Συνέντευξη με τον Δημήτρη Λέκκα: «Ο μέγας δείκτης του ανθρώπου, τα χαρτιά που μουντζουρώνω είναι γεμάτα όλο μαθηματικά»

Τι να γράψω για αυτόν τον άνθρωπο… Η επική αυτή συνέντευξη που μου παραχώρησε υπερκαλύπτει οποιονδήποτε πρόλογο φτιάξω. Πρόκειται για μία από τις ιστορικές φυσιογνωμίες του ελληνικού ραδιοφώνου. Μαθήτευσε δίπλα στον Μάνο Χατζιδάκι, στο περιβόητο Τρίτο Πρόγραμμα. Συνθέτης, διδάκτωρ μουσικών σπουδών και καθηγητής για χρόνια στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο όπου δίδασκε Ελληνικό Πολιτισμό μα πάνω από όλα μαθηματικός. Σήμερα, στο your e-articles ο Δημήτρης Λέκκας.

-Οι μνήμες από τα παιδικά σου χρόνια;

Θυμάμαι όταν ήμουν τριών χρονών κλέφτηκα με μια γειτονοπούλα και φύγαμε να ζήσουμε μόνοι μας. Αλλά μπερδεύτηκα με τους δρόμους, με κουτούλησε και μία γίδα κι έτσι κάναμε διαδρομή ορθογώνια κάνοντας μια γύρα και καταλήγοντας στην ανηφόρα του σπιτιού μου. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατανόησα τις κλειστές καμπύλες. Όταν ήμουν τεσσάρων ο πατέρας μου πήρε «φύσημα» όσο πιο μακριά γινόταν και βρεθήκαμε στα Δωδεκάνησα που μόλις είχαν μπει στην Ελλάδα. Άπειρες αναμνήσεις από την Κω. Η γέννηση της αδελφής μου, νηπιαγωγείο και αρχή δημοτικού και μετά Κάλυμνος τέλος και γυμνάσιο μέχρι την Α΄ Λυκείου. Θυμάμαι πολύ τους δασκάλους και τους καθηγητές μου, όπως και το γεγονός ότι το μυαλό μου έκανε τράκες. Ένα παχουλό παιδί δυσκίνητο με τρομερή επίδοση στρέιτ εικοσάρια σε όλα εκτός από τη γυμναστική. Έσκιζα στα αγγλικά και τα μαθηματικά. Όλοι με αποκαλούσαν ιδιοφυΐα την ώρα που εγώ ήμουν ένα πλάσμα τρομαγμένο, γεμάτο κόμπλεξ, με μυαλό αφύσικα υπερκινητικό.

-Η σημασία της μουσικής στην καθημερινότητά σου;     

Τα παλιά χρόνια άκουγα συνέχεια τα πάντα όσα μετέδιδε το ραδιόφωνο. Κολλούσα στο αυτί μου το τρανζίστορ κι άκουγα νυχθημερόν. Από κλασικά μέχρι λούμπεν, από ελαφρά μέχρι δημοτικά και από ευρωαμερικάνικα μέχρι εθνομουσικολογικά. Με ταξίδευε ο Γιώργος Παπαστεφάνου, καλή του ώρα, και κυνηγούσα τον συνθέτη που με αναστάτωνε, τον Χατζιδάκι. Πήραμε κι ένα πιάνο και έμαθα μόνος μου να παίζω τα του Μάνου. Τα τελευταία χρόνια δεν ακούω τίποτα εκτός μόνο περιστασιακά. Έχω πάθει πλησμονή, έχω «αλλάξει πλευρό».

-Την ακούς με άλλο αυτί ως συνθέτης και με άλλο αυτί ως ακροατής;

Ναι, ασφαλώς, ωραία ερώτηση. Βασικά την ακούω πρωτογενώς ως θεωρητικός, τεχνικός και μουσικοκριτικός. Και αυτό είναι μεγάλο μαρτύριο. Άμα καταφέρει ένα άσμα να με παρασύρει τόσο ώστε να το ακούσω ως ακροατής, θεωρώ ότι ο συνθέτης είναι πολύ «μάγκας». Δυστυχώς τείνω να ακούω την οργανική μουσική και το μέλος πολύ περισσότερο και πρωτογενέστερα από ό,τι τον στίχο. Αυτό με καθιστά προβληματικό ως τραγουδοποιό.

-Τα ακούσματα που σε διαμόρφωσαν ως συνθέτη;

Μάλλον ό,τι άκουγα στο σπίτι. Ό,τι προτιμούσαν οι γονείς μου, που το προσλάμβανα είτε θετικά είτε αρνητικά, και ό,τι παιζόταν παραδοσιακά εκεί όπου μεγάλωσα. Άρα μεγάλο ρόλο έπαιξαν τα ελαφρά και κατόπιν «έντεχνα» τραγούδια που έπαιζε το ραδιόφωνο και μαζί τα άπειρα κλασικορομαντικά του παμπάλαιου Τρίτου πριν από εμάς. Απ’ την άλλη μεριά, τα δημοτικά ευγενή και νησιώτικα ακούσματα της Δωδεκανήσου, ιδιαίτερα της βόρειας. Δεν συμπαθούσα τα ρεμπέτικα ενώ τα λούμπεν λαϊκά τα έβρισκα αντιαισθητικά και γελοία.

-Οι καλλιτέχνες που αποτέλεσαν ερέθισμα;

Ε, απ’ τη μία τα ινδάλματα της μητέρας μου. Οι όπερες και η Κάλλας. Τα συμφωνικά και τα πιανιστικά. Ο Μπετόβεν, ο Σοπέν, ο Τσαϊκόφσκι και οι οπερέτες. Και βάλε απ’ την άλλη κάτι Ντεμπυσί, Ραβέλ και έτσι, που ανακάλυπτα μόνος μου. Και βέβαια ο Χατζιδάκις, το μόνο πράγμα που με αναστάτωνε μέσα μου, ακατανόητο γιατί. Και η Μούσχουρη δεκαετίας 55+.

-Είναι ιεροτελεστία ο τρόπος σύνθεσης μουσικής;

Εξαρτάται. Πώς συνθέτει ο ποιητής ή ο αρχιτέκτονας; Πώς υλοποιείται η ιδέα σε έργο; Τι γίνεται αν αυτό που συλλαμβάνεις πρέπει να εκτελεστεί, με τεχνική αρτιότητα, όπως ένα γλυπτό, ή να «ερμηνευθεί» στις παραστατικές τέχνες; Ο Χατζιδάκις π.χ. καθόταν στο πιάνο, άφηνε τα δάχτυλά του να πλανηθούν στα πλήκτρα κι έβγαιναν κάτι μαγικά ακούσματα που μετά τα θυμόταν και τα κατέγραφε ή σημείωνε. Γραπτά πρωτογενή κύτταρα μελωδικών ιδεών «στο έτσι». Για εμένα, δεν θα το έλεγα, ήταν τελείως αλλιώς. Έπαιρνα ένα χαρτί με πεντάγραμμα και σημείωνα χωρίς να το ακούω, από πρωτογενείς ιδέες μέχρι ολοκληρωμένες συμφωνικές παρτιτούρες, σαν σε όραμα ή σε εκστασιασμό. Θα έλεγα, μια και το θέτεις έτσι, μάλλον σαν προσευχή παρά σαν ιεροτελεστία με μπόλικη μέριμνα μαστοριάς στην τεχνική όψη. Παρεμπιπτόντως, την απλή παρτιτούρα την έμαθα αρχικά μόνος μου, κοιτάζοντας παρτιτούρες για πιάνο των τραγουδιών που ήξερα.

