς και βιβλίων. Λάτρης της ινδικής κουζίνας και του κόκκινου κρασιού. Με το γράψιμο έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Όταν γράφω θέλω η σκέψη που ξεκινάει από εμένα να ολοκληρώνεται από τον αναγνώστη...