-Τι αποκόμισες από τις σπουδές στα μαθηματικά;

Εγώ μαθηματικά δεν είχα καμία πρόθεση να σπουδάσω. Απλώς «το είχα», πώς να το πω βρε παιδί μου, μου ήταν εύκολο. Όπως «το είχα» εξάλλου και με τα αρχαία. Οπότε, σε μια δεδομένη φάση της ζωής μου, σε μία τρεχάλα φυγής, πήγα και χώθηκα εκεί μέσα για ευκολία, να σωθώ από κάτι άλλο. Δεν χρειαζόταν να κάνω προσπάθεια. Έπεσα σε έναν επιφανέστατο καθηγητή που με ανέβασε στα Ηλύσια, λέγοντάς μου πως ήμουν ένα από τα δύο μεγαλύτερα φυσικά ταλέντα που είχε δει από κοντά στη ζωή του (ο άλλος ήταν ο Τζον Νας). Έτσι, εμπέδωσα και τα βασικά θεμέλια της λογικής ελπίζοντας κάποτε να δώσω στα μαθηματικά και να αλλάξω παρά να πάρω και να αποδέχομαι. Στη διάρκεια των σπουδών μου αυτών έμαθα προγραμματισμό ΗΥ και έκανα επίσης μουσική και σύνθεση, καθώς και μπόλικα γαλλικά, ιταλικά και γερμανικά. Επίσης, έγραψα μερικές μουσικές για παραστάσεις της δραματικής σχολής. Τελειώνοντας, πήγα και για ένα μεταπτυχιακό στη διοίκηση επιχειρήσεων, έτσι να μου βρίσκεται. Τα κυριότερα που αποκόμισα ήταν η σιγουριά πως είμαι στον σωστό δρόμο και ένα παλιόχαρτο που τρίβω στα μούτρα όσων επιχειρούν να με αμφισβητήσουν. Δείχνω το χαρτί, λέω «Τι γράφει εδώ;» μου λένε «B.S. Mathematics» και μετά σκύβουν το κεφάλι και σταματάει η κουβέντα εκεί. Αν δεν ήταν αυτό, θα με κατασπάραζαν. «Ποιος είσαι;» και «πού το ξέρεις;» και «ποια είναι η ειδικότητά σου», τέτοια. Μόλις όμως το εμφανίσω αυτό, που είναι «γενικότητα πασπαρτού», άπαντες σιωπή. Μου θυμίζει την κεφαλή της Μέδουσας που κουβάλαγε ο Περσέας και τους απολίθωνε όλους.  Ή τη γούνα του Χότζα.

-Σε επηρέασαν τα μαθηματικά στη μουσική;

Όποτε τα ήθελα ήταν εκεί. Με βοήθησαν πάντοτε να καταλάβω τι συμβαίνει και γιατί, ώστε να το τηρώ και τι δεν συμβαίνει επί της ουσίας και είναι αυθαιρεσία οπότε να το γράφω στα παλαιά κατάστιχα και να το αγνοώ. Επίσης, είδα τι συμβαίνει πολλές φορές όντως πίσω από εκείνο που λένε οι θεωρητικολογούντες ότι συμβαίνει. Παράδειγμα, γιατί «απαγορεύονται» μερικές τεχνικές λεπτομέρειες; Τι κάνω άμα εμφανώς δεν ισχύει αυτό που λένε οι δάσκαλοι; Το αγνοώ και το παραβιάζω καθώς με υποχρεώνει η λογική; Ή μήπως ψάχνω τι όντως ενδέχεται να συμβαίνει που αυτοί δεν το έχουν καταλάβει διδάσκοντας επί αιώνες στον βρόντο; Γιατί φέρονται οι παραδοσιακές τροπικότητες έτσι όπως φέρονται; Άμα δεν υπάρχει λόγος τότε, να τους γυρίσουμε την πλάτη. Άμα κάτι άλλο συμβαίνει εκείνο το άλλο να το ξέρουμε. Λογική, μαθηματικά, συνέπεια, πληρότητα, ανάλυση Φουριέ και «πόρνες στα κρεβάτια σας». Αυτά τα σάπια περί παραδοσιακών κι αισθητικών επιλογών εκτός και σε παραβίαση νομοτελειών αλλού όχι σ’ εμάς.

-Τι ρόλο έπαιξε στη ψυχοσύνθεσή σου η επαφή και η συνεργασία με τον Μάνο Χατζιδάκι;

Σε αυτό το επίπεδο, έμαθα από τον Χατζιδάκι ότι άλλο η τεχνική συνεργασία κι άλλο η προσωπική επαφή. Άμα δεν έπαιζε κάτι κατάφωρα αρνητικό, όπως όταν κάποιοι του φέρθηκαν υποσκαπτικά και προδοτικά, δεν είχε σημασία αν σε συμπαθούσε προσωπικά για να σου δίνει ή να σου αφαιρεί εργασιακές αρμοδιότητες. Ήταν εξαιρετικός επαγγελματίας. Πλάκα είχε που μου έκανε καζούρα επειδή γύρναγα συνέχεια με πλαστικές μπαρόκ φλογέρες «νηπιαγωγείου». Μια μέρα κρύφτηκα και έπαιξα κάτι δικό του. Έμεινε εκστατικός, ρωτώντας τι είναι αυτό που ακούγεται τόσο ωραία. Εμφανίστηκα τότε και του λέω «πλαστικές φλογέρες νηπιαγωγείου, Μάνο». Γούρλωσε τα μάτια κι αμέσως με κάλεσε να παίξω στις ηχογραφήσεις του.

-Υπάρχει κάποιο γεγονός που θυμάσαι από εκείνον;

Αυτό το θυμάμαι και εγώ και όλος κόσμος. Κάποια στιγμή θέλησε να ανακατευτεί σε θέματα οργανωτικά της ραδιοφωνίας, ένας υπουργός Προεδρίας θεσμικά υπεύθυνος για τα δημόσια τηλεοπτικά. Ο Μάνος, όντας φίλος με τον Καραμανλή και έχοντας δικαίως και συνειδητά carte blanche να κάνει ό,τι θέλει, τον αγνόησε. Ο υπουργός τηλεφώνησε για να επιβάλει το δικό του υπηρεσιακά. Ο Μάνος σήκωσε το τηλέφωνο κι είπε την αμίμητη φράση «Υπουργέ, είσαι βλαξ».

-Τα συναισθήματά σου για το Τρίτο Πρόγραμμα;

Εγώ για το Τρίτο Πρόγραμμα του Χατζιδάκι παράτησα μίαν αξιοζήλευτη, για πολλούς, καριέρα στη βιομηχανία σχετική με το μεταπτυχιακό μου. Έπεσα μες στα όλα και πήγα πολύ καλά. Τόσο εργασιακά όσο και οικονομικά. Η σχέση μου δεν ήταν επαγγελματική. Για αυτό και δεν έκανα ποτέ αίτηση να με προσλάβει η ΕΡΤ. Μετά την αναχώρηση του Μάνου όλοι ανησυχούσαμε σε τι χέρια θα πέσει και είχαμε αρνητική προδιάθεση για όλα. Έγινε πιο συμβατικό εννοείται επειδή, ο Μάνος ήταν τελείως αλλιώτικος απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί κανείς. Ευτυχώς το πήρε ο Γιώργος Τσαγκάρης, όλα νορμάλ. Αλλά ο τάλας δεν είχε διάρκεια. Τι και πώς και ποιος και γιατί από εκεί και πέρα ούτε ασχολήθηκα ούτε θέλω να ξέρω. Ούτε ποτέ κανείς με κάλεσε στα επόμενα Τρίτα ως ιστορικό στέλεχος, ως ραδιοφωνική ιστορία, ως δημιουργό, ως ακαδημαϊκό, ως επιστήμονα, τίποτα. Δεύτερο, ναι. Τρίτο, ουδέποτε. Κανείς. Σα να μην έζησα ποτέ. Ακόμα κι οι υποτιθέμενοι «φίλοι» μου. Ακόμα κι εκείνοι που όφειλαν την παρουσία τους εκεί μέσα αποκλειστικά σε εμένα. Πληροφορούμαι ανεπισήμως ότι ένας από αυτούς, συγκεκριμένα και πολλαπλά ευεργετηθείς, με έχει κομμένο. Συνέχισα στην τηλεόραση με τον Παπαστεφάνου και στο Δεύτερο με την πρόσφατα χαμένη Σοφία Μιχαλίτση. Κάποια στιγμή τέλος κι από εκεί. Πήγα στον συλλογικό αρχικό 902, όλα χωρίς καμία δέσμευση, κανένα συμβόλαιο, καμία κίνηση μονιμότητας εκ μέρους μου. Πάντα τα ραδιόφωνα ήταν για εμένα θέμα προσώπων και τα περισσότερα πρόσωπα, καλά – κακά, δεν με αφορούσαν. Έτσι μετά θεώρησα πως ήρθε η ώρα να πάω για διδακτορικό και να αρμενίσω σε άλλους ωκεανούς. Με κάλεσε και μου το έδωσε ένας υπερούσια εξαιρετικός άνθρωπος που είχαμε γνωριστεί στο Τρίτο του Μάνου, ο Γεώργιος Αμαργιανάκης, αιωνία η μνήμη του. Αλλά και το Τμήμα Μουσικών Σπουδών αφού με αναγόρευσε διδάκτορα με παμψηφεί άριστα, την επόμενη στιγμή μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα για πολλά χρόνια.

-Πώς κρίνεις το σημερινό φάσμα του ελληνικού ραδιοφώνου;

Άσε να μη μιλάω καλύτερα. Δεν ξέρω. Δεν ακούω. Συμμετέχω μόνο απ’ την αρχή ενεργά και με αγάπη στο ραδιοφωνικό εγχείρημα που λέγεται Μετα-Δεύτερο.

-Το πεδίο στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι;

Έχω χάσει τη σύνδεση, δεν παρακολουθώ. Μετά το διδακτορικό έζησα μιαν ανεπανάληπτη εμπειρία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο όπου κλήθηκα από τον δάσκαλό μου Μάρκο Δραγούμη και τον Αντιπρόεδρο Σπύρο Αμούργη. Συμμετείχα στην 11μελή επιτροπή σχεδιασμού των Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό, έγραψα το αναλυτικό πρόγραμμα για το μάθημα Τέχνες ΙΙ, συντόνισα το επτάτομο εγχειρίδιο και το συνοδευτικό ηχητικό υλικό, συνέγραψα καμιά οκτακοσαριά σελίδες πρωτογενές κείμενο και δίδαξα πάνω από 10 χρόνια. Το μάθημα διδάσκεται πάντα έτσι όπως το έφτιαξα.

-Υπήρξες μαθητής του Καταλανού Λεονάρδο Μπαλάδα; Τι εισέπραξες πλάι του;

Αχ! είχε μεγάλη φάση αυτή η συνύπαρξη. Ο κ. Μπαλάδα έρρεπε στα σύγχρονα ιδιώματα και γκρίνιαζε συνέχεια για τα τονοτροπικά μου. Τα έβρισκε φολκλόρ. Του έκανα το χατίρι αποκτώντας μιαν αναπάντεχη τριβή με τα αβανγκαρντίστικα. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι θα με βυθίσει βαθμολογικά και άρχισα να του γράφω κάτι πολύ «προχωρημένα». Μειδίασε κι είπε «αυτά μάλιστα» και μου έβαλε άριστα. Γίναμε και φίλοι. Αφού τελείωσε το μάθημα, του είπα «ευχαριστώ πολύ». Μου είπε «μπράβο». Του λέω «αυτό δεν θέλατε;». Μου λέει «ναι, βεβαίως» και του απαντώ «σιγά το δύσκολο». Μου προέβλεψε επί τόπου «εσύ δεν θα γίνεις ποτέ ακαδημαϊκός συνθέτης διότι το βλέπεις αλλιώς» και απάντησα με πλατύ χαμόγελο «ούτε και θέλω». Πολλά χρόνια μετά, του έστειλα τη Χώρα των πουλιών. Μου απάντησε ότι το βρήκε πάρα πολύ ωραίο, απόλυτα τεχνικά άρτιο και προχωρημένο.

-Ήταν καθοριστική η σύμπραξη με τον Ευγένιο Σπαθάρη;

Εννοείται, και έχω γράψει ένα σωρό πράγματα επ’ αυτού. Ευγνωμονώ τον Ευγένιο διότι δέχθηκε να συνεργαστεί με δύο νέα παιδιά, θέτοντας το κριτήριό του στην υπηρεσία ενός κοινού στόχου και να μου δώσει εμένα την ευκαιρία να καινοτομήσω προσωπικά, όντας ο πρώτος συνθέτης που συνέθεσε μουσική ειδικά για το θέατρο σκιών. Πλήθη μουσικής. Προσπεράσαμε έτσι την παλιά πρακτική της μουσικής επένδυσης, που θα την λέγαμε μουσική επιμέλεια, προς την επί τούτου σύνθεση. Και επίσης, εγώ με πρωτοβουλία μου και όπως δείχνει, μάλλον επιτυχώς, πέρασα την ευθύνη της σύνθεσης αυτής για πρώτη φορά στην έντεχνη σχολή όπου εντάσσομαι. Πιστεύω πως πρόκειται για ιστορική μετάπτωση στο μέτρο της. Έχω μιλήσει και γράψει εκτενώς για αυτή τη συνεργασία σε πολλές άλλες ευκαιρίες, είτε με συνεντεύξεις είτε με κείμενα. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η φάση έχει πλέον περάσει στην πολιτισμική ιστορία του τόπου ως προς τον αστικό λαϊκό της ορίζοντα, ο οποίος αποκτά επαφή με σύγχρονη και λόγια μετάπλαση.

Κατά τα άλλα, η συνεργασία αυτή σφράγισε τη μουσική συνύπαρξή μου με δύο άλλα μεγέθη για τα οποία πρόσφατα έχω μιλήσει αρκετά διότι ξαφνικά μου έχουν τεθεί τα ερωτήματα ξανά και ξανά. Με τον σκηνοθέτη, στιχουργό και κειμενογράφο Γιώργο Παυριανό γνωριστήκαμε πολύ νέοι από τον παιδικό φίλο του, τον Σταμάτη Κραουνάκη. Αφού κι εκείνος μπήκε στο Τρίτο, λίγο πιο μετά από εμένα, άρχισε να γράφει και στίχους για τραγούδια αβέρτα. Μαζί λοιπόν βαλθήκαμε, συλλάβαμε κι υλοποιήσαμε το γνωστό τεράστιο σπαθάρειο έπος του Καραγκιόζη, εφόσον ο Σπαθάρης μας δέχθηκε πολύ γλυκά και τολμηρά. Και εγώ είχα απόλυτη πρόσβαση, ένεκα το Μαρούσι και οι πολλές οικογενειακές γνωριμίες. Συνεργαστήκαμε αρχικά σε ένα ραδιοφωνικό με τον Γιώργο να γράφει κείμενα και στίχους και να σκηνοθετεί. Κατόπιν δοκιμάσαμε τις τύχες μας σε μίαν ανάθεση του Τρίτου για μια παράσταση του μπερντέ με δύο αρχαία έργα. Μία τραγωδία και μία κωμωδία. Εκεί ξεκινάει κι η υπερούσια επανειλημμένη τραγουδιστική συνεργασία μας με τον Νίκο Δημητράτο. Τον γνώρισα τυχαία και μοιραία και κολλήσαμε για πάντα. Τον έχω αποκαλέσει μοναδικό φαινόμενο, τραγουδιστικό ισόποσο του Σπαθάρη και έχω γράψει για εκείνον ότι «εμφανίστηκε μπροστά μου ο αστείρευτος Βόλγας του ελληνικού τραγουδιού, ο άνθρωπος που λέει ό,τι να’ ναι απ’ όποιον τόνο λάχει, ο τραγουδιστής που δεν υπάρχει». Τέλος πάντων, σύντομα καταλήξαμε στην τηλεόραση όπου φτιάξαμε με σκηνοθεσίες της Μαίρης Κουτσούρη επί καμπόσα χρόνια ένα καταιγισμό από έργα αρχίζοντας απ’ την Οδύσσεια. Αλλά, από τραγούδια τελικά, από τον Παυριανό εγώ έλαβα μόνο ένα, αφιερωμένο στην αιώνια φίλη μας Ζυράννα Ζατέλη. Το είπε άψογα η Βούλα Σαββίδη. Αλλιώς, εκείνος πάντα με άλλους συνεργαζόταν.

-Έχεις συνθέσει όπως είπες τη Χώρα των πουλιών. Τι εσωτερικές ανάγκες κάλυψε αυτή η δημιουργία;

Συνέθεσα αυτή τη μουσική μετά που αποφάσισα να γυρίσω την πλάτη στον χώρο της σύνθεσης τραγουδιών για κατανάλωση, απλώς και μόνο διότι συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά στη ζωή μου ότι έπρεπε να αλλάξω ρότα. Πάντα έκανα τέτοια άλματα στο κενό χωρίς δισταγμό. Άρχισα λοιπόν να στήνω μουσικές για τα αλλεπάλληλα θεατρικά «διασκευάσματα» του Γιάννη Καλαντζόπουλου. Όταν έγραψε επάνω στους Όρνιθες του Αριστοφάνη, πήρα τα χαρτιά και τα μολύβια μου και έφτιαξα ένα έργο. Όταν μετά το ανέβασε σε μια σουπερυπερπαραγωγή το Εθνικό Θέατρο επί Νίκου Κούρκουλου και μου δόθηκαν πάμπολλα μέσα, μεγάλος θίασος, πλήθος ηθοποιοί, χορικά, πρόβες, η αξέχαστη Ολυμπία Κυριακάκη, λεφτά παραγωγής και το Ηρώδειο επεξέτεινα το αρχικό υλικό προς ένα κολοσσο-γράφημα. Απλώς, όταν γράφω για θέατρο κάνω τη δική μου έρευνα κι ανακαλύπτω εγώ προσωπικά τι λέει το έργο. Και ο Γιάννης δεν με έχει φρενάρει ποτέ. Το αντίθετο, γουστάρει διότι είναι εξ ίσου διανοούμενος και πειραχτήρι. Ταιριάζουμε γάντι και με εμπιστεύεται. Έχουμε κάνει καμιά δεκαριά. Εδώ θέλησα να δείξω πόσο η κωμωδία του Αριστοφάνη είναι μία μεγαλειώδης σπαρακτική απαγωγή εις άτοπον. Ευτυχώς ο Γιώργος  Μητρόπουλος έτυχε και το άκουσε σε μία συνέντευξη στην ΕΡΤ και αμέσως μου το πήρε για να κάνει αυτή την απίστευτη παραγωγή. Έτσι επιζεί.

-Είχες τα ίδια συναισθήματα όταν πειραματίστηκες πάνω στη ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη με τους Καιρούς της άνοιξης;

Ο Μάνος μου είχε αναθέσει να μελοποιώ ποιητές στιλ εργολαβία για τους ποιητικούς μήνες της άξιας ποιήτριας και καλής φίλης Τούλας Τόλια. Κάποια στιγμή η Τούλα με αγάπη και νοιάξιμο με ρώτησε εμένα ποιον ποιητή γουστάρω να μελοποιήσω και είπα Σαραντάρη, που τον ήξερα μόνο από ένα ποίημά του μελοποιημένο απ’ τον Χατζιδάκι στον Μεγάλο Ερωτικό. Πήρα όλα τα μάλλον λιγοστά ποιήματά του –είχε πεθάνει τόσο νέος στο αλβανικό μέτωπο από κακουχίες– και συνέλαβα μία προσέγγιση που αρκετούς ξένισε. Προσπάθησα να προσεγγίσω υπερβατικά τη δική του ιστορία βάζοντας μέσα το πιο δικό μου μύχιο μουσικό βίωμα. Τελικά, εμφανίστηκε την εποχή εκείνη ο συνεταιριστικός «δσκ» και ο φίλος Γιώργος Στεφανάκης με παρότρυνε να το ξαναηχογραφήσω με επεκτάσεις με τη θεσπέσια τραγουδίστρια που είχα την εποχή εκείνη βρει, την Ελένη Μαντέλου. Το εκδώσαμε. Μετά το άκουσε ο Ντανιέλ Λομμέλ και το ανέβασε με το Αέναον Χοροθέατρο του ΚΘΒΕ το 1985. Ήταν μια παραγωγή σταθμός, ένα χορόδραμα που αφηγείται μελικά το μυστήριο του θανάτου και της υπερβατικής μετουσίωσης μέσα από την αναγέννηση της ψυχής σε ενιαίο πρόγραμμα μαζί με την Ιεροτελεστία της άνοιξης του Ίγκορ Στραβίνσκι.

-Είσαι συνθέτης, δημοσιογράφος, μαθηματικός, μουσικολόγος και ερευνητής. Πώς ισορροπείς; Ξεχωρίζεις κάποια ιδιότητα μέσα σου;

Μαθηματικός, με την έννοια της λογικής, της δομικής και του συντονισμού. Αυτό πάντοτε διέπει όλα τα άλλα. Ευτυχώς. Είτε αποφασίζω να το ακολουθήσω είτε να το αγνοήσω και να το παρακάμψω. Ωστόσο, τα πάντα τείνουν να συμβαίνουν απόλυτα συνειδητά.

-Το πιο αντιπροσωπευτικό σου τραγούδι;

Με τον Δημήτρη Βενιζέλο κάναμε πολλή κολλητή παρέα για αρκετά χρόνια. Διακοπές, ταξίδια και έτσι. Είχα γίνει σχεδόν μέλος της οικογένειάς του, μαζί με τους γονείς του και τις δύο του αδελφές. Με το που άρχισε να γράφει στίχους μου έδωσε αρκετούς να κάνουμε τραγούδια και συνεννοήθηκε για τις εκδόσεις δίσκων. Έκανε κολλητή παρέα και με τη Μαλβίνα. Τι κρίμα που έφυγαν κι οι δύο τόσο νέοι. Κάποτε λοιπόν, καθώς σχεδιάζαμε τη Νύχτα κι άλλη νύχτα, ήρθε και με ρώτησε τι θα ήθελα να λέει ένα τραγούδι που να εκπροσωπεί εμένα, τη στιγμή εκείνη τουλάχιστον για να το ολοκληρώσει. Αφορμή παίρνοντας από ένα γεγονός των ημερών εκείνων, απάντησα πως, αν μπορούσα, θα έγραφα ένα που θα έλεγε «Τότε που σε ήθελα σαν παλαβός, το έπαιζες αδιάφορα… τότε που σε παρακαλούσα, εσύ λέει ψαχνόσουν… τότε που έλιωνα για πάρτη σου, εσύ ένιωθες καταπίεση. Έτσι τελικά μ’ έγραψες κι έφυγες. Σου έλειψα, πήρες χαμπάρι τι έχασες και τώρα γυρνάς πίσω μετά από τόσον καιρό και με παρακαλάς. Τώρα το θυμήθηκες; Άντε χάσου.» Ε, και μου έγραψε το Αργά, που το ηχογραφήσαμε όπως κι όλα τα άλλα με την Ελένη Τσαγκαράκη. Το είχα πάει δείγμα στην Αλέκα Κανελλίδου επειδή την θέλαμε για συμμετοχή, συνηθιζόταν αυτό τότε. Εκείνη μου είπε ευγενέστατα και ειλικρινέστατα: «Πάρα πολύ ωραίο, αλλά εμένα τι με θέλετε τώρα; Αυτό το κορίτσι το λέει παραπάνω από τέλεια».

-Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Γιώργο Χρονά και τη Δήμητρα Γαλάνη; Τι σου μένει από αυτήν;

Εγώ τον Χρονά δεν τον ήξερα παρά μόνο από τη δισκογραφία, από το Όχι δεν πρέπει και μερικά άλλα σημαντικά τραγούδια που του είχε μελοποιήσει ο Γιάννης Μαρκόπουλος. Κάποια στιγμή, ενώ μιλούσα με τον Γιάννη Τσαρούχη, μου λέει με τη χαρακτηριστική εκείνη φωνή του: «Τι θέλετε όλοι και πάτε και μελοποιείτε ξανά και ξανά Σεφέρη και Ελύτη; Δηλαδή δεν υπάρχουν άξιοι νεότεροι ποιητές της γενιάς σας;» Λέω «ποιοι;», λέει «ο Γιώργος Χρονάς». Όταν τον γνώρισα και κυρίως μέσα από τη ραδιοφωνία ταιριάξαμε πάρα πάρα πολύ. Γίναμε μία μόνιμη παρέα, μαζί με τους δύο Γιώργους, Παυριανό και Ευσταθίου. Πιάσανε μάλιστα ένα μεγάλο σπίτι στου Φιλοπάππου όλοι μαζί, μεταξύ κοιτώνα, κοινόβιου και κέντρου διερχομένων μια ανάσα από τις κατοικίες του Μίκη Θεοδωράκη, της Μαρίζας Κωχ, του Μποστ, του Ματθαίου Μουντέ, του Μιχάλη Κακογιάννη, της Χαρούλας Αλεξίου και της Σαπφώς Νοταρά. Τη Δήμητρα Γαλάνη την είχα γνωρίσει στο σπίτι του Μάνου την εποχή της Αθανασίας. Κάποια στιγμή την άκουσα να μιλάει εκστασιασμένη για ένα ποίημα του Χρονά. Του ζήτησα στίχους, μου έδωσε καμιά δεκαπενταριά, έφτιαξα τέσσερα-πέντε τραγούδια, της τα πήγα και μου πήρε τα δύο για ένα δίσκο της με τίτλο Καλά είναι κι έτσι. Φαντάζομαι ότι κατ’ αρχήν την μάγεψε ο στίχος διότι, απ’ ό,τι κατάλαβα, έτσι λειτούργησε η Δήμητρα εν προκειμένω. Μου έβγαλε σε συμμετοχή δύο από τα τρία όλα-όλα τραγούδια που έχω δώσει για συμμετοχές – συνολικά οκτώ αν υπολογίσουμε ως συμμετοχή και το Η νύχτα το απαιτεί της Χριστιάνας. Εννοώ, αν δεν ήταν ο Χρονάς, ίσως δεν είχε γίνει τίποτα μαζί της. Αργότερα προχώρησε κι άνθισε άλλο η φιλία μας. Βλεπόμασταν τακτικά, στη ραδιοφωνία κι έξω, φιλικά και του έδωσα μερικά άρθρα για τα πρώτα τεύχη στο περιοδικό του, την Οδό Πανός.

-Η πιο αντιπροσωπευτική σου μουσική συνεργασία;

Λόγω της εξάπλωσης των δραστηριοτήτων μου, έχω καμπόσες και τελείως διαφορετικές. Για κάποιες από αυτές μιλήσαμε σε προηγούμενη ερώτηση. Οπότε για εδώ θα πω για τρεις. Πρώτα πρώτα, μου έφερε κάποτε ο Γιώργος Μητρόπουλος τον Γιώργο Σταυριανό με ένα πλήθος τραγούδια του, με πρόθεση να του κάνει παραγωγή και μου ζήτησε να τον ενορχηστρώσω. Το υλικό ήταν ηχογραφημένο με πρόχειρο πιάνο και με κάτι δειγματικές φωνές. Αν δεχόμουν, έπρεπε να συγκεντρωθώ, να κάνω υπέρβαση και να εφεύρω ένα ηχητικό πρόσωπο άλλο από τα δικά μου για ένα φρέσκο συνάδελφο που ήταν ανάγκη τη στιγμή εκείνη να βρεθεί. Έπρεπε να λειτουγήσω προφητικά μαντεύοντας πού θα πήγαινε. Το έκανα, προφανώς επιτυχώς, βγήκε η απόλυτα κλασική πλέον Έρημη πόλη. Ο Σταυριανός αφενός εδραιώθηκε και έλαμψε και το πρόσωπό του ήταν τελικά αυτό ακριβώς που είχα προΐδει και προδιαγράψει ενώ αφετέρου έγινε ένας αιώνιος πιστός φίλος που με τιμά με την αγάπη του πάντα, αντίθετα με άλλους ανόητους και ανασφαλείς που θέλησαν να καταστώ αόρατος.

Δεύτερη συνεργασία με τον Θανάση Μωραΐτη, που τον γνώρισα όπως και μερικά άλλα παιδιά, στο Πάντειο. Αυτός μου ζήτησε κάτι τελείως διαφορετικό. Να φτιάξουμε, να εκτελέσουμε και να ηχογραφήσουμε δύο διαδοχικές συναυλίες μ’ ένα πλούσιο υλικό από παραδοσιακά Αρβανίτικα τραγούδια (ο δεύτερος κύκλος: Τριαντάφυλλο του βράχου) απ’ την Ελλάδα και την Κάτω Ιταλία στο απόλυτο κατώφλι της αποσάθρωσης και του αφανισμού ενός μεγάλου πλούτου. Αν δεν ήταν ο Θανάσης όλα αυτά θα είχαν χαθεί. Εργάστηκα με ζήλο, έμπνευση, γνώση και ευθύνη, και αυτό έχει πολυεπίπεδα αναγνωριστεί. Μετά ξαφνικά μου ζήτησε κάτι άλλο τελείως απροσδόκητο. Να του ενορχηστρώσω, να διευθύνω και να παίξουμε δύο συναυλιακές ενότητες με έργα και τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Έγινε και αυτό και έμεινε Μέσ’ απ’ των άστρων τα κλαδιά και Φεγγάρια μου παλιά. Παράπλευρα φτιάξαμε σε συνεργασία δύο κύκλους του Σπαθάρη. Τον έβαλα και μου τραγούδησε συμμετοχικά κάτι απ’ τα επόμενα που δεν έχει εκδοθεί.

Τρίτη περίπτωση, λοιπόν, μετά την αποχώρησή μου απ’ την πιάτσα των τραγουδιών και των ραδιοφώνων, ο Γιάννης Καλαντζόπουλος. Για χρόνια μετά το 1990 συνέθεσα αποκλειστικά μουσικές σε πολλά διαδοχικά θεατρικά έργα δικά του. Πρόκειται όμως για ευφυέστατες επεξεργασίες – διασκευές γνωστών κλασικών δραματικών έργων. Όλα αυτά ήταν γεμάτα από φοβερά ευρηματικούς και λειτουργικούς στίχους, σε επίπεδο απόλυτα μιούζικαλ όλα. Μαζί του έχουμε σαρώσει την Ελλάδα, παιζόμαστε διαρκώς ξανά και ξανά από Κρατικά Θέατρα και ΔηΠεΘέ, θιάσους και ομάδες, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, ώριμους και παιδιά, απ’ το Ηρώδειο και σκηνές θεάτρων μέχρι σχολικές αίθουσες, ακατάπαυστα και δείχνει πως το ίδιο θα συμβαίνει και στο μέλλον. Κολλήσαμε. Δε χρειάζεται καν να συνεννοηθούμε, εν προκειμένω λειτουργούμε σε πολύ παρόμοιο εγκεφαλικό μήκος κύματος.

-Σκεπτόμενος τον πρόσφατο θάνατο του Βαγγέλη Παπαθανασίου, μου έρχεται ο στίχος του Παρασκευά Καρασούλου «δύσαν οι μύθοι κι οι θεοί κι η ομίχλη δυναμώνει κι ακόμα εγώ δεν έχω βρει τι τους αναπληρώνει». Πώς νιώθεις για τις απώλειες τέτοιων μεγεθών και τι μνήμες έχεις, αν έχεις, από τον Μίκη Θοδωράκη και τον Βαγγέλη Παπαθανασίου;

Για να πετύχουν και να λειτουργήσουν οι παρουσίες των μεγεθών, όπως λες, χρειάζεται να συμπέσουν οι ξεχωριστές λαμπρές ικανότητες με την κατάλληλη ακριβώς χρονική συγκυρία, ή, όπως λέμε ο σωστός χρονικός θύλακος, το ευνοϊκό «τάιμινκ». Δηλαδή, ας πούμε ότι υπήρχε στην εποχή του Άινσταϊν άλλος ένας που είχε συλλάβει τη σχετικότητα. Αν την είχε πει εκείνος πρώτος, τι θα ήταν ο Άινσταϊν; Αν την είχε έτοιμη και δεν είχε προλάβει, τι να έλεγε αφού τα είχε πει άλλος; Έτσι με τον Μάνο και με τον Μίκη τα μεγάλα μεγέθη πέσανε στη «σωστή» φάση. Και έτσι, όσοι ακριβώς αντίστοιχοι θα μπορούσαν να βγουν μετά απ’ αυτούς δεν θα έβγαιναν πια. Οι θέσεις είχαν πιαστεί. Και για αυτό κλασικά ακολουθεί μία εκτεταμένη εποχή επιγόνων που έρχονται δεύτεροι και καταϊδρωμένοι. Το είπα αυτό κάποτε θρασύτατα στον Γιάννη Ξενάκη, υπονοώντας πως στον βαθμό που το νόημα της επανάστασής του ήταν απλώς η τεχνική της υφή, αν δεν το είχε κάνει αυτός θα είχε κάνει κάποιος άλλος το ίδιο ακριβώς λίγο πιο μετά. Άμα βέβαια το κλίμα είναι συγκλονιστικό, η συγκυρία εξηρμένη και ο τόπος βράζει, τότε γίνονται θαύματα. Κι έχουν υπάρξει τέτοιες εποχές σωρηδόν ιστορικών γιγάντων όπως στους χρυσούς αιώνες του Περικλή ή των Μεδίκων. Πάντως, υποστηρίζω όλη την ώρα ότι για να κάνει κανείς την καριέρα ή έστω το μπαμ δεν αρκεί να έχει το ταλέντο. Πρέπει να είναι και «βουρλισμένος» – τη λέξη την έκλεψα απ’ τον τρομερό αξέχαστο φίλο μας Κερκυραίο μαέστρο Ευθύμιο Καβαλλιεράτο. Σκέτο ταλέντο μπορεί να πάει τελείως στα χαμένα και να μην το μάθουμε ποτέ. Όπως βέβαια και σκέτο βούρλισμα ίσον «κύμβαλον αλαλάζον» όπως τόσα πολυπληθή παραδείγματα. Χρειάζονται και τα δυο μαζί! Εγώ, μετά και μέσα από το Τρίτο του Χατζιδάκι, είχα τη χαρά και γνώρισα μεγέθη μουσικά τεράστια ανάμεσα στα οποία ο Μίκης κι ο Βαγγέλης. Υπήρξαν κι οι δύο πολύ γενναιόδωροι μαζί μου σε πνευματικές «αγκαλιές», ας πούμε, και μου έγραψαν (ο Μίκης) ή μου είπαν (ο Βαγγέλης) καταπληκτικά πράγματα. Τώρα το τι τα έκανα ή τι θα τα κάνω θα δείξει. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις τους έχασα. Συγκεκριμένα άτομα από τα περιβάλλοντά τους λογόκριναν και μπλόκαραν την επικοινωνία μου μαζί τους. Μετά από υπέροχα ξεκινήματα, έπεσε βαθιά σιωπή. Έπαιρνα τηλέφωνα και ο δρόμος είχε οδόφραγμα. Δεν ήθελα κάτι ο καημένος επικοινωνούσα επειδή είχα παροτρυνθεί. Ας όψονται οι μεσάζοντες και ας προσέχουν όσοι τους βάζουν στην πόρτα τους θυρωρούς. Επίσης, κάποιοι υπερτιμημένοι και δεύτεροι, ας μου επιτραπεί, μου βάλανε κανα δυό προσκόμματα και τρικλοποδιές. Ε, δε βαριέσαι οι αξίες δεν τα χρειάζονται αυτά. Όσο για τους άλλους, μία κακία θα μείνει ή και τίποτα.

-Επηρέασε τους καλλιτέχνες η πανδημία;

Ε, νομίζω κλειστήκαμε όλοι μέσα. Στα υγιή παιδιά φούντωσε η καλοσύνη, στα άρρωστα η υστερία και η φοβία. Άρχισαν πολλοί να παθαίνουν κρίσεις, αισθάνθηκαν πιασμένοι στη μέγγενη και βέβαια όσοι ήταν σε χώρο θεάτρων και μαγαζιών βίωσαν κρίση. Δεν το βλέπω γενικά ως θετικό κατάλοιπο με το καλό να το ξεπεράσουμε και να βρεθούμε ξανά στα γράδα μας. Να φύγει η ένταση… Τι να πω με τα εγκλήματα και τους πολέμους και τις αηδίες… Μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία θα βρίσκουν οι δυστυχείς απόγονοί μας παντού αυτές τις άθλιες μάσκες, βρικόλακες που δε λένε να λιώσουν.

-Η στάση της πολιτείας ήταν ανάλογη;

Νομίζω αμήχανη, ψαχουλεύοντας στο σκοτάδι… Πάρα πολύς κόσμος δεν έπιανε τι σημαίνουν όλα αυτά. Iοί και MRNA και πανδημίες και κλεισίματα μέσα και εμβόλια και πιστοποιητικά. Ήρθε καταιγιστικά και ήταν φύσει σπασμωδικό όλο ετούτο.

-Πώς βλέπεις το μέλλον στα μουσικά τεκταινόμενα;

Χρήστο μου δεν έχω ιδέα. Ήδη επειδή δεν ασχολούμαι καταλαβαίνω πως η όλη φάση παγκόσμια πάει σε νερά που για μένα είναι αχαρτογράφητα. Πάντως ένα έχω να πω. Η απόλυτη δυνατότητα και εξουσία να ακούει καθένας ακριβώς εκείνο που «θέλει» και όχι άλλο πίσω απ’ όλη την ψυχολογικότητα του μάρκετινγκ, δεν «διευρύνει» τoυς ορίζοντες όπως ψευδώς διατείνονται οι εμπορευόμενοι τον πολιτισμό και την παγκοσμιότητά του… Το αντίθετο. Τη στενεύει απελπιστικά.

-Πιστεύεις στον Θεό;

Α, δεν έχω ευθεία απάντηση. Πρώτα απ’ όλα δεν «πιστεύω» με την έννοια δεν έχω πίστη και δεν λειτουργώ βάσει αυτής. Λέω πως ο ορισμός της πίστης είναι το να λαμβάνει και να στηρίζει κανείς ως αληθές το αναπόδεικτο. Εγώ λογικιστής είμαι και μου μοιάζει ετούτο εκτός των προδιαγραφών μου. Και αν ενδόμυχα έχω κάποιες διαισθήσεις, δεν είναι αντικείμενο ανταλλαγών. Όσο για τον Θεό, άμα κάτσω να το συζητήσω με κάποιον ή με κάποια πρέπει πρώτα να ξέρουμε για τι μιλάμε οπότε πρέπει να συμφωνήσουμε κατ’ αρχήν σε έναν ακριβή ορισμό περί Θεού. Από την εμπειρία μου αυτό συνήθως εν προκειμένω αποτυγχάνει οικτρά με την πρώτη ατάκα. Εξαρτάται λοιπόν.

-Ποιο είναι το προσωπικό σου καταφύγιο;

Το σπίτι μου, όσοι και όσες ζουν εκεί μέσα και στον κήπο, οι άνθρωποι, τα ζώα, τα φυτά… Και τα μυαλά μου με το ελεύθερο συναίσθημα, με τον αδιάπτωτο χωρίς περιστροφές όσο μπορώ ορθό λόγο και με τα μαθηματικά μου. Ο μέγας δείκτης του ανθρώπου, τα χαρτιά που μουντζουρώνω είναι γεμάτα όλο μαθηματικά.

-Ο μεγάλος σου φόβος;

Ε, δεν ξέρω τώρα, τα ξορκίζω όλα. Έχω σταθεί και σκανδαλωδώς τυχερός στη ζωή μου… Υπήρξα άφοβος και μπήκα πάντα μες στα όλα και τίποτα δε μου βγήκε στραβά… Και αν μου βγήκε λιγάκι, το ξαπόστειλα εύκολα με μια ρακετιά νοερή.

-Πώς λειτουργείς όταν ερωτεύεσαι;

Νορμάλ, όπως αρμόζει, όπως όλος ο κανονικός κόσμος. Οσάν ο απόλυτος ηλίθιος. Τώρα κοίτα προσπαθώ να τελειώνω με τους έρωτες και να καταλήξω σε αγάπη. Η διαφορά είναι ορισμική. Η αγάπη είναι σύνδρομο ευφορίας με την παρουσία του άλλου προσώπου όταν το έχεις ενώ ο έρωτας είναι σύνδρομο στέρησης με την απουσία του όταν δεν το έχεις. Είναι πολύ υγιές και διαρκές το πρώτο. Το δεύτερο είναι κάπως μούφα. Άσε που αφενός δύναται να διολισθαίνει προς υστερίες και ψυχοπαθολογικά ή ακόμα να πέφτει και προς αιφνίδια αφάνεια. Ας πούμε, συμμετρικά όπως το καλάθι έχει «σ’ ερωτεύτηκα κατακούτελα παράφορα και πεθαίνω, έλααα» έχει επίσης «σε ξερωτεύτηκα ουρανοκατέβατα στην ψύχρα και πήζω, δρόμοοο». Κι άντε ξεμπέρδευε μετά.

-Τι άνθρωπος είναι ο Δημήτρης Λέκκας;

Έχω ακούσει καλό παιδί μάλαμα, έχω ακούσει ιδιοφυία, έχω ακούσει εγκεφαλικός, έχω ακούσει ψώνιο, έχω ακούσει ταλαντούχος (συκοφαντία), έχω ακούσει ατάλαντος (επίσης συκοφαντία), έχω ακούσει γλύκας και ξινός, έχω ακούσει συμπαθέστατος και αντιπαθέσταστος και φιάκας. Άντε τώρα βγάλε άκρη. Εγώ θεωρώ πως είμαι πάρα πολύ καλός μαθηματικός… Κάποιοι θέλουν να λένε και καλά ότι δεν ξέρω μαθηματικά. Αντιτείνω ότι έχω κάτι πάρα πολύ καλύτερο. Καταλαβαίνω μαθηματικά. Και κάτι ακόμα πιο προχωρημένο. Δεν είμαι καταναλωτής εγώ φτιάχνω μαθηματικά. Ένας κοντινός φίλος μου και συνεργάτης τα τελευταία χρόνια με αποκαλεί «γκουρού του ορθού λόγου».

Ο δίσκος που ακούς στις πιο προσωπικές σου στιγμές;

Δεν ακούω πια δίσκους. Παλιά να πω τρεις άφθαστους για εμένα δίσκους του Μάνου Χατζιδάκι. Το Χαμόγελο της Τζοκόντας, τα Reflections και το Blue.

-Η ταινία που σου άλλαξε τη ζωή;

Από ταινίες δεν θα έλεγα. Μου άρεσε πολύ ο κινηματογράφος και έβλεπα πάρα πολλές ταινίες παλιά αλλά όχι μέχρι του σημείου να με επηρεάζουν. Η ταινία που μπορούσε να μου είχε αλλάξει τη ζωή σε ένα μέτρο ήταν ο Ηλεκτρικός άγγελος του Θανάση Ρεντζή όπου έγραψα το μέγιστο μέρος της μουσικής και που με βράβευσε. Ωστόσο, για λόγους άλλους ήταν η ταινία που μου έδειξε ότι δεν είναι όλοι σαν τον Θανάση και δεν ταιριάζουν τα χνώτα μου με την πιάτσα του ελληνικού κινηματογράφου… Έτσι και εμπέδωσα τη βαθιά και ογκώδη αφοσίωσή μου στο θέατρο. Όσο για ταινία που είδα σαν θεατής, μου έκανε βαθύτατη εντύπωση και χαράχτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα – πέρα από τον κλασικό Πολίτη Κέιν εννοείται – ήταν χωρίς δισταγμό μία της εποχής μου, του 1998 ένα γερμανικό πρωτοποριακό θρίλερ του Τομ Τύκβερ, το απόλυτο αριστούργημα Τρέξε, Λόλα, τρέξε (Tom Tykwer: Lola rennt).

-Το βιβλίο που σε ταξίδεψε σε μαγικούς τόπους;

Αααα, πάντα μου άρεσαν τα ταξίδια αλλού. Όταν ήμουν μικρός, η μητέρα μου μου αγόραζε τα άπαντα του Ιουλίου Βερν. Όταν μεγάλωσα, στα λογοτεχνικά με έστειλαν αδιάβαστο τα Εκατό χρόνια μοναξιάς του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Στο μεταξύ όμως, σε ηλικία 15 χρονών και ενώ ακόμα φοιτούσα στο Νικηφόρειο Γυμνάσιο – Λύκειο Καλύμνου, ψάχνοντας σε ένα βιβλιοπωλείο είχα πέσει επάνω σε ένα βιβλίο που όντως θα μου άλλαζε τη ζωή και είχα σπεύσει να το αγοράσω. Από τότε αποτέλεσε το άγιο δισκοπότηρο της διανόησής μου. Robert R. Stoll, Σύνολα, λογική και αξιωματικές θεωρίες. Η ορθή πεμπτουσία της μαθηματικής στο πιάτο.

-Πότε έκλαψες τελευταία φορά;

Με λυγμούς και έτσι δεν θυμάμαι. Αλλά όσο ψύχραιμος και σταθερός είμαι, άλλο τόσο είμαι ευσυγκίνητος γενικά πολύ και δακρύζω με το παραμικρό. Σήμερα το απόγευμα ίσως π.χ.

-Πότε βίωσες την ευτυχία;

Δε μπορώ να πω αυτό που βιώνω πάντα σε μεγάλο βαθμό σταθερότητας είναι μία ευδαιμονία. Ακόμα κι οι πόνοι μου εντάσσονται νομίζω σε ένα τέτοιον ορίζοντα. Ευτυχία βίωσα π.χ. όταν κάτι μέσα μου ξαφνικά ψιθύρισε την αληθινή έννοια ενός μαθηματικού όρου μετά από ψάξιμο ή τη στιγμή που ένιωσα ότι η τελευταία και τρέχουσα μόνιμη σχέση μου είχε «κάτσει».

-Αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω υπάρχει κάτι που θα άλλαζες;

Αχ, ξέροντας δυναμική συστημάτων και στατιστική ξέρω πως ολόκληρες ζωές είναι συνδυαστικό αποτέλεσμα μιας απόλυτης σύμπτωσης που συνέβη και υπερπολυάριθμων συμπτώσεων που δεν συνέβησαν δίνοντας μίαν ώθηση προς το τελείως αλλού. Αν είχε ξετυλιχτεί κάτι κάπως διαφορετικά θα ήταν μία άλλη ζωή. Πώς λοιπόν να υποθέσω τι μπορούσα να άλλαζα αν μιλάμε για κάτι σημαντικό και να είμαι εγώ σήμερα που θα έδρεπα τη μικρή εκείνη διαφορετικότητα; Θα ήμουν κάποιος άλλος και θα είχα ζήσει μιαν άλλη ζωή. Άρα η ερώτηση για τα σημαντικά δεν έχει και πολύ νόημα. Αν έλεγα κάτι ασήμαντο όπως π.χ. αν είχα προσέξει στην τάδε στιγμή δεν θα είχα πέσει να μωλωπίσω τη γάμπα μου ή να μην κάψω το φαγητό, ε, είναι ανάξιο να το σκεφτεί κανείς. Τελική απάντηση. Πού να ξέρω; Αν πάμε σε αποφάσεις καθημερινής ζωής ίσως θα είχα σταματήσει να τρώω σάρκες δολοφονημένων ζώων πιο νωρίς, ίσως θα απέφευγα να περάσω τα όσα χρόνια πέρασα καπνίζοντας πριν το κόψω… Τι ανόητη κενότητα.

-Πώς φαντάζεσαι την τελευταία μέρα σου στη γη;

Δεν σκέφτομαι κάτι ξεχωριστό. Φαντάζομαι ή ελπίζω να είναι όπως θα προτιμούσα να είναι. Σαν όλες τις άλλες, απλώς θα ήθελα να μην είμαι μόνος. Θα γούσταρα να περιστοιχίζομαι ήρεμα από τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά μου.

-Τα όνειρά σου για το μέλλον; Ετοιμάζεις κάτι αυτή την περίοδο;

Ε, εννοείται αφού τόσα πράγματα μαζί φθάνουν στην ολοκλήρωσή τους και πρέπει πλέον να τα συγκροτήσω με τη βοήθεια άξιων συνεργατών σε σώματα επιστήμης για να τα αφήσω πίσω μου. Μιλάω Α) για τη μαθηματική θεωρία της μουσικής ως επανακάμπτοντα βασικό θεμελιακό κλάδο των μαθηματικών. Β) Για την επιστημονικά ορθή κατάδυση στη δομή και δημιουργία των ιστορικών τονικών μουσικών συστημάτων της περιοχής μας (α΄ του ηπειρώτικου πεντατoνικού, β΄του αρχαίου θρακικού, βυζαντινού και αραβοοπερσικού επτατονικού, γ΄ των πυθαγορικών υβριδίων τους στην αρχαία Ελλάδα και στη Δύση, μαζί με δομική προσέγγιση των δύο διαφορετικών ρυθμικών και προσωδιακών συστημάτων). Γ) Για την πρώτη επιστημονικά ορθή προσέγγιση στους ήχους της ελληνικής γλώσσας και των διαλέκτων της κατά την αρχαιότητα που να βγαίνει επί τέλους από τη χώρα αυτή όπου ζούμε. Δ) Για επανεξέταση και διόρθωση ορισμένων κακώς κειμένων στα καθαρά μαθηματικά, όπως των «μη ευκλείδειων γεωμετριών» και της «μιγαδικής ανάλυσης». Ε) Μία πλήρη εκ βάθρων αναδόμηση της μαθηματικής λογικής σε νέα βάση και χωρίς τις γνωστές παραδοξότητες και διάτρητες «μη πληρότητες» (sic).

-Δημήτρη σε ευχαριστώ για την επικοινωνία μας.

Εγώ σε ευχαριστώ.

Αποτυχημένος φοιτητής Κοινωνικής Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποτυχημένος φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός και αρθρογράφος. Συλλέκτης βινυλίων, κόμικς και βιβλίων. Λάτρης της ινδικής κουζίνας και του κόκκινου κρασιού. Με το γράψιμο έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Όταν γράφω θέλω η σκέψη που ξεκινάει από εμένα να ολοκληρώνεται από τον αναγνώστη...

Newsletter

Ευχαριστούμε για την εγγραφή σας στο Newsletter! Κάθε βδομάδα θα διαβάζετε τα καλύτερα άρθρα στο email σας!

Παρουσιάστηκε σφάλμα. Δοκιμάστε ξανά!

Your e-articles will use the information you provide on this form to be in touch with you and to provide updates and marketing.